Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αμπελοφιλοσοφίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αμπελοφιλοσοφίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 6 Οκτωβρίου 2017

Λόγω της ημέρας

Η Παρασκευή είναι η μέρα που μετατρέπομαι σε ιδιοφυές κογιότ.

Καταστρώνω σχέδια για την υπόλοιπη μέρα, το απόγευμα, το βράδυ, το Σάββατο, την Κυριακή, την ερχόμενη βδομάδα, τα επόμενα ταξίδια, την κατάκτηση του διαστήματος, το μέλλον της ανθρωπότητας και αν είχα δεδομένα για τη μεταθανάτια ζωή, θα έστηνα ένα σκηνικό για τον παράδεισο ή μια εναλλακτική μορφή κολασμένης προοπτικής, φιλικής στο περιβάλλον και τον άνθρωπο. Εδώ που τα λέμε, ποιος χρειάζεται τα δεδομένα;

Η Παρασκευή είναι το σημείο Α στο διάγραμμα της φυσικής, όπου το σώμα λόγω θέσης, κατέχει τη μέγιστη δυναμική ενέργεια. Μπορεί να τη μετατρέψει σε κίνηση, σε θερμότητα, σε έκρηξη, σε χαρά, σε κατανάλωση ρακής, σε ό,τι γουστάρει – μη ρωτάς - ό,τι θέλει θα κάνει. Αρκεί να μην κοιτάξεις κάτω.

Την Παρασκευή επιστρέφεις στην αήττητη εφηβεία, στα σχέδια του τύπου: όταν μεγαλώσω, θα γίνω αστροναύτισσα. Βλέπεις ήδη τη NASA να σου χαμογελάει. Χωρίς  αν, προϋποθέσεις, πανελλήνιες και άλλες εφιαλτικές διαδικασίες, δείκτες ανεργίας, σκιές αποτυχίας και φόβου.

Τα ατυχήματα της Παρασκευής είναι τα μόνα που γιατρεύονται με ένα πατ-πατ. Γιατί αυτή τη μέρα, τα χέρια των φίλων γίνονται θαυματουργά. Οι δίοδοι της χαράς αστράφτουν, χωρίς εμπόδια και τέλη κυκλοφορίας. Η Παρασκευή είναι ανώδυνος έρωτας.

Αν η Παρασκευή ήταν ενεργό ηφαίστειο, θα ξεχείλιζε διαγράμματα, αναζητήσεις, όνειρα, σχέδια Α, Β και τελικές λύσεις.

Να λοιπόν μια πρόταση τελικής λύσης:

Τρίτη 2 Αυγούστου 2016

Πολύχρωμες προσευχές

Μ’ αρέσουν οι άδειες εκκλησίες. Οι ναοί όλων των θρησκειών μετά την αποχώρηση των ανθρώπων. 
Για μένα, οι διαφορές τους είναι αρχιτεκτονικές και τουριστικές περισσότερο.
Κάθομαι κι αφήνω το βλέμμα να περιπλανηθεί σε τρούλους, αγάλματα κι εικονίσματα. Τα πιο πολλά πρόσωπα είναι γαλήνια. Πέρα όμως από την πρόθεση του αγιογράφου ή του γλύπτη, στις εκκλησίες, αποκτούν οι άγιοι κι οι θεοί, μια επιπλέον πατίνα, φτιαγμένη από τις ματιές των πιστών. Ένα επίχρισμα ευχών.

Αφουγκράζομαι την προσευχή των ανθρώπων. Όταν οι ίδιοι είναι παρόντες, δεν έχει η συγκεντρωμένη σκέψη τους την ίδια υφή. Το σώμα τους, τη βαραίνει. Από μόνη της, έχει χαμηλότερο ειδικό βάρος. Γίνεται ελαφρύτερη απ΄τον αέρα.
Όταν ο προσευχόμενος αποχωρεί, η ευχή του απογειώνεται.
Φωτογραφία του Λεωνίδα

Παρασκευή 24 Οκτωβρίου 2014

Πλινκ-πλινκ

Έχω ένα excel για συμπλήρωμα μπροστά μου. Στη στέγη, η βροχή κρατάει το δικό της μπιτ. 
Πληρώνομαι -μεταξύ άλλων- για να φυλακίζω νούμερα σε κελιά. Να τα κλειδώνω, να τα ελέγχω, να τα τσεκάρω σε τακτά διαστήματα. Όχι τόσο συχνά, όσο τα πλινκ-πλινκ, ευτυχώς.
Ούτε εκείνα θέλουν να φυλακιστούν ούτε κι εγώ, ειν΄η αλήθεια. 
Κοίτα να δεις όμως. Ό,τι με πληρώνει, είναι αυτό το το πλινκ-πλινκ από πάνω. Για να εισπράξω, αρκεί να στήσω αυτί.
Κρατάει το ρυθμό της μέρας με ένα τρόπο πιο πραγματικό από την αποκαλούμενη πραγματικότητα.

Προβλήματα του 1ου κόσμου θα μου πεις. Άλλοι δεν έχουν να φάνε, δεν έχουν πρόσβαση σε νερό και φάρμακα κι εσύ γκρινιάζεις γιατί δεν αγκαλιάζεις τη βροχή. Που αν είχες χρόνο, μπορεί και να μην της έδινες σημασία.
Κι όμως, αυτό ίσως και να ‘ναι το πρόβλημα του κόσμου. Του 1ου, του 2ου και του 3ου. Ότι δηλαδή, κοιτάμε ότι είναι όντως σημαντικό, μόνο όταν αναγκαζόμαστε ν’ ασχοληθούμε με κάτι που βαφτίσαμε σημαντικό. Κάτι πραγματικά ασήμαντο. Ότι αντιλαμβανόμαστε το χρόνο, όταν μας τον έχουν φυλακίσει και το χειρότερο: σπαταλάμε ότι μας αφήνουν να διαχειριστούμε. Τα πιο πολύτιμα resources μας: το χρόνο και τη ζωή.

Αυτό, που ίσως μας χρειάζεται, είναι μια συνεχής άσκηση στην τεμπελιά. Να τη ζήσουμε, να τη χορτάσουμε και να μάθουμε να τη χειριζόμαστε. Απολαμβάνοντας την. Μετατρέποντας τη σε στιγμές, παρόν, ζωή.
Χμ...

Σταμάτησε η βροχή, σταματώ τη φλυαρία. 


Δευτέρα 25 Αυγούστου 2014

Tης Αγίας Σαχλαμάρας

Βγαίνοντας απ' τη γαλάζια σπηλιά. Φωτογραφία του Λεωνίδα
Αυτό ήταν ένα καλοκαίρι γεμάτο νεκρούς. Από την από κει, από την από δω μεριά, από παντού. Λες κι έχει σημασία η πλευρά. Λες κι έχουν όχθη οι νεκροί. Αφού αυτοί δεν χρειάζονται ταυτότητες, δεν θα ‘πρεπε κι εμείς να τις αναζητάμε. Δεν θα έπρεπε να το σκεφτούμε για το αν θα στενοχωρηθούμε ή θ’ αδιαφορήσουμε. Κάποιοι το καταφέρνουν. Εγώ δεν μπορώ. Αυτό κάνει η χρόνια ασκούμενη βία όταν σέρνεται χωρίς να την πατάς. Σε γαριάζει στη λάσπη του μίσους κι άντε μετά να την ξεπλύνεις απ’τους πόρους. Κάθε μέρα, νέοι στόχοι μίσους. Σήμερα μισούμε τους κόκκινους, αύριο τους ροζ. Αντιδρούμε σαν ρομπότ. Αντιμισώντας. Κάτι είναι τελείως λάθος. Μισώντας κι αντιμισώντας κολυμπάμε στον ίδιο βούρκο με ότι απεχθανόμαστε. Θα ‘ πρεπε να βρούμε δρόμους να μας ενώνουν. Δεν μπορεί να είναι τόσο δύσκολο. Απλώς, δεν θα μας το πουν απ’ τα κανάλια.

Τετάρτη 13 Αυγούστου 2014

Η ευτυχία και πώς να την αποφύγετε (καρτ-ποστάλ στην KidsCloud)

Happiness in colors, Piet Pedersen
Ξαδεφούλα μου, αγαπημένη,

Την έλαβα την κάρτα,
Σ’ ευχαριστώ πολύ-πολύ. Πριν ακόμα δω τη δική σου, είχα ξεκινήσει, μία να σου στείλω. Μα δεν μ’ άρεσε. Μάντεψε όμως, τι θέμα είχε! Ναι, για την ευτυχία έλεγα κι εγώ. Μετά, διαπίστωσα πως εσύ τα έλεγες πολύ καλύτερα, ξαναδιάβασα όσα έγραφα κι αποφάσισα πως ήταν βλακείες. Λες και είμαι ειδήμων του θέματος. Αν και μια μορφή ειδικότητας την έχω. Είναι όμως τόσο συνηθισμένη. Όπως ο περισσότερος κόσμος, ξέρω πώς να την αποφεύγω. Είπα λοιπόν, να καταγράψω τους 10 τρόπους με τους οποίους μπορείς να κρυφτείς απ’ την ευτυχία:
  1. Να την αναβάλεις. Όπως λες και συ, περιμένοντας το Σαββατοκύριακο, την άδεια, να μεγαλώσουν τα παιδιά, να πάνε καλά στις εξετάσεις, να τελειώσεις με το φαΐ, να είναι καθαρό το σπίτι, να σχολάσεις πρώτα απ’ τη δουλειά, να χαζέψεις στον υπολογιστή, να σε αναγνωρίσει άλλη μια φορά η μητέρα σου, να κοιμηθείς πρώτα λίγο παραπάνω, να συναντήσεις τους φίλους που λείπουν. Ατέλειωτη η λίστα της ευτυχίας ως συνάρτησης του χρόνου. Ξέρεις, αυτού του τύπου που τρώει τα παιδιά του. Εμάς δηλαδή.
  2. Να τη θεωρείς κάτι τόσο μεγαλόπρεπο που δεν το φτάνεις. Να προσπαθείς συνεχώς να είσαι έτοιμη γι αυτήν. Τόσο σκληρά ώστε να είσαι πάντα ανάξια.
  3. Να πρέπει να είναι όλος ο κόσμος γύρω σου ευτυχισμένος, γιατί δεν είναι σωστό να ευτυχείς όταν γύρω σου υπάρχει τόση δυστυχία.
  4. Να έχεις την υγεία σου κι εσύ κι όσοι αγαπάς. Ακόμα κι αυτοί που δεν τους ξέρεις τόσο καλά. Και πώς μπορείς να είσαι σίγουρη πως όλα έχουν ελεγχθεί σωστά και στο βάθος που πρέπει;
  5. Να κάνεις ειρήνη με τον εαυτό σου, να τους αγαπάς όλους, να μην ανιχνεύεις ούτε σκιά μίσους, αντιπάθειας.
  6. Να περιμένεις εκείνο το ταξίδι, στον υπέροχο τόπο, που όμως –τι κρίμα- δεν ήταν όπως τον έδειχναν οι φωτογραφίες.
  7. Να περιμένεις το μεγάλο έρωτα.
  8. Να περιμένεις το τέλειο παιδί.
  9. Να είσαι ευτυχισμένη και να φοβάσαι, να τρέμεις. Πόσο θα κρατήσει; πότε θα σβήσει;
  10. Να είσαι πάλι ευτυχισμένη, αλλά τι εφιάλτης! Να μην σου βρίσκεται ένα μολύβι, ένα λάπτοπ, σύνδεση στο ίντερνετ, κάτι βρε παιδί μου, να την εξυμνήσεις, να την καταγράψεις, να τη χαράξεις στον κορμό ενός δέντρου, να υπάρξουν στοιχεία και μάρτυρες να βεβαιώσουν την παρουσία της.
(Εντάξει, ο κατάλογος είναι ατελείωτος και ο καθένας μπορεί να προσθέσει τη δική του διαφυγή, αλλά ας μείνουμε στο 10, όπως ο Μωυσής που κάπου έπρεπε να τελειώσει με τα Ου.)

Το περίεργο είναι που υπάρχουν άνθρωποι φτωχοί, άρρωστοι, αγράμματοι, με εχθρούς, με αγαπημένους που έχασαν, με πατρίδες που αποχαιρέτησαν, φυλακισμένοι, βασανισμένοι, εξαπατημένοι, ταλαίπωροι, αποτυχημένοι. Κι έχουν αυτοί οι ανάξιοι, κάτι στιγμές που μοιάζουνε θεοί. Πάνε και καταρρίπτουν όλα τα προαπαιτούμενα λες και είναι γελοία. :)
Λες και το μόνο που χρειάζεται είναι να είμαστε ζωντανοί. Λες και είναι η ευτυχία, η δίδυμη αδερφή της ζωής.

Σε φιλώ πολύ ξαδεφούλα και περιμένω να συναντηθούμε.
θα είναι μια στιγμή ευτυχίας. ;)

Πέμπτη 21 Νοεμβρίου 2013

Υπόγειος Σταθμός

http://swo0sh.deviantart.com

Πλατεία Βικτωρίας. 
Σταθμός Ηλεκτρικού. 
Υπόγειος. Κρυμμένος. 
Η ρουφήχτρα του συρμού, σκοτεινό χωνευτήρι έτοιμο να σε καταπιεί. Ή να σε φτύσει. Φρεσκαρίστηκε ανόρεχτα το 2004. Εδώ το αποτύπωμα της παρακμής επικράτησε του έπους. Ίσως γι αυτό να είναι κι ένας από τους πιο οικείους μου σταθμούς. Ένα μέρος να χαζέψω λίγη αμασκάρευτη ειλικρίνεια. Η αλήθεια -έστω κι αρρωστημένη- μαγνητίζει. Το ίδιο κι οι γκρεμοί. Ποιος αντέχει να μην ρίξει μια ματιά στην άβυσσο;
Εδώ οι αέρηδες παγώνουν μουτρωμένοι. Οι άνθρωποι απομακρύνονται με γρήγορα βήματα από μια γειτονιά που τους τρομάζει. Μια γειτονιά όμως, που όσο τη θυμάμαι -πριν ακόμα τη διεκδικήσουν μετανάστες ή χρυσαυγίτες- ακροβατούσε μεταξύ κινδύνου, περιθωρίου κι αδιαπραγμάτευτης αποδοχής (μόνο όσοι δεν έχουν ζήσει εδώ, ισχυρίζονται ξεπεσμούς). Γι αυτό και ο σταθμός αυτός, που ανακαινίστηκε για να παραμείνει πιστός στην αρχική του ασχήμια, είναι τόσο μα τόσο ελκυστικός. Από τις λίγες αυθεντικές γωνιές της πόλης.
Παλιοί κάτοικοι διασταυρώνονται με νέους. Διερχόμενοι φοιτητές με βιαστικούς επαγγελματίες. Άστεγοι με την πραμάτεια-βιος δίπλα από λάτρεις του θεάτρου. Οι μισοί φεύγουν βιαστικά κι οι άλλοι μισοί εύχονται να μπορούσαν να φύγουν. Να και το κοντινό μέλλον της χώρας.
Κι αυτό το τραίνο που όπου να ‘ναι έρχεται, ενσαρκώνει όλους τους πλανόδιους φόβους. Τους άστεγους, τους περιθωριακούς, τους παρείσακτους, τους διωγμένους. Ο ήχος της έλευσης προηγείται. Ειδικό εφέ να επιτείνει το φόβο. Η βροντή πριν απ’ τη φωτιά του κεραυνού, η βοή πριν το σεισμό, η σειρήνα πριν το βομβαρδισμό. Το τραίνο-μέλλον ξεχύνεται μέσα απ’ τη σκοτεινή τρύπα φουριόζικο κι αναπόδραστο. Κάτσε εδώ. Θα σε πατήσω έτσι κι αλλιώς. Θα σε καταπιώ.
Ναι, έχει μια γοητεία ο τρόμος. Κυρίως όταν είναι συμβολικός, όταν δεν είναι ο ίδιος αλλά οι  εκπρόσωποί του.

Μα αν βαρεθείς να γοητεύεσαι; 
Αν σιχαθείς την αναμονή του τέλους; 
Τι κάνεις τότε; 
Ψάχνω να βρω τη λέξη. Ανακατεύω το βιβλίο με τα ξόρκια κι αφού ψαχουλέψω κι ανακατέψω, ανασύρω μόνο αυτό:

Απλότητα.

Κυριακή 20 Οκτωβρίου 2013

Στιγμές ύπαρξης


Κάπου-κάπου η καθημερινότητα σε γυρίζει στα παιδικάτα σου ενώ η σκέψη σου ψηλαφεί για παλιές αμυχές σωτηρίας. Σαν τα πρόσωπα από τα κινούμενα σκίτσα, που, τρέχοντας σαν παλαβά, φτάνουν πάνω από το κενό, χωρίς να το'χουν πάρει χαμπάρι, λες και κάποια μαγική δύναμη-φόβος ή όνειρο, τους έχει δώσει τα φτερά να πετάξουν, να φτάσουν ως εκεί, και που το επόμενο καρέ αυτό της πραγματικότητας-ή της φαντασίας του σκιτσογράφου, τα βάζει να πέφτουν ανώμαλα, μέσα.

Όταν σου τραβούν το χαλί κάτω από τα πόδια, ενώ εσύ το είχες στρώσει για να κοιμηθείς
Όταν ο κόσμος γύρω σου σβήνει απαλά και αργοχάνεται κι εσύ μένεις μόνος/η με τον εαυτό σου
Όταν ο χρόνος κυλά αδυσώπητα αργά ή ανεπαισθήτα γρήγορα
Όταν θολώνουν τα μάτια σου και τίποτε δεν σε παρηγορεί
Όταν ψάχνεις να κάνεις το μεγάλο βήμα σε τοπίο ομιχλώδες και ασταθές

Τότε ο χρόνος δεν είναι πια φίλος σου, είναι εχθρός σου
Τότε οι φίλοι σου γίνονται αγαπημένοι
Τότε οι αγαπημένοι σου γίνονται φίλοι σου

Κι όταν η μπόρα περάσει, ξαναζείς με τα μάτια στεγνά, ξαναβλέπεις καθαρά μέσα από τον ήλιο, ξανακάνεις αγόγγυστα όνειρα και διακρίνεις τ'ανθρώπινα, αυτό που άξιζε τελικά. Κοιτώντας προς τα πίσω και διαπιστώνεις ότι κάτι έχεις χάσει ή κάτι δεν θυμάσαι πια. Ίσως να μην άξιζε, γιατί αλλιώς θα ήταν εκεί.

Είναι ανθρώπινη αξιοσύνη το πόσο καλά η μνήμη "φυλάει τα έρμα".

Τρίτη 15 Οκτωβρίου 2013

Tι μένει;

Γεννιέσαι ανήξερος.
Αρχίζεις τα μαθήματα. Αναπνέεις, τρως. Εστιάζεις, αναγνωρίζεις, χαμογελάς. Στέκεσαι όρθιος. Ή μήπως να μπουσουλήσεις; Περπατάς, ισορροπείς, μιλάς, ελέγχεις τις βασικές σου ανάγκες.
Εκπαιδεύεσαι στον πόνο. Απλές δερματικές αμυχές μοιάζουν να πονάνε αφόρητα στην αρχή. Αντέχεις όμως, υπομένεις, κρατάς την ανάσα. Βαστιέσαι.
Ανήκουστο, μα δεν είσαι το κέντρο του κόσμου. Δεν πλέκονται σενάρια γύρω από την ύπαρξη, την εξόντωση ή την αποθέωσή σου. Είσαι τόσο σημαντικός, όσο καταφέρνεις εσύ να πιστέψεις.
Μαθαίνεις  την σκληρότητα των άλλων. Ανακαλύπτεις τη δική σου σκληράδα. Πληγώνεις όσους σε παίρνει. Πληγώνεσαι απ όσους λαχταράς. Τρομάζεις. Υπάρχει και χειρότερος φόβος. Η απώλεια. Οι απώλειες. Μέχρι κι ο θάνατος  ο ίδιος. Ακόμα και των αγαπημένων. Ο θάνατος μπορεί να αφορά κι εσένα; Ο φόβος εισβάλει αγκαλιά με το χάρο. Άλλοτε ντύνεται άγχος, άλλοτε ανασφάλεια, αρρώστια, φτώχεια, αποτυχία, χ-φοβία, μα από κάτω είναι πάντα ο ίδιος σκελετός.
Νοιάζεσαι άλλους. Τα θαλασσώνεις. Μαθαίνεις τη συγγνώμη. Μαθαίνεις πως η συγγνώμη δεν αρκεί. Σκέφτεσαι θεραπείες. Σπανίως πετυχαίνεις. Εκτός κι αν προσπαθήσεις, ξανά και ξανά. Μαθαίνεις να γιατρεύεις. Μαθαίνεις να συγχωρείς. Ακόμα και τον εαυτό σου. Μαθαίνεις να επιλέγεις και ν’ απολαμβάνεις την ομορφιά. Μαθαίνεις να κρατάς μακριά τους κακούς και τους χλιαρούς. (μαθαίνεις;)
Και μετά έρχεται η άνοια (ή η αρρώστια).
 Χάνεις τα κλειδιά σου. (ή ένα κομμάτι του κορμιού σου). Ξεχνάς τι έφαγες. Αν έφαγες, ποιος σε ταΐζει, ποιος σε νοιάζεται, τι σου είναι.
Οι φόβοι πετάνε τα κοστούμια και σκελετοί σου ορμούν από κελάρια ανήκουστα.
Δεν αναγνωρίζεις τα χτυπήματα. Βλέπεις εχθρούς. Μόνο σκελετούς. Πληγώνεις όσους σε παίρνει. Σε πονάνε όσοι λαχταράς.
Ο πόνος χειροτερεύει. Δεν αντέχεις. Ξεχνάς την υπομονή.
Οι ανάγκες σου γίνονται ανεξέλεγκτες. Ξεχνάς να μιλάς,
να περπατάς, να τρως. Ξεχνάς ν' ανασάνεις.
Τέλος.

Στο τέλος τι μένει;
Τα χέρια σου είναι άδεια κι ότι κληροδοτείς σ΄όσους κοιτούν δεν είναι παρά μια απάντηση.
Άξιζε τον κόπο;
Αν άξιζε, φεύγεις μ’ ένα χαμόγελο. Μόνο αυτό. Όλο αυτό.

Πέμπτη 11 Ιουλίου 2013

Πάμε γι άλλα

Είναι ένα δέντρο στον αρχαίο κήπο. Ένας φοίνικας, γιγάντιος σαν γοτθικός καθεδρικός, ίσως και το ίδιο αλαζόνας. Δεν κοιτάει εμάς τα κοντά πλάσματα. Ο κορμός του είναι ψηλόλιγνος και τσιγκούνης στους ίσκιους και το φύλλωμα, το κεφάλι του δέντρου,παραείναι όμορφο για να ναι του κόσμου τούτου. Γι αυτό και κάπου συγχωρείς το ψηλομύτικο φυτό κι αναρωτιέσαι πού αγναντεύει. Στο δικό του όπου, σταματάς να τον κρίνεις ετούτον . Μπορεί μόνο να είναι αφηρημένος ή να ονειρεύεται τυρκουάζ ακρογιάλια να γείρει πάνω τους και να τους ψιθυρίσει όσα  μας κρατάει κρυφά.  Αδιαφορεί ή κρύβει την καλοσύνη του. Γιατί, δεν μπορεί να είναι τυχαίο που τα θυσανωτά  σπαθιά του φιλοξενούν φωλιές και πεινασμένα μωρά χελιδονιών. Ως κι ένας κοκκινοτρίχης τεμπελόγατος καταφέρνει να δροσιστεί στη γραμμική σκιά του. Αλλά πώς γίνεται ένα πλάσμα τόσο επιβλητικό ν αδιαφορεί για τα βάσανά μας;Να είναι άχρονος  ο πλανήτης του, μια ανάσα οι ζωές μας; Ή μήπως έχει αηδιάσει με του λόγου μας και δεν μας χαλαλίζει τη ματιά του; Μήπως κρυφά, όταν κοιτάμε αλλού, χαμογελάει στα προστατευόμενα του τ αποδημητικά και κουνάει με νόημα το σπαθωτό κεφάλι του για την κατάντια μας;  Αν και νομίζω, τα βράδια, εμάς σκέφτεται και γίνεται η ανάσα του ασφυκτική.

Τρίτη 30 Απριλίου 2013

Κόκκινο

Αμέτρητοι οι τρόποι να κοιτάξεις τον κόσμο. Από μακριά, από κοντά. Ματιές σε σημείο ιδιαίτερο εστιασμένες, ανεστίαστες, θολές, πολύπλοκες, φαντασιακές, χαμένες.

Πέμπτη 21 Μαρτίου 2013

Μια χαρούμενη καταστροφή

Ενώ λοιπόν οι αδερφοί μας στην Κύπρο ποδοπατούνται από αδίστακτους ληστές, διακεκριμένοι επιστήμονες μελετούν τρόπους για ν’ αποτρέψουν πιθανή σύγκρουση της γης με κάποιον επιθετικό αστεροειδή. Γιατί ποτέ δεν ξέρεις τι σου ξημερώνει. Κι αν δε σου ‘ρθει απ’ το διάστημα, θα στη φέρουν οι εταίροι (aka «φίλοι»), οπότε καλό είναι να μελετάμε και να φυλαγόμαστε. Επίσης, η συμπεριφορά ενός αστεροειδούς είναι πολύ περισσότερο προβλέψιμη από τη συμπεριφορά των αγορών. Μοντελοποιείται, σχεδιάζεται, αναλύεται και τέλος πάντων είναι μια καταστροφή που μπορείς να την συγχωρέσεις. Μια τυφλή πέτρα χωρίς δολοφονικά ένστικτα παρασύρει ότι βρεθεί μπροστά της. Σε σχέση με άλλους, είναι ένας αγαθός φονιάς. Τρυφερός θα έλεγες, τηρουμένων των αναλογιών.

Δευτέρα 4 Μαρτίου 2013

Τραμπάλα




Να ξαναχτίσω γκρεμισμένες λέξεις;
Ν’ ανασκευάσω μεσαιωνικές απόψεις;
Να στείλω στο διάολο το αρνητικό οικογενειακό ισοζύγιο; (Τα excel, τα κομπιουτεράκια, τα χαρτιά, τα μολύβια -όλα το ίδιο λένε.)
Να γυρίσω την πλάτη στην εμετική όψη των προστατών;
Να σταματήσω να τρέμω μπρος στους φραγμένους  δρόμους των παιδιών; Την μοναξιά τους μακρυά μου;
Να μην λυπάμαι πια τα μωρά;
Να μην σκέφτομαι τι θ’ απογίνουν οι φοβισμένοι γέροι; (Πιστεύουν οι καημένοι το θάνατο και την τρέλα για χειρότερό τους.)

ή
Να φτιάξω τις δικές μου λέξεις;
Να χτίσω ένα καινούριο όραμα; Το δικό μου όραμα.
Να βουτήξω στο ξινό βλέμμα του συναδέρφου, του γείτονα; Να λυτρωθώ στο κρυμμένο βάθος, στους φόβους, στο νιάξιμό του. Στην ανάγκη να εφεύρω, να ονειρευτώ ανθρώπους με βάθος που νιάζονται.
Να παρασυρθώ απ' την ελαφρότητα των παιδιών, τη φρέσκια τους ματιά;
Να στήσω αυτί στις ιστορίες των γιαγιάδων; Να μάθω απ' τις παλιές κακοτοπιές τους;  Ν' αφήσω τα φαφούτικα χαμόγελα να με φωτίσουν;
Να σωθώ στις σφιχτές αγκαλιές των φίλων;
Να φωλιάσω σ’ εσένα που κάθε βράδυ  ζεσταίνεις τη γωνιά μου;

Βαριά με καρφώνουν στη γη τα πρώτα. Τινάζονται πανάλαφρα τα δεύτερα.
Να διαλέξω μεριά στην τραμπάλα.
Να διαλέξω πλευρά.

Update: Η Πολυάννα πρότεινε αυτό:

Δεν χρειάζεται να διαλέξετε :)

Κυριακή 3 Φεβρουαρίου 2013

Άνθρωπος στη θάλασσα


«Ενημερώνουμε το επιβατικό κοινό, ότι η κυκλοφορία των συρμών έχει προσωρινά διακοπεί μεταξύ Ταύρου και Ομόνοιας λόγω εισόδου ατόμου στις γραμμές.»

Ώστε γι αυτό έχει τόσο κόσμο στην αποβάθρα, Παρασκευή βράδυ. Δεν είναι που ξεπεράσαμε τα δύσκολα κι άρχισαν πάλι οι Έλληνες να βγαίνουν. Το τραίνο έρχεται αλλά θα μας πάει μόνο ως την Ομόνοια. Κοιταζόμαστε όλοι μ’ ανησυχία. Ένας άνθρωπος στις γραμμές του τραίνου; Αν και στην ανακοίνωση μίλησαν για άτομο. Ναι, δεν μ’ αρέσει ν’ αποκαλούν τους ανθρώπους άτομα. Δεν είμαστε άτμητοι. Δεν είμαστε σε καμιά περίπτωση η ελάχιστη μονάδα συμπαγούς ύλης. Ειδικά όταν φτάνουμε να εισερχόμαστε στις γραμμές   του τραίνου, μπορούμε να γίνουμε χίλια κομμάτια. Μπορεί να ήμαστε χίλια κομμάτια πριν καν πατήσουμε στα ηλεκτροφόρα σίδερα. Αν ήμαστε σε καράβι, θα λέγαμε «άνθρωπος στη θάλασσα», όχι άτομο στη θάλασσα.

Οι συνεπιβάτες μου είναι τρομαγμένοι. Σκέφτονται πως  άλλος ένας από μας διαμελίστηκε απ’ το τραίνο που ξεπρόβαλε στην άκρη του τούνελ, αντί για το φως που αναμέναμε. Κι αν δεν ήταν ένας από εμάς; Ένας από μας τους ταπεινωμένους, τους ευρισκόμενους στη μέση της κλίμακας της εξαθλίωσης; Κι αν ήταν ένας απ’ τους άλλους, σκέφτομαι. Ένας άνθρωπος –όχι, όχι άτομο- που την είχε ήδη κατέβει την σκάλα κι επειδή εμείς στεκόμαστε λίγο παραπάνω, τον βλέπουμε σαν άλλο είδος και σε καμιά περίπτωση σαν το αυριανό μας εγώ. Αν ήταν το φάντασμα των μελλοντικών μας Χριστουγέννων;

Γρήγορα τα βλέμματα αλλάζουν. Απ’ την ανησυχία για την ιστορία και την τύχη του πιθανού αυτόχειρα γυρνάνε στην ανησυχία για τη χάραξη νέας διαδρομής. Σχέδια ανταλλάσσονται. Θα κατέβουμε Ομόνοια, θα πάρουμε το λεωφορείο –όχι το μετρό!- Όχι, θα κατέβουμε Αττική. Πρέπει να περάσουμε το τμήμα της διαδρομής Ομόνοια-Ταύρος. Πρέπει να περάσουμε το τμήμα της διαδρομής του ατυχήματος. Το ατύχημα το έχουμε προσπεράσει ήδη. Ήταν περαστικό το φάντασμα. Θα το σκεφτούμε ίσως αργότερα, που δεν θα είναι βράδυ Παρασκευής. Ίσως όμως και όχι. Ίσως να μη ξεχάσαμε τόσο γρήγορα το  «άτομο», γιατί προσέχουμε ο ένας τις αντιδράσεις του άλλου. Ή έτσι μου φαίνεται. Κοιταζόμαστε , νομίζω, λίγο στα μάτια. Μια κοπέλα ανακαλύπτει μια ηλικιωμένη κυρία και της προσφέρει τη θέση της. Συνάδερφοι που μόλις σχόλασαν και ταξίδευαν σιωπηλά στο σπίτι, πιάνουν κουβέντα. Χαμογελούν. Είναι Παρασκευή βράδυ κι εγώ σκέφτομαι πως θα κοιτάξω αργότερα στις ειδήσεις. Τώρα πάω να συναντήσω τους φίλους μου. Τα φυλαχτά μου απ’ τα τραίνα.

Δευτέρα 24 Σεπτεμβρίου 2012

Με αφορμή το θάνατο

Γιατί όταν κάποιος πεθαίνει, λέμε έφυγε, πέταξε, κοιμήθηκε; Λες και περιμένουμε να γυρίσει, να προσγειωθεί, να ξυπνήσει; Δεν θέλουμε να παραδεχτούμε τον αποχωρισμό. Δεν αντέχουν τα χείλη να σχηματίσουν τη λέξη. Τους αγαπημένους τους θέλουμε εδώ. Αν οι ψυχές φορούσαν πέπλα, θα τα είχαμε κουρελιάσει απ' το γάντζωμα.
Το σκεφτόμουν με αφορμή δυο πρόσφατες απώλειες. Και δεν σχηματιζόταν το άτιμο το ρήμα. Το οριστικό, που δεν παίρνει από λόγια, από παρακάλια, από ευχές, από προετοιμασία.
Πέθανε.
Και είναι πάντα ξαφνικό. Κι είμαστε μονίμως απροετοίμαστοι. Όσο και να χαζολογούμε, όσο και να φιλοσοφούμε, ο θάνατος μας τρακάρει μετωπικά και χωρίς ζώνη ασφαλείας. Θάνατος, ο απογυμνωτής (υπάρχει τέτοια λέξη;). Δεν σου αφήνει τίποτα. Ίσως μόνο την αγάπη. Ίσως τη μόνη μας άμυνα.
Τουλάχιστον ο Αποστόλης αγάπησε τη Μαρία. Φαντάσου όμως, πόσο αγάπησε η Μαρία τον Αποστόλη. Φαντάσου εκεί άμυνα.

Πέμπτη 12 Ιουλίου 2012

Εσύ κι ο γρύλος

Στο κέντρο ενός τεράστιου κτιρίου με περιφερειακές αίθουσες ευάερες κι ευήλιες, βρίσκεται ο χώρος  όπου ανάμεσα σε άλλα, φιλοξενεί –ας πούμε- το γραφείο μου. Εμείς οι μεσαίοι δεν έχουμε παράθυρα. Δεν βλέπουμε αν συννεφιάζει ή αν βρέχει. Αν πήρε φωτιά του διπλανού βουνού η ράχη, αν έρχεται τσουνάμι ή αν ξεκίνησε η επανάσταση. Για την κατάσταση του καιρού και  του κόσμου, παίρνουμε  μια ιδέα όταν σχολάμε.
Όμως, εμάς τους μονόχνοτους του μεσαίου χώρου διάλεξε ο γρύλος.  Κάτω από τη πολυκαιρισμένη μας αρχειοθήκη επέλεξε να κρυφτεί.

Και κάπου μεταξύ των φθοριζόντων συνθετικών μας ήλιων και του αρρωστημένου φωτός των  οθονών, του συνεχούς βόμβου των  υπολογιστών και των κλιματιστικών, ξέσπασε ένα:

Κυριακή 3 Ιουνίου 2012

Σπατάλες δημόσιες και ιδιωτικές

Στην αρχή της πεζοπορικής διαδρομής, το τελευταίο σπίτι πριν το δάσος έχει πισίνα. Μες την ησυχία του πρωινού το σύστημα αυτοκαθαρισμού γουργουρίζει σαν ευτυχισμένη γάτα. Πίσω απ’ τα κάγκελα το νερό αστράφτει. Ούτε ένα σκουπιδάκι δεν  μολύνει  την επιφάνεια. Δύο πολυτελείς ξαπλώστρες λιάζονται αδειανές. Είναι η δέκατη φορά που κάνουμε αυτή τη βόλτα κι ούτε μία φορά –ούτε μία-δεν έχουμε δει άνθρωπο ν’ απολαμβάνει το κολύμπι εδώ. Προσπερνάμε τον περιφραγμένο κήπο κι ακολουθούμε το μονοπάτι.


Αστειευόμαστε για τις νεράιδες και τους παραμυθάδες που ονειρεύτηκαν αυτόν το δρόμο, αλλά το ξέρουμε ότι μπορεί και να μην πρόκειται για πλάκα.


Παρασκευή 2 Μαρτίου 2012

Η ζωή είναι κόκκινη

Έχουν  πει πάρα πολλά για του λόγου της. Πως είναι μικρή, πως είναι μεγάλη, πως είναι ωραία, αλλά τα 'χει με άλλον, πως είναι αλλού, πως είναι άδικη, πως είναι αγρίως απίθανη. Συμφωνώ με όλους. Επίσης, διαφωνώ σε όλα. Εξαρτάται απ΄ το πώς θα με βρει η στιγμή. Και σε τι κέφια θα είναι κι εκείνη. Δηλαδή η αφεντιά της, η ζωή. Κοιτάζοντας τις φωτογραφίες του Λεωνίδα, θα έλεγα:

Η ζωή είναι κόκκινη. Ναι, είναι σίγουρα κόκκινη.

Τετάρτη 9 Νοεμβρίου 2011

Λέω να ονειρευτώ.

Λέω να ονειρευτώ.
Μια χώρα που δεν βάζει την αξιοπρέπειά της πάνω από ένα κομμάτι μετάλλου χρησιμοποιούμενου ως μέσο συναλλαγής.
Ανθρώπους να βαδίζουν στο δρόμο με πλάτες ίσιες και βλέμμα καθαρό.
Μυαλά που δημιουργούν και δεν μηχανορραφούν ούτε ξοδεύονται να εφευρίσκουν νέους τρόπους ξεγλιστρήματος κι εξαιρέσεων.  
Πολίτες που συμμετέχουν στη διακυβέρνηση της χώρας και δεν εκχωρούν σε διεθνώς αναγνωρισμένους απατεώνες το δικαίωμα της εκπροσώπησης.
Δασκάλους ν’ απολαμβάνουν τη δουλειά τους και μαθητές να τους αγαπούν.
Γιατρούς να κόβονται για τους ασθενείς τους σαν να ‘ταν δικοί τους άνθρωποι.
Παιδιά, που δεν λυπάμαι, όταν σκέφτομαι το μέλλον τους.
Έναν τόπο όπου η φτώχεια δεν σε καταδικάζει σε θάνατο κι εξευτελισμό  κι η ευμάρεια δεν  γίνεται αιτία φθόνου και αμφισβήτησης.
Φίλους που αφήνονται σ’ ατέρμονες συζητήσεις και δεν αγωνιούν ν’ αποφύγουν ακάνθινα θέματα.
Κατοίκους να σέβονται και ν’ αγαπούν τη χώρα τους και ποτέ μα ποτέ δεν επισείουν τη λέξη πατρίδα ως απειλή σοβαρών αποφάσεων.
Επιλογές που σπρώχνονται από πάθη κι επιθυμίες κι όχι φτωχές ανάγκες.
Ταξίδια που τα λαχταράς και δεν σε στέλνουν σ’ ανεπιθύμητους τόπους όπου κι εσύ οχληρός είσαι.
Να είναι η νομιμότητα αυτονόητη κι όχι πρόκληση για παρακάμψεις.
Διλήμματα με δυνατότητα πολλαπλών απαντήσεων.
Τα όνειρα είναι δωρεάν. Επίσης, είναι το πρώτο βήμα της δημιουργίας.

Σάββατο 22 Οκτωβρίου 2011

Μαζεύοντας τα καλοκαιρινά

Λατρεύω το καλοκαίρι. Είμαι επιρρεπής στο λιώσιμο της ζέστης αλλά και κάθε άλλου λόγου.  Γι αυτό, το ετήσιο μάζεμα των καλοκαιρινών, μου φαίνεται θλιβερή διαδικασία. Φέτος όμως, αυτή η θλίψη, όχι μόνο με ξεπερνάει μα μου ρίχνει μερικούς γύρους παραπάνω και γυρνώντας το ξινισμένο της κεφάλι, βγάζει μια γλώσσα να. Τώρα που την καλοκοιτάζω, μοιάζει λίγο στη Διαμαντοπούλου.
Αγκαλιάζω κάθε ρούχο, χώνω το πρόσωπο στις μπλούζες, κλείνω τα μάτια και βλέπω θαλασσινές σταγόνες να λιάζονται, μυρίζω θυμάρι σκαρφαλωμένο στις απόκρημνες πλαγιές. Στους γκρεμούς που περικυκλώνουν τις ομορφότερες παραλίες. Είπα περικυκλώνουν και σκέφτηκα περιφρουρούν. Σε κυκλώνω για να σε πνίξω ή σ’ αγκαλιάζω να σε προστατεύσω; Στις αγάπες δύσκολα τα ξεχωρίζεις αυτά και το μπλέξιμο τραβάει ως τις λέξεις. Τι να σου πουν κι αυτές οι έρμες. Τις ξαμολάμε έτσι, τις λέμε αλλιώς, στο τέλος ξεχνούν κι οι ίδιες τι σημαίνουν. Μόνο οι λέξεις οι δεμένες στα κατάρτια των αισθήσεων ελπίζουν στη σωτηρία:

Πέμπτη 13 Οκτωβρίου 2011

Βόλτα στην πόλη

Αυτή την πόλη δεν τη θυμάμαι ποτέ όμορφη. Το ότι μεγάλωσα στον Άγιο Παντελεήμονα -όπου πάντα μαζεύονταν οι κόμποι της αθηναϊκής κόμης- θα πρέπει να έπαιξε κάποιο ρόλο. Όταν μεγαλώσεις στην ασχήμια, την ασχήμια την κουβαλάς στα αισθητήρια. Την υποψιάζεσαι και την οσφραίνεσαι παντού. Αναγνωρίζεις τη μυρωδιά της και ντρέπεσαι γιατί σ’ αναγνωρίζει κι αυτή. Απ’ την άλλη, πάντα λαχταράς την ομορφιά που είναι το άλλο, το αντίθετο, το φάρμακο στο φαρμάκι. Τα δέντρα, τη φύση, την απουσία πλήθους, τους γελαστούς ανθρώπους, τα σπίτια τα χαμένα στις σκιές των δέντρων -όχι των κεραιών.