Τετάρτη, 20 Σεπτεμβρίου 2017

Η συκιά


*
από το μπότη στο ροΐ κι απ' τση συκιάς το γάλα
[παροιμία από την Ηλεία, προκειμένου περί απίθανου]

η συκιά έστεκε εκεί στην άκρια του λόφου, αρχέγονη κι απροσποίητη, εκατό χρόνια της χάρισαν την πρώτη φορά, ξεγελώντας την, μπας και τους αντέξει, χειμώνες, στο αγιάζι με τα κλαδιά της παρακλητικά, άνοιξες, περιμένοντας τους ορνιούς να την γονιμοποιήσουν, καλοκαίρια, φορτωμένη και συλημένη, φθινόπωρα, με τα φύλλα της να την εγκαταλείπουν και να ροβολούν, κι αυτή να κρατάει στο διηνεκές· είναι πια γριά, πάνω από δέκα χιλιάδες χρόνια, από την εποχή που τραγούδαγαν τα παραμύθια κι έψελναν την αντρειοσύνη,

ανθρώπινα ισοδύναμα της έχουν δώσει, αλλά αυτή δεν το γνωρίζει, ξέρει μόνο από ήλιο κι αέρα, από νερό και χώμα κι από ιερό χορτάρι· στο σώμα της ακούμπησαν πολεμιστές και γεωργοί, κλέφτες κι αρματολοί, αντάρτες και βοσκοί, στα κλαδιά της κρεμάστηκαν καριοφίλια και τσαμπούνες, σχοινιά και μάλλινες πλεξούδες, τα φύλλα της μια φορά τα’κοψε η γριά να φτιάξει πομάδα για τις κρατσοελιές, το γάλα των καρπών της το ζούληξε η νια να βράσει μυστικό μαντζούνι για το σπέρμα του άντρα της, τους καρπούς της τους χάρισε σε περαστικούς και καβαλάρηδες, σε κορίτσια εύμορφα κι άχαρους ζητιάνους, και στα παιδιά που σκαρφάλωναν στον ουρανό για να μετρήσουν τ’άστρα,

είδε κι απόειδε απ’ του καιρού τα γυρίσματα, από τις μέρες και τις νύχτες που ερχόντουσαν κι έφευγαν χωρίς να αλλάζουν, από τις ατελεύτητες λεηλασίες του κορμιού της και τα παιδιά της τα συμβούλεψε να κρύβουν τα άνθη τους, την καρδιά τους να φυλάνε σαν τα άνθη της ψυχής τους, μήπως και γλυτώσουν· κι η αλήθεια είναι ότι έφτιαχνε όμορφα παιδιά, γαλαζοπράσινα σφαιρικά και λεία, όπου την έτρεφε ο ήλιος, αψιά και μυρωδάτα, όπου την πότιζε η βροχή, με σάρκες ρόδινες και μωβ, με επίγευση μέλι και κεχριμπάρι, αλλά παιδιά παράκουα, ούτε τη μάνα τους δεν άκουγαν, ούτε τη μοίρα τους την άτυχη τη γνώριζαν· κάποια θαρραλέα πρωτοκλασάτα ξεπρόβαλαν πρώτα-πρώτα στους επίδοξους τροφοσυλλέκτες, που εύκολα τα’βρισκαν και τα ξερίζωναν, τα άλλα, ντροπαλά που κρύβονταν πίσω από τα φύλλα, θα ‘μεναν πίσω με τη μάνα τους, να μαραζώσουν πάνω στο δέντρο, και στο τέλος θα πήγαιναν άκλαφτα στο χώμα, να τα συνθλίψει κάποιος περαστικός – μην τάχα είναι κάποιος ήρωας, άλλα έτοιμα από καιρό, περίμεναν το ξένο το χέρι να καθορίσει την πορεία τους, κάποια μπαγάσικα έκαναν πως είναι τάχα ώριμα, ενώ κατά βάθος ήταν σκληρά κι άκαρδα και ξίνιζαν όποιον τα’τρωγε, ενώ τα μεγαλύτερα, άγουροι επαναστάτες, θύμωναν κι έκαιγαν με το γάλα τους όποιον τ'άγγιζε,

τα πολλά τα΄κοψαν μια μέρα καλοκαίρι, τα φόρτωσαν και τα’πιασαν σφιχτά, με αλυσίδες σχοίνινες, τα‘μάσαν σε τσαπέλες και τα πήγαν κάτω στο παζάρι να τα πουλήσουν, οι άνθρωποι τα περίμεναν με προσμονή, τα τρυφερά και τα ντελικάτα που έλιωναν στο χέρι τους κι έγλειφαν τα δάχτυλά τους, τα σαρκερά χοντρόφλουδα που τα καθάριζαν αργά-αργά, και τα άλλα τα βασιλικά που τα γεύονταν δαγκώνοντάς τα απαλά, κι αυτά από τη Ρόδο, τα «γλυκά σαν τα όνειρα» που έλεγε κι ο Έρμιππος, μια ουράνια γευσιγνωσία, έλεγαν, και τα συνόδευαν με το ρακί και τα χλωρά τα μύγδαλα,

όταν τα’φάγαν τα παιδιά της, ένιωσε τον πόνο τους αναστέναξε και ζάρωσε· η ζωή κρύφτηκε μες στη ντροπή κι ο πόθος χάθηκε· ένιωσε πως το τέλος της πλησιάζει και ξοδεμένη σιώπησε περιμένοντας το χινόπωρο· τα τρίλοβα τα φύλλα έπεσαν κάτω κι έφτιαξαν χαλί δίχρωμο να προφυλάξουν τις ρίζες της από τον κακό καιρό που ο χαραδριός προμήνυσε,

όταν έφτασε ο χειμώνας, έκοψαν ένα γυμνό κλαδί της, φύτεψαν το ξερόκλαδο στο τέρμα του χωραφιού κι η ζωή ξανάρχιζε...










*Φρέσκα σύκα σε μπλε, λάδι σε επιφάνεια από πλαστικό, 22,85x22,85 εκ. Halima Washington-Dixon

Κυριακή, 3 Σεπτεμβρίου 2017

απολογισμοί και ριστάρτ

η πανσέληνος του Αυγούστου με βρήκε στην Αθήνα, ήξερα ότι αυτό δεν είναι καλό σημάδι για τις διακοπές, αλλά δεν ανησύχησα - εξαρχής,

25 μπάνια - λίγα και με προσοχή, 4 παγωτά - λίγα και με γάλα ντόπιο, απλά πράγματα φέτος, φρόντισα τα ζωντανά και τ’άψυχα - τα δεύτερα για να με κρατήσουν να τα καταφέρω με τα πρώτα,

κολύμπησα κοντά στην ακτή, με μάσκα πάντα, απέφυγα τις τσούχτρες-πλην μιας-δυο, των τελευταίων ημερών όταν παραμένεις μέσα στο νερό λιγάκι παραπάνω μπας και το χορτάσεις, ιδρύθηκε δίκτυο πληροφοριών κι εκπέμπαμε δελτίο τσούχτρας καθημερινά, μέγιστη η ανθρώπινη αλληλεγγύη μπροστά στα μπάνια του λαού,

γνώρισα όμως πολλά ψαράκια, του βυθού και του αφρού, σαρώνοντας τη θάλασσα, με μια μάσκα βίντατζ, χάρισμα, από τότε που πηγαίναμε Πάτμο, της χαμένης - πια – φίλης Λ.,
κι από μακριά, μιας κι ο καιρός δεν ευόδωσε κι οι συγκυρίες δεν έστερξαν, απόλαυσα - κατ’επανάληψη και καθ’έξη - τον κόσμο του βυθού όπως υπέροχα τον αποκαλύπτει ο Λεωνίδας, 

στενοχωρήθηκα που φερόμαστε στη θάλασσα και στη ζωή της τόσο ασυνείδητα και βέβηλα και βάναυσα και..., και όχι ρε φίλε, η γόπα δεν λιώνει στη θάλασσα, ούτε την τρώνε τα ψάρια, μύθοι των ηττημένων που έμειναν στα χωριά είναι αυτοί,


έμαθα τα ονόματα των παλιών ιστιοφόρων, αυτών που χτίζονταν με κόπο και μεράκι στα καρνάγια της θαλασσοπολιτείας, κι αυτών που όργωναν τις θάλασσες και τους ωκεανούς, σπέρνοντας καημούς και λαχτάρες, κουβαλώντας σμύρνα, λιβάνι και χρυσό, στο τέλος κατόρθωσα να τα ξεχωρίζω, σκούνα, μπάρκο, γολέτα, λόβερ...τα επαναλάμβανα κάθε βράδυ αντί να μετράω τ'αστέρια,


περιπλανήθηκα τα πρωινά μέσα στις βουκαμβίλιες και στα καλντρίμια, χάθηκα τα βράδια μέσα στις καλές μουσικές, ξενύχτισσες κι αυτές,


κεραστήκαμε βασιλικές ρακές και ψάρια, φίλοι γύρω από ένα μεγάλο τραπέζι κάποιο δειλινό στην παιδική ακρογιαλιά, ανεκτίμητο Τάκη μου, κι ας τους να λένε για τα μεγαλύτερα ψέματα που λέγονται μετά το ψάρεμα, εκείνο το βράδυ ήμασταν η ζωντανή απόδειξη του αντίθετου,
είμαι έτοιμη πια, φόρεσα και τη ζακετούλα












(οι υποβρύχιες φωτό είναι μερικές μόνο από τις φωτογραφίες που έβγαλε φέτος στο βυθό της Τήνου ο Λεωνίδας)

Τετάρτη, 28 Ιουνίου 2017

Λισαβονίτσα

‘Ει ψιτ!
Γεια σου μπλογκάκι. Κοιμόσουν;
Σε ξέχασα. Ξέχασα και πώς γράφουν. Αν δηλαδή, ήξερα ποτέ. Αλλά να, τώρα είπα να σου διηγηθώ ένα παραμύθι. Όχι ακριβώς παραμύθι. Θα σου διηγηθώ ένα ταξίδι.

Που λες, φτάσαμε νύχτα στη Λισαβόνα. 
Με το που βρίσκομαι σε νέο τόπο, πριν ακόμα τον κοιτάξω, τον μυρίζω. Έχω διδαχτεί απ’ το γατί μας μάλλον. Το βλέμμα χρειάζεται πολλές επισκέψεις. Θέλει εμβάθυνση, υπαναχωρεί, κοιτάζει ξανά και ξανά κι αλλάζει γνώμες. Μια πείθεται, μια αμφιβάλλει. Η μύτη εξαργυρώνει επί τη εμφανίσει. Η Λισαβόνα μυρίζει θάλασσα, βερίκοκα, καλοκαίρι, ε και μια σταλιά σκουπίδια. Γιατί έχει ζέστη. Πολλή ζέστη. Μυρίζει ταξίδι.
"Ώπα!", είπα. Ταξίδεψα 3 χιλ χιλιόμετρα και βρέθηκα στο σπίτι και στο νησί; Επειδή μάλλον τ΄ αγαπάω το συγκεκριμένο σπίτι και για το νησί ας μην μιλήσω τώρα, αγάπησα την πόλη. Κεραυνοβόλα.
Μας το ‘παν κι ο ξενοδόχος κι ο οδηγός του τουκ-τουκ, το επόμενο πρωί: θα τη λατρέψετε τη Λισαβόνα.
Προφανώς, όλοι το ίδιο παθαίνουν.

 Το πρωί ξεκινήσαμε περπάτημα. Ανελέητο. Πήραν φωτιά τα χανζαπλαστ. Ο Λεωνίδας να φωτογραφίζει σιντριβάνια, αγάλματα, πλατείες, τραμ, γκράφιτις, κάθε τοίχο στολισμένο με ajulehos, που τα λέγαμε μεταξύ μας αντζουλίχος αλλά μάλλον προφέρονται αζουλέζου κι εγώ ν’ αναφωνώ κάθε τόσο: μα τι ωραία! Τι ωραία!





Ευλογία η χαζοχαρμοσύνη κι οτιδήποτε στην προκαλεί.

Πέμπτη, 30 Μαρτίου 2017

ψάχνοντας το κέντρο μία νύχτα χωρίς πανσέληνο



τέχνη είναι το Ζεν που πάγωσε σε μια στιγμή

έξω η πόλη ξερνούσε γκράφιτι και γύρη, κανείς δεν την έψαχνε παραπάνω, πλην όμως εμείς…μέσα σε ένα Ρενώ του ’93 ψάχνοντας το κέντρο της γευόμαστε την ποίησή της· ακούμε μουσικές που ντύνουν τα ποιήματα και μετράμε θεωρήματα, αυτά που δεν χρειάζονται υποθέσεις, που δεν παράγουν συμπεράσματα, αυτά που εμπειρικά αυτοεπιβεβαιώνονται μέσα από το συγκινησιακό υπόβαθρό μας. Μετακινούμαστε διαρκώς, έξω σκοτεινιάζει, κοιτάμε τον κόσμο πίσω από το διάφανο τζάμι, ταυτόχρονα να παραμένουμε κρυμμένοι από αυτόν, το υπέρτατο καταφύγιο του stalker. Αλεξάνδρας, Ιουλιανού, Κωνσταντινουπόλεως, Παγγαίου, Ιπποθοντιδών, Ελεούσης, Γιανούλη Χαλεπά, Κωνσταντινουπόλεως, Φιλοπάππου, παράδρομος Συγγρού. Κατηφορίζουμε κι ανηφορίζουμε με τα συναισθήματα σε μια επαναλαμβανόμενη άμπωτη και πλημμυρίδα· το αυτοκίνητο είναι το πέπλο πίσω από το οποίο η οικεία-ανοίκεια εδώ και καιρό-πόλη μάς χαρίζεται· μας δίνεται με συγκεχυμένες εικόνες και λειψή φαντασμαγορία· μας κάνει νόημα σαν αξεδίψαστο κι ανεξερεύνητο τοπίο, μας απογοητεύει ως ένας βάλτος χαμένων ευκαιριών. Ο ποιητής, σε παραγωγική απόγνωση είναι ο μύστης μας στη μαγική κοινωνία των ονείρων μας ζωγραφισμένων σε καμβά google map. Εμείς, οι θεατές, σε αμήχανη ανάταση είμαστε ο πρίγκιπας που χαίρεται την ανώνυμη περιήγησή του απολαμβάνοντας το πλεονέκτημα ενός grand flâneur. Εγώ, ο φωτογράφος, μια ένοπλη έκδοση του μοναχικού περιπατητή που ψαρεύει στην αστική κόλαση, είμαι ένας ηδονοβλεψίας με ρόδες που επανανακαλύπτει την πόλη του ως ένα τοπίο αισθησιακών άκρων. Η μόνη αυτοδέσμευση να είμαστε ανοιχτοί στο απρόοπτο, στο ατελές, στο διαμορφούμενο. Κι ίσως σε τελική ανάλυση η πηγή της ικανοποίησής μας να μην βρίσκεται στο εξαντλητικό βύζαγμα αυτού που έχουμε πεισθεί πως είναι αληθινό, αλλά η τέχνη του να αντέχουμε την αβεβαιότητα.
Βασική προϋπόθεση για να βρεις το κέντρο σου είναι να εντρυφήσεις στη δοκιμασία της σποράς, στο έδαφος ή στο μυαλό, στη συνέχεια θα αναγκαστείς να το ποτίσεις, να το ταΐσεις, να το περιποιηθείς, να το φροντίσεις· σε μια τέτοια διαδικασία σε βάζει η ποίηση του Σαμσών Ρακά, είμαστε ευγνώμονες και τον ευχαριστούμε γιαυτό…

   Έλα, πέρνα να σε σμιλέψω λίγο…

Παρασκευή, 10 Μαρτίου 2017

Επαναστάσεις



“The work of the eyes is done. Go now and do the heart-work on the images imprisoned within you.”
Rainer Maria Rilke

Πάνω από το γραφείο του είχε κολλημένο ένα αυτοκόλλητο, 30 επί 18 εκατοστά, η τζιχάντ κρέμεται πάνω από αυτούς που θέλουν τη ζωή να ακολουθεί κανόνες.  Η λέξη ‘τζιχάντ’ του φαινόταν υπερβολικά αυστηρή, αλλά απέτρεπε τους εισβολείς στο δωμάτιό του και προπάντων τα εκνευριστικά σχόλια των μεγάλων. Τη λέξη ‘ζωή’ δεν την είχε σκεφτεί και πολύ, ίσα που την ένιωθε κάπου-κάπου. Τους ‘κανόνες’ πάλι, τους ήξερε καλά από το σχολείο, από μικρός μάθαινε γιαυτούς στο σπίτι, είχε βαρεθεί να τους ακούει, προπάντων όταν δεν καταλάβαινε το νόημα, λες κι οι άλλοι, οι μεγάλοι, που τους εφάρμοζαν διασκέδαζαν περισσότερο.
Όσο μεγάλωνε ένιωθε όλο και περισσότερο σαν πειρατής που πλιατσικολογούσε τη μέρα. Είχε στήσει ένα δίκτυο πνευματικής τροφοδοσίας κι ανταλλαγής πληροφοριών με τους φίλους του, και προσποιούνταν πως ζούσαν σε παράνομες κοινωνίες. Μυστήριο και μαγεία κάλυπταν τη φαντασιακή ζωή τους. Είχε σχεδιάσει την καβάντζα του προσεκτικά. Ξαπλωμένος μονάχος του τα βράδια έστηνε τους δικούς του κόσμους ξεδιπλώνοντάς τους στο επέκεινα. Η διάρκεια, ο χρόνος δεν είχε πολλή σημασία, αρκεί να μη χτυπούσε το ξυπνητήρι. Στα δικά του σύμπαντα δεν υπήρχαν κυρίαρχες ιδεολογίες και άτεγκτοι εξουσιαστές· οι κακοί πειρατές αγωνίζονταν κι αυτοί για να επιβιώσουν κι όχι για να επικρατήσουν· οι μικρές εκτός νόμου κοινωνίες κατοικούσαν αχαρτογράφητα νησιά, απολαμβάνοντας μια ζωή σύντομη αλλά ευτυχισμένη. Εκεί, ο ίδιος κι οι εκτός νόμου φίλοι του ζούσαν σε remote πύργους αφοσιωμένοι στην αναμετάδοση της κρίσιμης πληροφορίας και στην εξάπλωση της γνώσης· όμνυαν σε συλλογικές αποφάσεις και επιδίδονταν σε πράξεις που διάβρωναν το σύστημα· βρίσκονταν σε συνεχή πόλεμο με όλες τις κυβερνήσεις και εξέδιδαν μανιφέστα γιαυτούς που δεν υπήρξαν ποτέ. Ουτοπίες. Παιχνίδια στρατηγικής και φαντασίας, που εύκολα έσβησαν μέσα στους σπασμούς του κοινωνικού αυταρχισμού. Μεγάλωσε με τη μούρη του μέσα στην τεχνολογία, ξεδιψώντας με σταγόνες ευτυχίας, συγκεκριμένης διάρκειας κι ευτελούς σημασίας. Κάθε τόσο απογοητευόταν και δεν  ήξερε τι να κάνει για να (επανα)κατακτήσει τη χαρά της καθημερινότητάς του ή να καταπολεμήσει την ανία - βαριόταν συχνά. Οι λύσεις που του προσφέρονταν, ικανοποιήσεις μικρού βεληνεκούς κι οι πραγματικότητές τους έπαψαν να αποτελούν νησίδες ασφαλείας. Δεν υπήρχε λόγος πλέον να τις μοιραστεί. Κι όταν βρέθηκε αντιμέτωπος με τον κρατικό εφιάλτη στάθηκε ανήμπορος να αναζητήσει τα όπλα του. Οι ομάδες κρούσης του έφτασαν μέχρις ένα γήπεδο για 5Χ5. Ο μεσαίωνας δεν ήταν πλέον μια απόμακρη λέξη, καμιά φορά την άγγιζε στις ειδήσεις ή σε καμιά μαύρη ιστορία κόμικς, όταν του’πεφτε στα χέρια. Η τεχνολογία δεν έμεινε στα χέρια των χάκερς και τεχνοαυτόνομων, ο κρατισμός και τα κέντρα εξουσίας τούς πρόλαβαν, το αντι-δίκτυο δεν οργανώθηκε ποτέ.

Είσαι μόνο 16 ετών. Αδιαφορείς για το παρελθόν, σου έχουν στερήσει το μέλλον, δυσκολεύεσαι πια να ονειρευτείς ένα δικαιότερο μέλλον, ούτε έτυχες να νοσταλγήσεις ένα ευτυχέστερο παρελθόν. Επανεκκινείς τον εσωτερικό σου μηχανισμό, επαναπροσδιορίζεσαι στην προσπάθειά σου να συλλάβεις το raison d’être σου· για να αναλυθείς ή να συγκεντρωθείς· για να αναλωθείς ή να ξεφύγεις. Το ίδιο ζόρικα και αναπόφευκτα. Επαναστατείς για να επαναστατήσεις. Είσαι μόνο 16 ετών. Κι η μόνη σου λύση, να κρυφτείς, δεν παίζει πια. Ο μεγάλος αδερφός είναι ήδη εδώ.

Κι όταν ο έρωτας κατέφθασε, απρόσκλητος και μπουσουλώντας, όπως συνήθως, τον βρήκε ευάλωτο κι απροετοίμαστο. Σαν μαγικός μανδύας τον τύλιξε και τον εξαφάνισε από προσώπου γης και καφενείου. Τον έκανε να θέλει να ζήσει σε αυτόν τον κόσμο και όχι μέσα σε ένα δονκιχωτικό φαντασιοκόπημα. Να ξοδεύει τη ζωή του, ζώντας και όχι απλά επιβιώνοντας. Η ίδια του η ζωή είχε καταντήσει ουτοπική, με την έννοια που του επέβαλε η εντατικοποίησή της. Αποχαυνωμένο τον ρουφούσε ολόκληρο, χωρίς να προλαβαίνει να του εξηγηθεί. Και τότε τα στρατηγικά σχέδια και οι παρανομίες έσβηναν ως εναλλακτική της μέρας, έμεναν στην άκρη, φάνταζαν παιδικά και φαιδρά.  Ζούσε την ψυχολογία του χωρίς να ξέρει ότι εντρυφούσε στην αρχαιότερη των πολεμικών τεχνών, σε αυτήν της εξαφάνισης. Η στιγμή δεν είχε ποτέ την ίδια βαρύτητα, κι όσο πιο ανάλαφρη γινόταν, τόσο παρέμενε αιωρούμενη με κίνδυνο να χαθεί στο παραμικρό φύσημα της πραγματικότητας· κι αυτός, μόνος του, δεν ήξερε πως να καταπιαστεί με τη μόνη επαναστατική δύναμη κατά του κατεστημένου, την ποιητική πράξη του ερωτισμού.

*φωτο από το Λονδίνο το 2012 όταν το επισκέφτηκε η Λ., φίλη που δεν είναι μαζί μας πια