Πέμπτη, 26 Οκτωβρίου 2017

Χριτς-χρατς


Είχα μια φίλη. Πια, δεν μιλάμε. Κολλητές στο σχολείο, στο Πανεπιστήμιο, απ΄ αυτές τις φιλίες που φτάνεις να μην συνεννογιέσαι με λόγια. Αφουγκράζεσαι την ψυχή του άλλου κι επιτρέπεις στο μυαλό να κυκλοφορεί διάφανο. Μαζεύτηκαν κάτι χρόνια, κάτι σκουπιδάκια, κάτι ασήμαντα πλάσματα απ΄αυτά που τρώνε στα σκοτάδια και θεριεύουν. Θόλωσαν οι διαφάνειες και χωρίς να ραγίσουμε γυαλιά, στραβωθήκαμε. Πού είσαι/είμαι; 
Χαθήκαμε.
Βρεθήκαμε ενδιαμέσως.
Προσπαθήσαμε. 
Κοιταχτήκαμε όπως περιεργάζεσαι παλιές φωτογραφίες. Θες γιατί σε κάποια αλλάξαμε ενώ δεν έπρεπε και σε άλλα μείναμε στα ίδια, ενώ θα έπρεπε να αλλάξουμε, θες γιατί τα έπρεπε στέκονταν τώρα σε διαφορετικά κέντρα, ήρθε μια αμηχανία χοντρή σαν θρησκόληπτη θεία και στρογγυλοκάθισε. 
Μας εκτόπισαν τα κωλομέρια της. Απομακρυνθήκαμε όπως οι συμπεθέρες σε συνοικέσιο. Κάναμε πως δεν τη βλέπαμε. Ξετύλιγε η θείτσα καραμελίτσες, χριτς-χρατς, τις πιπίλαγε σλουρπ-μπλουρπ, έφτασε να κάνει τόσο θόρυβο που τα λόγια μας δεν ακούγονταν πια. Είχαμε απωλέσει άλωστε την υπερδύναμη της ανάγνωσης των σκέψεων η μία της άλλης. Πάπαλα.


Χριτς-χρατς: Εσείς καλά; Πάντα καλά!
-          Κι ο Γ; (έκφραση πόνου. Τι θες και ρωτάς; Ας αλλάξουμε κουβέντα.)

Σιωπή και χριτς-χρατς.

Και δεν έφτασε που η θεία, η Αμηχανία είχε στρογγυλοκαθίσει μεταξύ μας, που έκανε φασαρία κι επιτηρούσε με περισκόπιο την κάθε ανάσα, μόνο πήγε και κατέλαβε την ψυχή της κολλητής. 
Κι άρχισε να καμαρώνει σε πρώτο πληθυντικό για την κόρη τη μονάκριβη, την πολυαγαπημένη, την είχες δώδεκα χρονώ κι ήλιος δε σου την είδε.

Σλουρπ: Πάμε πολύ καλά στο σχολείο. Η δικιά μου είναι άριστη! Δηλαδή, τι άριστη; Το άριστος είναι για τους συνηθισμένους.
Αυτό δεν ήταν καμάρι φιλενάδα. Τσουνάμι ήταν από πολυκαιρισμένες καραμελίτσες.

Μας πήραν από κάτω τ' απόνερα κι αρχίσαμε ν' ανταγωνιζόμαστε στις κοινοτοπίες. Μέχρι και την πολιτική κατάσταση σχολιάσαμε. Όχι ως πολίτες της χώρας, βέβαια. Λες κι ήμασταν ξένοι ανταποκριτές. Να φανταστείς, φτάσαμε να συμφωνούμε σε πολιτική κουβέντα. Τόση πλήξη.

Γέμισε ο αέρας ναφθαλίνη κι εμείς γίναμε σκώροι.

Νομίζω την/μας κοίταξα μ’ αυτό το βλέμμα που δεν ξέρω πώς δείχνει, αλλά μάλλον πιάσανε στασίδι οι γέροι του Μάπετ Σόου. Ή ένα κοπάδι ύαινες. Γελάνε και τρίζουν τα κόκαλα της παλιάς φιλίας.

Δώσαμε υποσχέσεις βέβαια. Να ξαναβρεθούμε! Τι ωραία που τα είπαμε! 
Και να τα θαυμαστικά και να τα βραχνά γελάκια ύαινας.

Βέβηλα πράγματα. 
Μετά, το βάλαμε στα πόδια. 

6 σχόλια:

  1. https://youtu.be/c9V6u8lJxM0
    Μεγάλο ποστ έγραψες σήμερα να ξέρεις :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Πονάνε αυτά. Πονάνε πολύ αλλά μετά το ξεκαθάρισμα έρχεται γαλήνη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Έτσι. Αρκεί να γίνεται αυτό το ξεκαθάρισμα εγκαίρως. Πριν την εγκαθίδρυση αγκυλώσεων.

      Διαγραφή
  3. Α πα πα! Να μην ξαναβρεθείτε!
    Χίλιες φορές καλύτερα με τη θεία Φεβρωνία, παρά με τη θεία Αμηχανία!
    Καλό μήνα Νέφοσις Α!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Χαχαχα! Έτσι Αρτίστα μου! Καλό μήνα και σε σένα!

      Διαγραφή