Πέμπτη, 23 Φεβρουαρίου 2017

και ζήσαν αυτοί καλά με ένα Oscar

Η χρονιά που πέρασε υπήρξε σε κάτι καλή. Κι αυτό το κάτι ήταν οι κινηματογραφικές παραγωγές. Αν συνόψιζα τις ταινίες που είδα, θα έλεγα πως χαρακτηρίζονται από την επιστροφή του γουέστερν στα καλύτερα του αλλά και από τη σφραγίδα δύο σχετικά νέων ηθοποιών που φέτος διεκδικούν βραβεία Όσκαρ πρώτου γυναικείου και ανδρικού ρόλου με συμμετοχές σε περισσότερες από μία προτεινόμενες ταινίες.

Στα εξαιρετικά γουέστερν συγκαταλέγονται τα: "Πάση θυσία", "νυκτόβια πλάσματα", τα αδίκως αγνοημένα από τις οσκαρικές υποψηφιότητες "Τσεκούρι από κόκαλο" και "μισητοί οκτώ", " αλλά και το ρουμάνικο "Άφεριμ" που δεν ξέρω γιατί δεν προτάθηκε για ξενόγλωσσο. 


Οι ηθοποιοί που κυριάρχησαν ήταν οι Άντριου Γκάρφιλντ, με πολύ καλές ερμηνείες στα "Hacksaw Ridge" και "Silence" και η Έιμι Άνταμς, πρωταγωνίστρια στα "Nocturnal Animals"  και στο "Arrival". 
Ο Γκάρφιλντ δεν είμαι σίγουρη ότι μου είναι συμπαθής. Για να ακριβολογήσω, δεν μου είναι αντιπαθής γιατί είναι τόσο καλός ηθοποιός, διαφορετικά θα τον κατέτασα στην κατηγορία Ματ Ντέιμον: το αντίστοιχο σε ηθοποιό του σουρσίματος κιμωλίας σε μαυροπίνακα. Ωστόσο, θεωρώ δικαιότερο, το α' ανδρικό να το πάρει ο ταλαντούχος (σε αντιδιαστολή με τον αδερφό του) Κέισι Άφλεκ.
Αντίθετα, η Έιμι Άνταμς δε είναι μόνο ταλαντούχα αλλά και αξιολάτρευτη. Φέτος, βέβαια, ερμηνευτικά, τρώει τη σκόνη δύο τεράτων: της Μέριλ Στριπ που δεν θα είχε αντίπαλο με τη Florence της, αν δεν υπήρχε η Ιζαμπέλ Υπέρ στο "Εκείνη".


Πέμπτη, 16 Φεβρουαρίου 2017

Κάθε πρωί

Όταν φεύγω για τη δουλειά κάνει βαθύ σκοτάδι. 

Με εξαίρεση το γατί που ανασηκώνει το κεφάλι από γατίσια ευπρέπεια, οι υπόλοιποι κοιμούνται κι αυτή είναι μια στιγμή που αγαπώ.

Τους κοιτώ έναν-έναν. 
Λέω πως το χέρι μου προεκτείνεται και τους χαϊδεύει τα κεφάλια. 
Κάθε πρωί.
Φαντάζομαι τα κορμιά τους να πλημμυρίζουν αγάπη και δικαιοσύνη. Μου φαίνονται ικανά όπλα να την παλέψουν και σήμερα.

Ξέρω πως υπάρχουν άνθρωποι που χλευάζουν αυτού του είδους τις σκέψεις. Αλλά πάλι τι σημασία έχει; Μπορεί να ήμουν κι εγώ έτσι μια φορά.

Όταν γίνεσαι γονιός εν μέρει ξαναγεννιέσαι μαζί με τα παιδιά σου. Εκείνα που κορόιδευες, τα κοιτάς με μάτια νεογέννητα. Οι νεογέννητοι δεν έχουν πεποιθήσεις. Μόνο περιέργεια. Δοκιμάζουν πράγματα. Ξανακοιτούν τους γονείς τους.

Ο πατέρας μου, κάθε που έβρεχε, αγωνιούσε να μάθει αν είχα βραχεί. «Γιατί μπαμπά; Δεν είμαι από ζάχαρη»,  του έλεγα γελώντας.
Δεν μου απάντησε παρά μια φορά: «Γιατί προσεύχομαι να μην βραχείς».


Η αλήθεια είναι πως δεν βρεχόμουν κι ακόμα και τώρα, πάνε δεκαέξι χρόνια που χει φύγει, η βροχή δεν με πετυχαίνει.

Τετάρτη, 8 Φεβρουαρίου 2017

ΠΑΤΕΡΣΟΝ*



Poetry is just the evidence of life **
Στον κόσμο του Πάτερσον οι μέρες περνάνε βασανιστικά ομοιόμορφα· ο Πάτερσον, o οδηγός του λεωφορείου νούμερο 23 της πόλης του Πάτερσον, επαναλαμβάνει την καθημερινότητά του, σταθερά και ντετερμινιστικά, ενώ η γυναίκα του, Λώρα – κατά σύμπτωση το όνομα της μούσας του Πετράρχη– ζει οριακά εσώκλειστη στο τυπικό αμερικάνικο σπίτι, μέσα σε ένα ονειρικό φαντασιοκόπημα, γεμάτη σχέδια, ιδέες κι εκπλήξεις, όχι πάντα βιώσιμες ή αποδεκτές. Όσο οι κόσμοι τους αντιτίθενται, τόσο οι εσωτερικές φωνές του Πάτερσον δυναμώνουν, και οι στίχοι του σαν τους καταρράκτες κυλούν πάνω στα μαλλιά της*** χτίζοντας ένα σύμπαν δεδομένο κι ασφυκτικά ασφαλές, που μόνο συνήθη και μικρά απρόοπτα της ζωής μπορούν να αναστατώσουν. Τότε ο χρόνος παύει να είναι γραμμικός και καμπυλώνει, κι ο πρωταγωνιστής σαν από θαύμα διασώζεται, επιλέγοντας πάντα την αρχή, το ξεκίνημα, και ποτέ το τέλος, αποφεύγοντας τις κακοτοπιές, και εντρυφώντας στην ποίηση που κάνει τη μονότονη ζωή του πιο υποφερτή. Κι όταν η ρουτίνα του Πάτερσον μπλέκει με την ευφάνταστη ζωή της Λώρα, σε ασπρόμαυρο φόντο πάντα, η σύγκρουση είναι γλυκιά σαν μέλι, κι η ποίηση, εικαστική ή γραπτή βγαίνει στο τέλος νικήτρια, επιβεβαιώνοντας πως το ποίημα έχει μυστική ζωή και ο ποιητής δεν ξέρει τίποτε γιαυτό.****
Στην πόλη του Πάτερσον, ο καθένας κυκλοφορεί με τον δίδυμο εαυτό του, ζει και κινείται σε λούπες, που η κάμερα τονίζει, επαναλαμβάνει συζητήσεις και λέξεις, συμφωνεί ή διαφωνεί με το alter ego του, "would you rather be a fish?" Στο προβλέψιμο μικροσύμπαν του Πάτερσον το συναίσθημα ανακατώνεται κι ο θεατής ανασύρει, αναγνωρίζοντας θριαμβευτικά, κάποιο ψήγμα της προσωπικότητάς του.
Στον κόσμο του Πάτερσον η βία, που ελλοχεύει μόνο στο μυαλό του θεατή, και όλων όσων είναι συνηθισμένοι σε αυτήν και στις εικόνες της, αυτοαναιρείται, το μόνο κακό που συμβαίνει είναι μια αναποδιά, η καταστροφή του μυστικού βιβλίου της ποίησης, από τον Μάρβιν, το σκύλο, που αντιδρά – μόνος αυτός – στην επανάληψη της καθημερινότητάς του, μικρό το κακό όμως αφού στον κόσμο του Πάτερσον υπάρχει ο από μηχανής θεός, ο Ιάπωνας ποιητής, για να επαναφέρει τα πράγματα στην πρότερή τους –σχεδόν – κατάσταση, ένα  παράθυρο ανοίγει εκεί που μια πόρτα κλείνει.
Στον κόσμο του Jarmusch σε μια ισοπεδωτική μεταμοντέρνα κοινωνία, όπου η ελάχιστη αντίσταση, όπως να κρυφακούς συνομιλίες επιβατών στο λεωφορείο ή να ζεις χωρίς κινητό, συνθέτει από μόνη της ένα ποιητικό σημάδι, εμφορείται ένας μελλοντολογικός αφαιρετικός στοχασμός, μία ποιητικά αισιόδοξη δυστοπία, όπου, κατ’αντιδιαστολή με την τρέχουσα αντίληψη, η επανάληψη δεν δημιουργεί παρέκκλιση, αλλά ομορφιά. 

Στον κόσμο του Πάτερσον η μόνη αρετή που έχει σημασία είναι η καρδιά*****, και η συντροφικότητα, θα πρόσθετα εγώ, αν μου το επέτρεπε, ο ποιητής…

*   τίτλος ποιήματος του William Carlos Williams

** If your life is burning well, poetry is just the ash. Leonard Cohen

*** Ron Padgett

**** Stanley Kunitz

*****Τ.Λειβαδίτης
"would you rather be a fish?" from 'Swinging on a star’ song recorded in 199 by Bing Crosby

Δευτέρα, 30 Ιανουαρίου 2017

Πρόσκρουσις

«Είναι αρχαία η ελπίδα του ανέσπερου φωτός. Είναι το τρόπαιο της εγκαταβύθισής μας στο σκοτάδι. Να μεταγγίζουμε από το σκοτάδι φως. Να αντιστεκόμαστε στο κενό της ανυπαρξίας μας και της λήθης». 
Χ.Μποκόρος, Μουσείο Μπενάκη, Γενάρης 2017

 Φτιάχνουμε τη ζωή μας έχοντας στο μυαλό μας μονόδρομους, γνώριμους και κληρονομικούς, στήνουμε την περσόνα μας μονοδιάστατα, καταχωνιάζοντας ανομολόγητα πάθη, γυρίζουμε γύρω από το άτομό μας, χωρίς να επικεντρωνόμαστε, ανύπαρκτος ο πυρήνας μας,
 πλέκουμε τις προσδοκίες μας με νήμα ξασμένο από τους παλιούς, σε πλέξη που ελάχιστα μας επιτρέπει να δούμε παραπέρα, κι όμως μας αρκεί, αυτό που βλέπουμε είναι αυτό που μας ταιριάζει και ό,τι δεν μας τρομάζει, αμαχητί παραδινόμαστε, χωρίς να καταλαβαίνουμε πως όσο πιο σφιχτό είναι πλεχτό τόσο πιο εύκολα ξεφτίζει, και καταλήγουμε στα αζήτητα, κοιτώντας ένα ρολόι χωρίς δείκτες, στο ίδιο σημείο που πιστέψαμε ότι έχουμε χρόνο,
 πλέουμε πάντα σοτοβέντο, η ρότα είναι μία, απαγορεύονται τα αχαρτογράφητα νερά, σποραδικά, ασκήσεις θάρρους μα ελάχιστες μοίρες λοξοδρόμησης, τρέμουμε τα όρτσα κι όταν έρθει η τρικυμία, αναζητάμε–αργά; μάταια; ανέξοδα; την κουπαστή που θα μας κρατήσει,
 σχεδιάζουμε τις ζωές μας σαν να κατεβαίνουμε ένα λόφο, χοροπηδώντας ανέμελα, μέχρι να βρεθούμε μπροστά στο γκρεμό, ένα σκαλάκι το μεγαλείο απ' το γκρεμίδι· και ξαφνικά, ανακαλύπτοντας πόσο βαθιά είμαστε, αναγνωρίζουμε το χάος, και στυλώνουμε τα πόδια, τρέμοντας πως, αν σκοντάψουμε,  χαθήκαμε· παρόλα αυτά, αντίθετα απ'ό,τι πιστεύουμε, παρά τα όσα πιστεύουμε, ακόμη κι αν δεν το πιστεύουμε, είμαστε γενετικά προδιατεθειμένοι να σκοντάψουμε, είμαστε τα λάθη μας - και στο διηνεκές θα παραμείνουμε…

Λίγο πολύ όλοι μοιάζουμε στο νερό που κυλάει στ’αυλάκι, στο καλόπιστο ρυάκι που προδιαγεγραμμένα καταλήγει στην ήρεμη λίμνη, εφησυχάζουμε κι αφηνόμαστε να παρασυρθούμε, χλευάζοντας τη συντριβή των άγριων ποταμιών κι αμελώντας την εντροπία...
Και περιμένουμε αυτό που θα μας αφυπνίσει, κι αν είναι αυτός, ας είναι ο ζωγράφος που σεβαστικά κι εκστατικά τα έργα του περιεργάστηκα, ένα φωτεινό πέρασμα στο χάος είναι η ζωγραφική, μου ψιθύρισε, και «όψις αδήλων τα φαινόμενα».










Τρίτη, 24 Ιανουαρίου 2017

Μικρό χρονικό τρέλας του Α. Κορτώ

Η αγαπημένη συννεφοξαδέρφη (ChichiMdou κατά fb) μου δώρισε  το «μικρό χρονικό τρέλας» του Αύγουστου Κορτώ.
Ολιγοσέλιδο και μαναντζίβελο καθώς είναι, το έχωσα στην τσάντα για αναγνώσεις νεκρών χρόνων. Ήτοι κατά τη διάρκεια σύντομων μετακινήσεων σε ΜΜΜ.
Κι έτσι κάμποσες φορές, κόντεψα να χάσω τη στάση μου.
Το «μικρό χρονικό τρέλας» περιγράφει ένα ψυχωσικό –όπως μαθαίνω πως λέγεται- επεισόδιο του ίδιου του συγγραφέα. Πρόκειται δηλαδή για ένα -πέρα ως πέρα- βιωματικό βιβλίο .
Το στυλ δηλαδή που συνήθως ανεβάζει ποστ ο Κορτώ στα κοινωνικά δίκτυα και εκνευρίζει αυτούς που ενοχλούνται από τα likes των άλλων.
Ο Κορτώ ξέρει να γράφει κατά τον αμερικάνικο τρόπο: να αποτυπώνει δηλαδή με απλότητα, ζωντάνια, σαφήνεια και χιούμορ αυτό που έχει στο μυαλό του.
Η γραφή του δεν είναι ποιητική, δεν έχει αυτή τη μοναδική λογοτεχνική σφραγίδα αλλά αυτό καθόλου δεν αφαιρεί το ενδιαφέρον που μπορεί να σου προκαλέσει το θέμα της αφήγησης  κι αυτό το διαπιστώνω για δεύτερη φορά,  μετά την ανάγνωση του «βιβλίου της Κατερίνας» του ιδίου, όπου διηγείται την ιστορία της μητέρας του που αυτοκτόνησε.
Το χρονικό τρέλας μου άρεσε πολύ περισσότερο από την Κατερίνα γιατί επιβιώνει απαλλαγμένο από την κατανοητή μεν, ψυχαναγκαστική ωστόσο, αγιοποίηση της νεκρής, που κατά τη γνώμη μου αποδυνάμωνε την Κατερίνα.  Και για να μην παρεξηγηθεί αυτό που γράφω, ξαναλέω πως και η Κατερίνα μου άρεσε θεωρώντας πως τα πλεονεκτήματα υπερίσχυαν των μειονεκτημάτων.

Δεν είχα καμία αμφιβολία, όσο διάβαζα το χρονικό, ότι όσα περιγράφει, έτσι συνέβησαν.
Οπότε η αλήθεια αποτελεί την πρώτη κι ελκυστικότερη αρετή της ιστορίας.
Από κει και πέρα, η εξιστόρηση λειτουργεί με έναν περίεργο τρόπο. Η οπτική του ψυχικά πάσχοντος είναι κάτι άγνωστο, κάτι για το οποίο μόνο υποθέσεις μπορούμε να κάνουμε ή εξωτερικές παρατηρήσεις. Το να μιλάει όμως η τρέλα σε πρώτο πρόσωπο, εφόσον δεν σοκάρεσαι από την τραγικότητα ή μόλις τέλος πάντων την ξεπεράσεις, αποτελεί μια προσέγγιση άκρως ενδιαφέρουσα.
Μιλάμε για γνήσια ομορφιά.
Ομορφιά;
Ναι. Γιατί καταπώς μας τα λέει ο κύριος Κορτώ, με κομμένη την ανάσα, τη δική του και τη δική μας, η κακιά, επικίνδυνη, αυτοκαταστροφική τρέλα μοιάζει με το ζωντάνεμα ενός όνειρου στο λάθος κόσμο.  Θα έλεγε κανείς πως τα όνειρα προέρχονται από άλλον πλανήτη και ζωντανεύοντας σε τούτον εδώ, δηλητηριάζονται από την πραγματικότητα και μεταλλάσσονται σε τέρατα. Ωστόσο, η ανάμνηση της προέλευσής τους διατηρεί μια νοσταλγική γοητεία.
Από την άλλη, συνειδητοποιείς σε κάθε αράδα, τη χρησιμότητα του αναγνώσματος ως οδηγού αναγνώρισης στην περίπτωση που η ψύχωση βαρέσει την δικιά σου πόρτα ή εκείνη κάποιου αγαπημένου.  Άλλο ένα στοιχείο που κατατάσσει το βιβλίο στα “must read”.

Η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι της συναρπαστικότητας, ήταν λατρεία του Κορτώ για τον Σάλιντζερ. Λέει ο Καμπρέ στο confiteor πως το κριτήριο επιτυχίας ενός βιβλίου είναι η επιθυμία του αναγνώστη να το ξαναδιαβάσει. Έχω διαβάσει το "ψηλή σηκώστε στέγη ξυλουργοί" του Σάλιντζερ πάνω από 20 φορές. Και μόλις τώρα διαπίστωσα πως την εξαιρετική μετάφραση του ρυθμικού, μακροπερίοδου, ιδιόμορφου λόγου του Σάλιντζερ έχει αποτυπώσει με θαυμαστή ακρίβεια ο Κορτώ.

Το μόνο που δεν μου άρεσε στο βιβλίο, ήταν η ανάγκη του συγγραφέα να ζητήσει συγνώμη από τους αγαπημένους για τον πόνο που προκάλεσε η κρίση της αρρώστιας του. Κι ενώ επαναλαμβάνει πως έχει πειστεί ότι τα ψυχωσικά επεισόδια όπως και τα συμπτώματα όλων των ασθενειών δεν συμβαίνουν με ευθύνη του πάσχοντα, ο ίδιος, αγωνιώντας να εξιλεωθεί, ζητάει ξανά και ξανά συγνώμη.
Επειδή έχω βρεθεί στην πλευρά του φροντιστή ψυχικά πάσχοντος, θα έλεγα πως κι οι αγαπημένοι οφείλουν πολλές συγνώμες στον άρρωστο γιατί λόγω άγνοιας, κούρασης, λύπης ενίοτε συμπεριφέρονται σκληρά. Αλλά οι συγνώμες δεν αφορούν τους τρίτους.