Τρίτη, 17 Ιανουαρίου 2017

Ευγνωμοσύνη

Μπαλί, 2009.
Η ξεναγός δείχνει τη μία και μοναδική φυλακή του Μπαλί:
«Σήμερα, βρίσκεται εδώ ένας φυλακισμένος. Ένας μεθυσμένος που έκανε φασαρία. Συνήθως η φυλακή είναι άδεια.»
Αναρωτιούνται οι –βαθιά νυχτωμένοι- τουρίστες: Πώς γίνεται σ' έναν τόπο 4 εκατομμυρίων κατοίκων να μην εγκληματεί κανείς;
Στη συνέχεια, οι εν λόγω τουρίστες θα πληροφορηθούν πως τα καλαθάκια με το ρύζι και τα λουλούδια που συναντούν σε κάθε τους βήμα, αποτελούν προσευχές των ντόπιων, οι οποίοι, νύχτα-μέρα - κάθε μέρα, ευχαριστούν τους μυριάδες θεούς τους, το κάθε δέντρο, το κάθε ποτάμι, τους ζωόμορφους, τους τερατόμορφους, τους παράξενους.   


Αυθαίρετα εντελώς, ο τουρίστας θα συνδέσει την έλλειψη εγκληματικότητας με το χαμόγελο των κατοίκων. Θα συνδέσει την αίσθηση που είχε με το που πάτησε το πόδι του στο νησί, αυτή την πρώτη –ασυνήθιστα βαθιά και μοσχοβολιστή- ανάσα ευτυχίας με την ευγνωμοσύνη που ξεχειλίζει ολούθε, που παρασύρει κι εσένα τον ξένο.
Στο νησί, οι μόνοι που κλέβουν είναι οι μαϊμούδες και μάλιστα σε ένα συγκεκριμένο δάσος. Οι μαϊμούδες των υπόλοιπων δασών είναι μόνο αστείες και φιλικές μέχρι παρεξηγήσεως. Κάθονται ας πούμε στο κεφάλι των επισκεπτών κι αρχίζουν το ξεψείρισμα όπως κάνουν στα μωρά και στα άλλα αγαπημένα τους πρόσωπα. Εκθέτουν τον καθαρό και κομ-ιλ-φο βαθιά νυχτωμένο τουρίστα.

Κυριακή, 8 Ιανουαρίου 2017

παγιδευμένοι

είναι κι αυτές οι φορές που η φύση θυμώνει, που μας κρατά μια-δυο μέρες κοντά της συντρίβοντας τα μεγαλόσχημα και υπερφίαλα σχέδιά μας, που διαταράσσει τις επικοινωνίες μας, που ταρακουνά τα μπετονένια θεμέλιά μας, που κοσμοχαλάει τις αισθήσεις μας, που βροντοφωνάζει στα μούτρα μας, μπας και συναισθανθούμε, μπας και έρθουμε στα συγκαλά μας, μήπως και αναρωτηθούμε κι ανατρέξουμε πίσω στα βασικά, 
Βλάχα Τρικάλων, 2012
Σαννά Υεμένη 2016, Reuters

είναι κι αυτές οι μέρες που εμείς οι ίδιοι παγιδεύουμε τους εαυτούς μας, εκόντες-ακόντες σε κύκλους αόρατους, που χανόμαστε σε δρόμους ατελεύτητους, που βαδίζουμε σε ζωές καμένες, που μπερδευόμαστε σε αυτοκτονικές συγκυρίες, που τρέφουμε το σαράκι για συντροφιά μας, που στρέφουμε τον εαυτό μας εναντίον μας, υποταγμένοι σε αταβιστικά ανεξέλεγκτα τερτίπια,


είναι κι αυτές οι περιπτώσεις που ο άνθρωπος ξεθάβει την αληθινή του φύση, την κτηνώδη και τη φθοροποιό, που, ad absurdo, διαλέγει τη λάθος πλευρά, που αποφασίζει πως ήρθε στον κόσμο τούτο για να επιβληθεί και να επικρατήσει - ο άμοιρος - τότε είναι που κι η μεγαλύτερη δυστυχία γεννιέται στον κόσμο...

Dubai Mall, 2014
Giangzou Mall, 2016


Δευτέρα, 2 Ιανουαρίου 2017

Βαρετό το νέο έτος!

Τα καλοκαίρια της παιδικής μου ηλικίας διαρκούσαν 20 μέρες. Τόση άδεια είχε ο πατέρας μου και για τόσο διάστημα μας έπαιρνε να παραθερίσουμε –ελλείψει οποιουδήποτε εξοχικού ή χωριού-  δίπλα στη θάλασσα, κολυμπώντας, παίζοντας με άλλα παιδιά και βλέποντας κάθε βράδυ σινεμά. Θερινό εννοείται, σε οικογενειακό πακέτο τιμής.
Καθόμουν πάντα δίπλα στον μπαμπά, ο υπόλοιπος κόσμος δεν είχε και πολύ σημασία, μου έλεγε ανέκδοτα, παραμύθια που επινοούσε εκείνη τη στιγμή και παίζαμε κάτι σε πέτρα-ψαλίδι-χαρτί, μέχρι να αρχίσει η προβολή. Είχε απίστευτη υπομονή ο άνθρωπος και έδειχνε μάλιστα να απολαμβάνει κάθε στιγμή με το ενθουσιασμένο πιτσιρίκι δίπλα του.
Λάτρευα τα κινούμενα σχέδια πριν την ταινία και παρακολουθούσα με ενδιαφέρον λίγη από την ταινία. Δηλαδή, εκείνο το διάστημα στην αρχή όπου το έργο ξετύλιγε την ιστορία, πριν ξεκινήσει η πραγματική δράση.
Το κυρίως σώμα της υπόθεσης μου ήταν ενοχλητικό γιατί η ουσία του ήταν συνώνυμη –σχεδόν πάντα-με ανισορροπία, σκοτωμούς, φωτιές, πιστολίδια, δυστυχία, εκδίκηση κι άλλους σκοτωμούς. Ευχόμουν να έφτιαχναν ένα έργο όπου η περίοδος της γαλήνης να επεκτεινόταν ως το τέλος κι αν ακόμα κάτι πήγαινε στραβά, να συγχωρούσαν γρήγορα ο ένας τον άλλο και να φιλιώνανε. Ήθελα μια ιστορία ήρεμη σαν καθημερινότητα. Αυτό δηλαδή που ο περισσότερος κόσμος αποκαλούσε βαρεμάρα, εγώ το αγαπούσα. Αναρωτιόμουν μάλιστα, γιατί άρεσε στους ανθρώπους η δυστυχία. Γιατί αρέσκονταν να την παρακολουθούν με τόσο ενδιαφέρον; Γιατί οι θάνατοι και οι καταστροφές ήταν απαραίτητοι στη διασκέδασή τους;
Στις 20 μέρες των διακοπών, σπανίως απολάμβανα έστω και ένα κινηματογραφικό έργο. Η αλήθεια είναι πως στα περισσότερα αποκοιμιόμουν. Μια που ήμουν εξαντλημένη από το ολοήμερο παιχνίδι και μια που σφράγιζα τα μάτια να μην δω το κακό που εκτυλισσόταν στην οθόνη, κούρνιαζα στο διπλανό χέρι του μπαμπά και με ξυπνούσαν στο τέλος για να γυρίσουμε σπίτι. Μερικές φορές, με μετέφεραν αγκαλιά κι αυτό σίγουρα ήταν το καλύτερο σημείο της κινηματογραφικής εξόδου.  Τώρα που τα γράφω όλα αυτά, συνειδητοποιώ πως έγινα σινεφίλ όχι λόγω των ταινιών, αλλά επειδή τις έβλεπα δίπλα στον μπαμπά μου.
Αν η ταινία συνέχιζε στους ρυθμούς της βαρετής ευτυχίας, θα την παρακολουθούσα άραγε; θα παρέμενα ξύπνια;
Κανείς δεν ξέρει μα έτσι κι αλλιώς, δεν είναι αυτό το θέμα.
Θα μου πεις τότε, τι μας τσαμπουνάς τόση ώρα; και τι δουλειά έχει μια καλοκαιρινή ανάρτηση στην καρδιά του χειμώνα;
Guillermo Mordillo
Ε, λοιπόν, ο λόγος που θυμήθηκα όλα αυτά, ήταν γιατί έψαχνα την καλύτερη ευχή για τον καινούργιο χρόνο. Και νομίζω πως τη βρήκα:
Να έχουμε ένα βαρετό 2017!
Ένα 2017 σαν αγώνα γκολφ!
Βαρεμάρα σε όλους μας! 
Σε όλο τον κόσμο, όσο γίνεται πιο βαρετή να είναι η καινούργια χρονιά!
Ατέλειωτα χασμουρητά στη Συρία και στο Ιράκ! 
Ακινησία στα νερά της μεσογείου!
Αναδουλειές στα press-rooms του κόσμου όλου! 
Παιδάκια αποκοιμισμένα ειρηνικά στα μπράτσα των μπαμπάδων τους και πέτρα-ψαλίδι-χαρτί μέχρι εξαντλήσεως της γονικής υπομονής κι ακόμα παραπέρα!



Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2016

Γεια σου λοιπόν 2016

Το 2016 ξεκίνησε με ένα προαναγγελθέντα θάνατο και συνέχισε με άλλους τόσους.
Λένε, ήταν μια φονική χρονιά, μα και ποια δεν ήταν.
Τώρα που φεύγει, καθώς και τότε που τη ζούσα, μου φάνηκε μια χρονιά εμβάθυνσης. Όχι σε νέα πράγματα, σε γνωστά, αλλά σε έναν κύκλο επανάληψης πιο κοντά στο κέντρο. Πού θα μου πάει, κάποια στιγμή, θα ευστοχήσω.
Μια χρονιά κατανόησης, λιγότερων λόγων, περισσότερης σκέψης, πιο κοντά στην απλότητα.
(Αυτά τα λέω γιατί έγραψα τα λιγότερα ποστ από καταβολής του μπλοκ.)
O καταρράκτης της Στρώμης φωτογραφημένος από τον Λεωνίδα

Και συνεχίζω ακάθεκτη:
Φέτος, συμφιλιώθηκα λίγο περισσότερο με τους νεκρούς.
Στάθηκα μπροστά σε έναν τάφο και λούστηκα ευγνωμοσύνη για τη ζωή. 
Το 2016 ήταν όπως πρέπει να είναι κάθε χρονιά που μας σπρώχνει ένα βήμα εγγύτερα στο τέλος. 
Αν κάτι φωνάζει πως τελειώνει, άκουσε το. Αυτό είπα φέτος κι ας μην ακούω ακόμα καλά. 
Ας νιώσουμε όπως και όσο μπορούμε. Κι ας είμαστε ευγνώμονες για τη ζωή πριν το θάνατο. Για όσα μας έδωσαν αυτοί που φύγανε. Για το πόσο τυχεροί υπήρξαμε που ζήσαμε δίπλα τους.
Ας αγκαλιάσουμε χωρίς ενοχές όσους ζωντανούς το αξίζουν, χωρίς να νοιαζόμαστε για το ροζ, το γλυκανάλατο, για ό,τι μας σκαλώνει να μην ευτυχούμε. Είναι λυτρωτική η βλακομάρα λέω, και να χαθεί στο πυρ το εξώτερον το κυνήγι της πόζας, της σοβαροφάνειας, του δήθεν.
Δηλαδή φέτος, λίγο περισσότερο κατάλαβα ένα-δυο κλισέ κι αυτό με κάνει να βλέπω τα κλισέ με μεγαλύτερη επιείκεια.
Το 2016 ήταν μια χρονιά όπου συνεχίζω να μην ξέρω ποια είμαι, αλλά που με χαμόγελο κατανοώ γιατί διάλεξα να με λένε σύννεφο.

Σ΄ευχαριστώ 2016 και μην ακούς όσα σου σούρνουν - που σιγά μην και σε νοιάζει. 
Εσύ τη δουλειά σου την έκανες με δυνατή και καθαρή φωνή.