Πέμπτη, 11 Φεβρουαρίου 2021

Καφές

Πιτσιρικα, δεν ήξερα τίποτα να μαγειρεύω κι αντιστεκομουν σθεναρά στα δόγματα της εποχής περί νοικοκυροσύνης των κοριτσιών.

Μάλιστα οι σχετικές παραινέσεις δίνονταν, σχεδόν αποκλειστικά, από γυναίκες, γεγονός που στα μάτια μου, τις έκανε ακόμα πιο παράλογες.Μόνη εξαίρεση ο ελληνικός που έφτιαχνα στον υπέροχο μπαμπά μου. Αυτόν που όταν ήταν σπίτι, ετοίμαζε ο ίδιος τα γεύματα μου, τα μόνα που απολαμβανα στη μακριά-οπως φαινόταν τότε- περίοδο της παιδικής κακοφαγιας.Δεν άφηνα ούτε μαμά, ούτε γιαγιά ν' αγγίξουν το μπρίκι.Σιγά την πολύπλοκη συνταγή μουρμουραγαν αυτές. 

Κι όμως ο ελληνικός ή τούρκικος όπως τον είχα πρωτομαθει, είναι ο καφές της αγάπης. Οι αναλογίες ζυγιαζονται με το μάτι της καρδιάς, ίσα ν' αρέσουν σε κείνον που θα τον απολαύσει. Παραμονεύεις με υπομονή τις φουσκάλες που μεγαλώνουν κι απομακρύνεις απ' τη φωτιά ένα τσικ πριν σκάσουν και χαλάσουν το καϊμάκι. Μπορεί να διαρκέσει κι έναν γεωλογικό αιώνα προσμονής αυτό το φούσκωμα.

Χρόνια μετά, αιώνες μετά, προσπερνώντας τις εποχές των φρέντο, καπουτσίνο, λατε, λουνγκο, επανέρχομαι τα πρωινά, στον ελληνικό που μου ετοιμάζω όπως τότε.Μια συνήθεια που καθιέρωσα στην εποχή της καραντίνας για να μου αυξήσω τις αντοχές και να με κακομαθω απ'την αρχή.Απολαμβάνω αυτή την τόσο ευωδιαστή επιστροφή στην παιδική ηλικία, την ελαφρώς χωμάτινη υφή-ισως γι' αυτό να σερβίρουν ελληνικό στις κηδείες- χους και εις χουν, και κάπου εκεί, δίπλα, ψηλά, ποιος ξέρει, ο υπέροχος μπαμπάς σχολιάζει: ο καλύτερος καφές του κόσμου.



Κυριακή, 8 Μαρτίου 2020

Οι γυναίκες του τρένου

Στο τρένο αγαπώ τις γυναίκες που κοιμούνται καθώς μόλις σχόλασαν από μια δουλειά που τις κόβει μικρά μικρά κομμάτια. Οι γυναίκες διαλύονται λίγο περισσότερο από τους άνδρες, που επιστρέφουν απλώς κατηφεις. Κλείνουν τα μάτια και τα κομμάτια γλιστρούν στις χαρακιές της σκληρότητας. Ούτε που τα παίρνουν είδηση που κρύβονται κάτω απ'το κάθισμα, που τα πατούν οι απρόσεκτοι επιβάτες. Θα γυρίσουν σπίτι λιγότερες. Θα προσπαθήσουν να τα φτιάξουν όλα. Χωρίς μεγάλη επιτυχία, αλλά θα συνεχίσουν γιατί όλοι περιμένουν απ' αυτές να συνεχίζουν. Δεν θα τις ρωτήσουν πώς πέρασαν τη μέρα τους, εκείνες όμως θα βρουν λίγο χρόνο να ονειρευτούν πώς θα ήθελαν να την περάσουν.
Θέλω να τις πάρω αγκαλιά αλλά έχουν μάθει να τρομάζουν εύκολα.

Mommy, I Want To Be Good Now - Mima Museum

Παρασκευή, 21 Φεβρουαρίου 2020

Παιδικός έρωτας


Το παρακάτω είναι ένα κειμενάκι που έγραψα πρόχειρα στο facebook καθώς ήθελα να κρατήσω ζωντανή την γλύκα μιας συζήτησης. Ο αγαπημένος Τσαλαπετεινός μου ζήτησε να το μεταφέρω εδώ, στο σκονισμένο μπλογκ. 
Το ίδιο περί σκόνης παράπονο είχε εκφράσει χθες  κι  συννεφοξαδέρφη Μαμαδοπούλου. 
Πώς να τους χαλάσω χατίρι;
Ευτυχώς, δεν με περίμεναν απλήρωτοι λογαριασμοί κάτω απ΄την πόρτα.

Χθες βράδυ κουβέντιαζα στο τηλέφωνο με την αγαπημένη θεία.
Τις περισσότερες ιστορίες που διηγείται, τις έχω ακούσει πιτσιρίκι από τη μητέρα μου, όμως η μικρότερη αδερφή της, προσθέτει πάντα ένα γκλιτερ μαγείας.

Μου μίλησε λοιπόν για τον πρώτο έρωτα της μαμάς μου.

O κύριος δεξιά, ήταν ο πρώτος ο έρωτας της μαμάς
Είναι ΒΠΠ στην Αλεξάνδρεια που βομβαρδίζεται  μεν, έχει αγγιχτει ωστόσο πολύ λιγότερο από τον πόλεμο σε σχέση με την Ελλάδα. Ειναι ένα ζεστό μεσημέρι κι οι δύο αδερφές μαλώνουν στο κοινό παιδικό δωμάτιο για το αν η μικρή (η θεία ντε) θα ψηλώσει ή θα παραμείνει στούμπος όπως της επεσημαίνει η γλυκούλα μαμά μου. Η μικρή, αν και κοντούλα, δεν μασάει. Για να αποδείξει πόσο μεγάλωσε, φοράει την στολή του γυμνασίου της αδερφής της κι εκεί που επιχειρηματολογεί πως ψήλωσε τόσο ώστε να μην πατάει τη φούστα, χτυπάει το κουδούνι. Οι γονείς κοιμούνται κι η μικρή στέλνεται ν' ανοίξει την πόρτα με κίνδυνο της ζωής της (να μπουρδουκλωθει με την στολή και να σαβουριαστει σε κάθε βήμα).
Στην είσοδο αντικρίζει πόδια. Σηκώνει το κεφάλι και τα πόδια συνεχίζονται. Κάπου στο ύψος του ήλιου ανακαλύπτει ένα πολύ ξανθό φακιδομουρικο κεφάλι.
(Όχι ο τύπος μου επισημαίνει η θεία που σαφώς και γνώριζε στα 8 ποιος άντρας είναι ο τύπος της.)

Ο κάτοχος του κεφαλιού θέλει τον μπαμπά (τον παππού μου).
Η οικογένεια συγκεντρώνεται στο σαλόνι όπου η ταλαντούχα κόρη (η μαμά μου) καλείται να παίξει πιάνο. Παίζει και ερωτεύεται τον Σκωτσέζο φακιδομουρη αξιωματικό. Ακαθόριστο αν την εντυπωσίασε ο ίδιος ή η στολή του. Σύμφωνα με τη θεία, ο Σκωτσέζος κάτι καταλαβαίνει και πυκνώνει τις επισκέψεις μάλλον διασκεδάζοντας με την αμηχανία, τα κοκκινίσματα και τις παθιασμένες εκτελέσεις του Σοπέν.

Ο παππούς αντιλαμβάνεται πως η μεγάλη αγάπησε. Μπορεί να διαθέτει τα σφουγγαράδικά του για την κρυφή μεταφορά συμμαχικών δυνάμεων στα Δωδεκάνησα, αλλά δεν θέλει η κόρη του να γλυκοκοιτάει κοκκινοκωλους, όπως συλλήβδην χαρακτηρίζει τους Βρετανούς. Οι επισκέψεις θα γίνονται πια στο γραφείο.

Ραγισμένη καρδούλα. 

Η κοντή μικρή αδερφή παρηγορεί τη μεγάλη και ψηλώνει λίγο στα μάτια της. Στα χρόνια που θα ακολουθήσουν, θα ψηλώσει κι άλλο. Όχι κυρίως σε πόντους αλλά σε ψυχή. Αυτή όμως είναι μια άλλη ιστορία.

Η μητέρα μου δεν θα ξεχάσει ποτέ τον πρώτο της έρωτα και πάντα θα μιλάει τρυφερά για τον ήρωα του πολέμου. Εγώ θα βαριέμαι τις σχετικές διηγήσεις μέχρι χθες το βράδυ, που θες γιατί η κουβέντα ήταν ένα μνημόσυνο της μαμάς διανθισμένο με αστεία- όπως δηλαδή πρέπει να γίνονται τα μνημόσυνα- θες που άκουσα την εκδοχή από το αγεραστο πειραχτηρι της οικογένειας, ήταν σαν να έστελνα μια αγκαλιά. Κι ένα χαμόγελο. Κι ένα: τι γλυκούλα που ήσουν μαμά.

Στην πιο κάτω φωτογραφία, ένα αμφίβιο αρσενικό ψαράκι προσπαθεί να σαγηνεύσει το θηλυκό πετώντας λίγο, πετώντας πάνω από τη λάσπη, πετώντας όμως, στην υπηρεσία του έρωτα.


Τετάρτη, 26 Ιουνίου 2019

Ερπετό γλυκόπικρο

Δεν αναγνωρίζω καμμιά υποχρέωση παρά το να ερωτεύεσαι
Α. Καμύ


Ήταν μια περιπατητική παράσταση για τη βίωση του έρωτα από γυναίκες δημιουργούς και εκτελεστές, ένα bootcamp, όπως οι ίδιες το χαρακτηρίζουν, ένα εντατικό πρόγραμμα εξάσκησης ενορχηστρώνοντας μια ωδή στον αέναο κύκλο του έρωτα. Μία παράσταση που αν και πλήρως ενταγμένη στον αστικό ιστό αντιστεκόταν στο τρέχον μοτίβο της αποξένωσης και του εκ-τοπισμού, διαρρηγνύοντας τα βλέμματα των θεατών - τι θα ήταν άλλωστε η τέχνη αν, στη σημερινή εποχή, δεν μπορεί να μεταφερθεί στο δρόμο;
Έτσι καταφέραμε να αφουγκραστούμε τη θηλυκή κραυγή μέσα σε ένα ολοζώντανο και σε διαρκή εξέλιξη αστικό τοπίο: άστεγοι και μετανάστες παρακολουθούν μαζί μας, ποδήλατα και δρομείς μάς διασχίζουν, τα σκυλιά αναχαιτίζουν την πορεία τους κι επιστρέφουν διψασμένα για ποίηση στα αφεντικά τους, τα παπαγαλάκια από δέντρο σε δέντρο αλλάζουν συνεχώς τις γωνίες θέασής τους, τα μωρά μπουσουλάνε προς το κέντρο μιας αθέατης σκηνής, τα παιδιά απομένουν να μαζεύουν τα πεσμένα νεράντζια ενώ γλυκοκοιτάζουν τις μπάλες της παράστασης...
Ανάμεσα στην άμπωτη και τη ροή της κίνησης καταλήξαμε στη συνειδητότητα μιας τέχνης που φαίνεται να "μπορεί να πάρει θέση στο πλευρό των πολλών και να αποθέσει τη μοίρα τους στα ίδια τους τα χέρια". 
Σταθήκαμε ακριβώς εκεί όπου τα όρια ανάμεσα στη ζωή και την τέχνη μπλέχτηκαν γλυκά κι αφήσαμε το απαλό βοριαδάκι να συνομολογεί πως η φύση, εντέχνως παρούσα, παρά, ή μάλλον εξαιτίας της ανθρώπινης παρέμβασης, παραμένει αστείρευτη πηγή έμπνευσης. 

Στο σημείο 1 το προσωπικό είναι πολιτικό: Ξεκινώντας από το άγαλμα της Αθηνάς, σύμβολο της πόλης που ανακαταλαμβάνεται, ιππεύσαμε τη λέαινα, θηλυκό σύμβολο υπεροχής ανακράζοντας: “όμως το ξέρω πως δε γίνεται ποτέ κανείς να ελπίζει σε ολάκαιρη την ευτυχία· ένα μικρό μερίδιο να προσδοκάει μονάχα· κει που δεν το περιμένει”*

Στο σημείο 2 νοιώθουμε την επιθυμία που γίνεται λαχτάρα, δεν ήτανε ανάγκη βασίλισσα να με κάνεις του ΠερούΑνάγκη ήτανε να σκύψεις από πάνω μου, να δω στα μάτια σου εκείνα τα δυο φωσάκια”**
Το πάθος εκπληρώνεται στο σημείο 3 και στον πικροδαφνοστόλιστο χώρο μπροστά από το μνημείο του Ιερού Λόχου γευόμαστε“την πιο ηδονική αφή που έχει το σταφύλι το πρωί, σαν είναι δροσερό και σκεπασμένο με κείνη την άχνη τη λεπτή”**

Στον πυρήνα του άλσους, στο σημείο 4 κάτω στο μαρμαρένιο αλώνι, η καταληκτική απώλεια αλαφραίνει∙ τα παιδιά σταματάνε την ξέφρενη πορεία τους, ξεπεζεύουν από τα ποδήλατα και παρατηρούν τις περφόρμερ πάνω στα πατίνια, αναρωτιώνται για αυτές τις δυσανάλογες φιγούρες πάνω στα παιδικά πλαστικά ποδηλατάκια, μετράνε τους πήδους τους στο σχοινάκικαι σκάνε χαμόγελα σαν τις βλέπουν να κυνηγάνε μπουρμπουλήθρες∙
Έγιναν κρίματα και βάρυναν πολύ, κι ό,τι πονά,

για πάντα εδώ, για πάντα μένει, κακό φιλί, για
πάντα το κακό σημάδι του, παραφροσύνη δίχως γυρισμό, φοβέρα σκιάζει, μια ιερή σαρκοφαγία που εξαντλεί***



Για να καταλήξουμε στους ροδώνες, θνήσκουσες τριανταφυλλιές σε φυσική παρακμή―δεν θα μπορούσε να βρεθεί καταλληλότερο σημείο «αποδοχής»―το ερπετό ξεδιπλώθηκε και στραφτάλισε στο δειλινό, λιγοψύχησε και χάθηκε στο ξερό ποτάμι, εγκαταλελειμμένο αρδευτικό χαντάκι για τους ρεαλιστές∙ θα μείνει εκεί μέχρι τον αναπόφευκτο επόμενο έρωτα.

Εξαιρετική απόδοση της ποίησης της Σαπφούς*, της Μάτσης Χατζηλαζάρου** και της Τζένης Μαστοράκη*** σε ένα απόγευμα αναψυχής για μας τους πρίγκηπες-θεατές που με τα φανταστικά καλειδοσκόπιά μας ξαναβρήκαμε τον φωτεινό κόσμο στο κέντρο-απόκεντρο της μητρόπολης. Κι ως εραστές της ζωής, κλείσαμε το δικό μας κύκλο ευτυχίας, χθες, στο κεντρικό πνεύμονα της πόλης, μόνο που, φευ, δεν μπορώ να συστήσω να πάτε τη δείτε, αφού επρόκειτο για την τελευταία παράσταση. 
Σε αναμονή λοιπόν της επόμενης δουλειάς τους, αγαπάμε άλλωστε να παρατείνουμε τις προσδοκίες μας. 

Σύλληψη – Σκηνοθεσία: Άντζελα ΔεληχάτσιουΣυνδημιουργοί – Ερμηνεύτριες: Κατερίνα Δρακοπούλου, Κατερίνα Κλειτσιώτη, Μάγδα Κρυσταλλινού, Ιωάννα Κυρίτση, Βασιλική Νομίδου, Νατάσσα Νταϊλιάνη, Δήμητρα ΣκέμπηΕνδυματολόγος:Μαργαρίτα ΔοσούλαΣύμβουλος δραματουργίας: Νατάσσα ΝταϊλιάνηΠρωτότυπη μουσική: Άντζελα ΔεληχάτσιουΒοηθοί σκηνοθέτη: Ιωάννης Βασιλόπουλος, Δήμητρα ΛούπηΓραφιστική επιμέλεια: Ιωάννα ΚυρίτσηΦωτογραφίες:Σπύρος ΑγριανίτηςΕπικοινωνία:Στέλλα Πεκιαρίδη

Πέμπτη, 14 Φεβρουαρίου 2019

Αμόρ

Είναι ο γιος μου, περηφανεύτηκε η Αφροδίτη, είμαι ο πατέρας του, είπαν ταυτόχρονα ο Άρης και ο Ήφαιστος, είναι ο ακόλουθός μου, ξεκαθάρισε ο Διόνυσος / Έρημος δείχνει ο Όλυμπος χωρίς τον έρωτα, παρατήρησε ο von Kleist / Η ψυχή μου όταν αγκάλιαζα τον Αγάθωνα ανέβαινε στα χείλη μου, σάμπως η δύστυχη να έμελλε να κάνει πανιά για αλλού / είδα την κάβλα να βγαίνει από τα μάτια του, γράφει κάπου ο Μαρκήσιος / μα τι πράγμα είναι αυτός ο έρωτας, αναρωτήθηκε ο Καμπανίλε / έρως ανίκατε μάχαν, διαμήνυσε ο Σοφοκλής, omnia vincit amor συμφώνησε o Βιργίλιος και ζωγράφισε ο Carravaggio / έρως είναι ένα επιτυχημένο doodle, είπε η Google, Έρως εστί…σουβλάκι, είπε η Καλλιθέα και το Μαρούσι αντέτεινε την Eros pizza του / on ne badine pas avec l’ amour, τόνισε αυστηρά ο Musset / αγαπώ την ελευθερία στον έρωτα, βροντοφώναξε ο Δον Ζουάν / Μίλα ψιθυριστά, αν μου μιλάς γι' αγάπη, ψιθύρισε ο Γουίλιαμ / Κέλομαί σε Γογγύλα, αναφώνησε η Σαπφώ / Λότε! Λότε! Οι αισθήσεις μου ταράζονται, πάνε οχτώ μέρες που δεν έχω τη δύναμη να σκεφτώ, τα μάτια μου είναι γεμάτα δάκρια, δεν είμαι καλά πουθενά και είμαι καλά παντού, δεν επιθυμώ τίποτε, δεν ζητώ τίποτε, παραπονέθηκε ο νεαρός Βερθέρος / Love is in the air, ακούστηκε από τα μεγάφωνα, την πήρε να χορέψουν ένα ταγκό, φορούσε το κόκκινο φόρεμα-είχε ξεβάψει η καρδιά του / Αν πιστέψω το ημερολόγιο, αγαπημένη μου φίλη, λείψατε δυο μέρες, αν πιστέψω την καρδιά μου, λείψατε δύο αιώνες, της έγραψε ο κόμης Βαλμόν / L'amour est un oiseau rebelle que nul ne peut apprivoiser, τραγούδησε η Κάρμεν / το μεγαλύτερο μέρος της libido, μεταβιβάζεται στο αντικείμενο, το οποίο παίρνει τη θέση του εγώ, διευκρίνισε ο Φρόυντ / Η αγάπη δεν γνωρίζει κανόνες, αντέτεινε ο San Girolamo, μεθερμηνεύοντας τη Βίβλο...
Ακούγοντας όλα αυτά το παιδί, τρόμαξε, μπήκε "στο καράβι του με την αμεριμνησία των μελτεμιών του και φλόκο την 
ελπίδα του", κι όταν έφτασε, έγειρε κι αποκοιμήθηκε, κράτησε μόνο το ανέμελο, ίσως και λιγάκι πονηρό χαμόγελο...