Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα δέντρα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα δέντρα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 18 Οκτωβρίου 2021

Θραύσματα ενώνονται τρυφερά(*)


Λυκαβηττός 2021. Κυριακή μουντή και υγρή. Περπατάμε σιωπηλά μέσα στο αστικό άλσος του λόφου. Μπροστά η οδηγός μας. Κάτω από τα πόδια μας το βουητό της πόλης, διαρκής υποβολέας της ζωής που αφήσαμε πίσω μας. Συγκεντρωνόμαστε στον ήχο που αφήνουν οι πέτρες όταν ξεφεύγουν και κατρακυλάνε κάτω από τα παπούτσια μας. Εισπνέουμε τη μυρωδιά της χθεσινής βροχής ρουφώντας τα ελεύθερα ιόντα της. Δύο άστεγοι κάτω από ένα αστικό bunker, ο ιδιοκτήτης που φωνάζει το σκυλί του, ο δρομέας που μας προσπερνά, σακούλες σκουπιδιών δεμένες στα δέντρα, χρησιμοποιημένο προφυλακτικό πεταμένο στο μονοπάτι, παλιό γκράφιτι στο βράχο, αισθήσεις που μουδιάζουν από την παρακμή του χώρου. Το νιώθεις και σαν αναισθητικό.

Στάση Πρώτη: Τα δυο κορίτσια στην ορθοπλαγιά οριοθετούν το χώρο της παράστασης. Μαζί τους κι εμείς διερευνούμε τριγύρω μας. Μπήκαμε στο δάσος σαν άντρες. Τίποτε δεν σου είναι πιο αφιλόξενο από αυτό που άργησες να γνωρίσεις. Τίποτε δεν σου είναι πιο ανοίκειο από τον ξεχασμένο τόπο σου.  Και αυτό το ιλιγγιώδες αίσθημα που νιώθεις μέσα στη μεγάλη πόλη, αυτήν που άφησες πίσω σου, είναι ανάλογο με αυτό που νιώθεις μόνος σου μέσα στη φύση, ακόμη και αυτήν την περιορισμένη του λόφου, την αστική. Καθόμαστε. Σιωπή. Αναμονή. Νοσταλγώ μια ζωή που να μην είναι ανθρώπινη. Γροθιά. Οι σιωπές των περφόρμερ, του κόσμου, του χώρου βρίσκουν το ρυθμό τους, σε αντίστιξη με τα ερωτηματικά. Πώς να εξηγήσεις τη ζωή σου σ’ ένα δέντρο πόλεως; Το νιώθεις και σαν νοητική κάθαρση.

Ανεβαίνουμε μέχρι την καταβόθρα. Στάση Δεύτερη.

Ο ήλιος, κρυμμένος ολημερίς πίσω από τα σύννεφα, αποσύρεται για μια μέρα· ώρα περισυλλογής και αναζήτησης, ώρα να δεχτείς τα μηνύματα· η γυναίκα τροφοσυλλέκτης και δημιουργός, ο άντρας δυνατός και κυνηγός, σε μια ιδανική σχέση συν-δημιουργοί και συν-αλλάκτες. Μια εξιδανικευμένη  σχέση όπως εκφράζεται από τη μελέτη της γλώσσας των ιθαγενών, της tojolabal, εγώ μιλάω, εσύ ακούς, εγώ δίνω εσύ παίρνεις, ένα ρήμα, μια αμφίδρομη - και ισότιμη – σχέση. Το νιώθεις και σαν εσωτερικό αναβρασμό.

Και αν κάποιες - μη δυτικές κοινωνίες, με κυρίαρχο το ιθαγενικό στοιχείο βιώνουν μια άλλη σχέση με τη φύση και έχουν καταφέρει να χτίσουν ένα διαφορετικό πολιτικό αφήγημα,  το ερώτημα που παραμένει είναι κατά πόσον οι αστικές συλλογικότητες είναι ικανές να δημιουργήσουν μια έτερη σχέση με τη φύση, και που, σε τελική ανάλυση, το ερώτημα ανάγεται στο, είσαι ικανός να αποκτήσεις μια άλλη σχέση με τη φύση;

 (*) Μια ποιητική site sensitive περφόρμανς στο δημόσιο χώρο του λόφου του Λυκαβηττού από τις Άντζελα Δεληχάτσιου & Βασιλική Νομίδου, 9-24 Οκτωβρίου Σάββατο & Κυριακή στις 17:00

 

 

Παρασκευή 20 Απριλίου 2018

Σεκόγια

Photo by Jonathan Irish (National Geographic)

Χθες, η Μάνα, ένα από τα σκυλάκια που ταΐζει η Ρουμπίνη στη δουλειά, εμφανίστηκε γεμάτη τσιμπούρια. Το τρομαχτικό ήταν πως 2-3 από αυτά -δεν αντεχόταν να τα μετρήσεις με ακρίβεια- ήταν μέσα στο αριστερό της μάτι. Κι ενώ την καταλυπηθήκαμε και κάθε που την κοιτούσαμε, αναφωνούσαμε: αχ, τι έπαθες! Τι έπαθες! η ίδια αντιδρούσε όπως τα υπόλοιπα 7 αδέσποτα. Λες και δεν συνέβαινε τίποτα καινούργιο, τίποτα κακό. Σκεφτόμουν, αν η Μάνα, ήταν άνθρωπος, θα είχε διαταραχθεί η συμπεριφορά της, θα απέκλινε από την κανονικότητα.
Από ποιά κανονικότητα όμως;

Αχάραγα σήμερα το πρωί, στην στάση του λεωφορείου, μας πλησίασε μια μεσήλικη άστεγη. Άλουστα μπερδεμένα μαλλιά, σκυφτό κορμί-καβούκι, βρώμικο μπουφάν, πάνινα παπούτσια, δυο κακοπαθημένες τσάντες-τι κουβαλούν οι άστεγοι; Έψαχε να πιάσει κουβέντα σαν πεινασμένη. Μπορεί νάταν στ' αλήθεια πεινασμένη, αλλά  η ανθρώπινη επαφή της έλειπε περισσότερο. Κι από τον τρόπο που χαμογελούσε σε όλους, η αγκαλιά ήταν αυτό που λαχταρούσε. Δυσκολευόμουν να την κοιτάξω. Το ένα της μάτι μισόκλειστο από κάποια μόλυνση, όπως της Μάνας. Όμως εκείνης πέρα από τη μορφή, είχε κλονιστεί η μέσα της ισορροπία. Ήταν σαφές πως κάτι είχε μετακινηθεί. Ο χόρος, ο χρόνος, μνήμες είχαν διαγραφεί και κάποιες άλλες προβάλονταν σαν τώρα. Βραχυκύκλωμα. Κι ωστόσο ήταν γλυκύτατη. Άρχισε να μου μιλάει, όπως θα μίλαγε μια μητέρα στην διπλανή της στο παγκάκι της παιδικής χαράς. Μάντευε ή προσπαθούσε με αρκετή επιτυχία να μαντέψει ποια δουλειά κάνω, πόσα παιδιά έχω, ότι πρέπει να είναι καλά παιδιά κι αυτό κυρίως μετράει. Δεν τα καταλάβαινα όλα- της λείπανε δόντια και δεν άρθρωνε σωστά, έσπευδα να συμφωνήσω όμως σε ότι κατέληγε ερωτηματικά, έσπευδα να χαμογελάσω από τύψεις που φοβόμουν να την αγκαλιάσω. Μάντευα, μπορεί κι ολότελα λάθος, πως η κανονικότητα της ζωής της διακόπηκε σε μια παιδική χαρά κι έκτοτε έχασε αυτό που εντός μας ορίζουμε κανονικό. Όχι όμως αυτό που θεωρούν οι άλλοι κανονικό. Όχι αυτό. Μπήκα στο λεωφόρειο και την εγκατέλειψα μόνη με τύψεις για την ανθρωποσιχασιά μου και προσπαθώντας να ορίσω την κανονικότητα. Χωρίς μεγάλη επιτυχία.

Τα πρωινά αποφεύγω να διαβάζω ειδήσεις. Τα κακά νέα είναι ούτως ή άλλως αναπόφευκτα. Πού και πού ρίχνω μια ματιά σ΄αυτές τις υπέροχες φωτογραφίες του Νational Geographic. Σήμερα χάζευα τα εθνικά πάρκα των ΗΠΑ κι έπεσα σ΄αυτό το συγκλονιστικό δάσος από σεκόγιες. Α, μπράβο, σκέφτηκα. Αυτό είναι το κανονικό! Αυτή η απαρέγκλιτη ευθυγράμμιση ανάμεσα στις ρίζες και στον ουρανό. Η σεκόγια είναι η κανονικότητα και το φωνάζει με το τεράστιο κορμί της. Τα σκυλιά το γνωρίζουν. Οι άνθρωποι πάλι, ιδέα δεν έχουμε.

Τετάρτη 20 Σεπτεμβρίου 2017

Η συκιά


*
από το μπότη στο ροΐ κι απ' τση συκιάς το γάλα
[παροιμία από την Ηλεία, προκειμένου περί απίθανου]

η συκιά έστεκε εκεί στην άκρια του λόφου, αρχέγονη κι απροσποίητη, εκατό χρόνια της χάρισαν την πρώτη φορά, ξεγελώντας την, μπας και τους αντέξει, χειμώνες, στο αγιάζι με τα κλαδιά της παρακλητικά, άνοιξες, περιμένοντας τους ορνιούς να την γονιμοποιήσουν, καλοκαίρια, φορτωμένη και συλημένη, φθινόπωρα, με τα φύλλα της να την εγκαταλείπουν και να ροβολούν, κι αυτή να κρατάει στο διηνεκές· είναι πια γριά, πάνω από δέκα χιλιάδες χρόνια, από την εποχή που τραγούδαγαν τα παραμύθια κι έψελναν την αντρειοσύνη,

ανθρώπινα ισοδύναμα της έχουν δώσει, αλλά αυτή δεν το γνωρίζει, ξέρει μόνο από ήλιο κι αέρα, από νερό και χώμα κι από ιερό χορτάρι· στο σώμα της ακούμπησαν πολεμιστές και γεωργοί, κλέφτες κι αρματολοί, αντάρτες και βοσκοί, στα κλαδιά της κρεμάστηκαν καριοφίλια και τσαμπούνες, σχοινιά και μάλλινες πλεξούδες, τα φύλλα της μια φορά τα’κοψε η γριά να φτιάξει πομάδα για τις κρατσοελιές, το γάλα των καρπών της το ζούληξε η νια να βράσει μυστικό μαντζούνι για το σπέρμα του άντρα της, τους καρπούς της τους χάρισε σε περαστικούς και καβαλάρηδες, σε κορίτσια εύμορφα κι άχαρους ζητιάνους, και στα παιδιά που σκαρφάλωναν στον ουρανό για να μετρήσουν τ’άστρα,

είδε κι απόειδε απ’ του καιρού τα γυρίσματα, από τις μέρες και τις νύχτες που ερχόντουσαν κι έφευγαν χωρίς να αλλάζουν, από τις ατελεύτητες λεηλασίες του κορμιού της και τα παιδιά της τα συμβούλεψε να κρύβουν τα άνθη τους, την καρδιά τους να φυλάνε σαν τα άνθη της ψυχής τους, μήπως και γλυτώσουν· κι η αλήθεια είναι ότι έφτιαχνε όμορφα παιδιά, γαλαζοπράσινα σφαιρικά και λεία, όπου την έτρεφε ο ήλιος, αψιά και μυρωδάτα, όπου την πότιζε η βροχή, με σάρκες ρόδινες και μωβ, με επίγευση μέλι και κεχριμπάρι, αλλά παιδιά παράκουα, ούτε τη μάνα τους δεν άκουγαν, ούτε τη μοίρα τους την άτυχη τη γνώριζαν· κάποια θαρραλέα πρωτοκλασάτα ξεπρόβαλαν πρώτα-πρώτα στους επίδοξους τροφοσυλλέκτες, που εύκολα τα’βρισκαν και τα ξερίζωναν, τα άλλα, ντροπαλά που κρύβονταν πίσω από τα φύλλα, θα ‘μεναν πίσω με τη μάνα τους, να μαραζώσουν πάνω στο δέντρο, και στο τέλος θα πήγαιναν άκλαφτα στο χώμα, να τα συνθλίψει κάποιος περαστικός – μην τάχα είναι κάποιος ήρωας, άλλα έτοιμα από καιρό, περίμεναν το ξένο το χέρι να καθορίσει την πορεία τους, κάποια μπαγάσικα έκαναν πως είναι τάχα ώριμα, ενώ κατά βάθος ήταν σκληρά κι άκαρδα και ξίνιζαν όποιον τα’τρωγε, ενώ τα μεγαλύτερα, άγουροι επαναστάτες, θύμωναν κι έκαιγαν με το γάλα τους όποιον τ'άγγιζε,

τα πολλά τα΄κοψαν μια μέρα καλοκαίρι, τα φόρτωσαν και τα’πιασαν σφιχτά, με αλυσίδες σχοίνινες, τα‘μάσαν σε τσαπέλες και τα πήγαν κάτω στο παζάρι να τα πουλήσουν, οι άνθρωποι τα περίμεναν με προσμονή, τα τρυφερά και τα ντελικάτα που έλιωναν στο χέρι τους κι έγλειφαν τα δάχτυλά τους, τα σαρκερά χοντρόφλουδα που τα καθάριζαν αργά-αργά, και τα άλλα τα βασιλικά που τα γεύονταν δαγκώνοντάς τα απαλά, κι αυτά από τη Ρόδο, τα «γλυκά σαν τα όνειρα» που έλεγε κι ο Έρμιππος, μια ουράνια γευσιγνωσία, έλεγαν, και τα συνόδευαν με το ρακί και τα χλωρά τα μύγδαλα,

όταν τα’φάγαν τα παιδιά της, ένιωσε τον πόνο τους αναστέναξε και ζάρωσε· η ζωή κρύφτηκε μες στη ντροπή κι ο πόθος χάθηκε· ένιωσε πως το τέλος της πλησιάζει και ξοδεμένη σιώπησε περιμένοντας το χινόπωρο· τα τρίλοβα τα φύλλα έπεσαν κάτω κι έφτιαξαν χαλί δίχρωμο να προφυλάξουν τις ρίζες της από τον κακό καιρό που ο χαραδριός προμήνυσε,

όταν έφτασε ο χειμώνας, έκοψαν ένα γυμνό κλαδί της, φύτεψαν το ξερόκλαδο στο τέρμα του χωραφιού κι η ζωή ξανάρχιζε...










*Φρέσκα σύκα σε μπλε, λάδι σε επιφάνεια από πλαστικό, 22,85x22,85 εκ. Halima Washington-Dixon

Δευτέρα 28 Νοεμβρίου 2016

Μικρές ιστορίες δέντρων ΙΙ



It is not our job to remain whole.
We came to lose our leaves
Like the trees, and be born again,
Drawing up from the great roots
 ROBERT BLY
 (ΙV)
Είχα αποφασίσει να φυτέψω ένα δέντρο, στη μνήμη του δεύτερου σκύλου μας, στο πάρκο απέναντι από το σπίτι, κι έτσι έκλεψα ένα πευκάκι από τη δεντροφύτευση πάνω στο λόφο, εκεί που θάψαμε το σκύλο μας, πίστευα τότε, ότι καθώς κάθε μέρα θα το έβλεπα να μεγαλώνει, κι αφού παιδιά δεν είχα δει να μεγαλώνουν, θα μου θύμιζε αυτό που έφυγε νωρίς – νωρίτερα από εμάς – ο χρόνος, έννοια σχετική πάντα, από μια εποχή και μετά, μετριέται σε ζωντανούς κι αποθαμένους. Ήξερα βέβαια ότι έπρεπε να περιμένω μερικά χρόνια να μεγαλώσει τις ρίζες του, να ριζώσει για τα καλά, και τότε μόνο θα άρχιζε να ψηλώνει· κάποιες άνυδρες βδομάδες, κατέβαινα και το πότιζα, και περίμενα. Ένα πρωί, μεσούσης της άνοιξης και οργιαζούσης της φύσης, μέσα στις πασχαλινές διακοπές μας, οι εργάτες του δήμου, ακολουθώντας εντολές βεβαίως, με περισσή σπουδή και εγγενή ακηδία, κόβοντας τα αγριόχορτα που είχαν πνίξει το πλατειάκι, ξερίζωσαν κι αυτό, αχ μια ζωή τύψεις, που είχα ξεχάσει να βάλω μια σήμανση, ένα σταυρό, ένα σήμαντρο, κάτι...

(V)


Απάνω στους βλαστούς, βλαστοί περιδιαβαίνουν
Κωστής Παλαμάς
Ο χρόνος είχε ζαρώσει στην ακινησία της κορυφογραμμής. Το αυτοκίνητο κυλούσε ήρεμα στα ριζά της βουνοπλαγιάς ενώ εγώ κρατιόμουν απαλά από τη δερμάτινη χειρολαβή. Όταν το νοητικό μου κατέγραψε την επανάληψη του τοπίου παρέμεινα σιωπηλή απολαμβάνοντας το θέαμα που αποκαλυπτόταν μπροστά μου ονειρικά σχεδόν, καθώς το παγωμένο φως έπεφτε πάνω του αργά και καταλυτικά. Συντονισμένη στην τραχύτητα του ορεινού δρόμου που ισορροπούσε με την απαλότητα των καμπύλων στροφών ακολουθούσα το χρόνο σέρνοντας το βλέμμα, από μπροστά μέχρι το πλαϊνό μου παράθυρο και ύστερα πέρα μακριά στην εκπνοή της πεδιάδας. Κι εκεί που η ματιά μου λύγιζε και βυθιζόταν, από μέσα μου παραδεχόμουν πως ανέκαθεν τα άκρα, παρότι αιχμηρά, με έθελγαν και με παρέσερναν σε  ημιτονοειδείς ονειροπολήσεις. Το χειμώνα, μου εξήγησε, τα αειθαλή φυτά αναρριχώνται κι αγκαλιάζουν τους κορμούς των φυλλοβόλων δέντρων για να τα προστατέψουν από την παγωνιά, αυτό πιστεύει κάποιος που έχει αποκτήσει παιδιά, δικαιολογώντας τάχα την υπερπροστατευτικότητά του, εγώ πάλι είμαι της άποψης ότι θέλουν απλά να ομορφύνουν το γυμνό τοπίο, υποστηρίζοντας την ενδελέχεια της φύσης. Και πως το ίδιο κάνουν όταν επιβιώσουν μετά από μια καταστροφική πυρκαγιά, όσα καταφέρουν μετά από καιρό να ζωντανέψουν πνίγουν στην αγάπη τους καμένους κορμούς περιμένοντας -  μάταια ίσως - να ξαναπρασινίσουν· η φύση παραδίδει μαθήματα αλληλεγγύης, συστηματικά και δωρεάν.


Κυριακή 20 Νοεμβρίου 2016

Μικρές ιστορίες δέντρων


(Ι)
Ήρθε κι η ώρα για τα κάστανα. Πετάω μια πέτρα πάνω στο δέντρο, το δέντρο σείεται ολόκληρο, κι αυτά κατρακυλάνε βροχηδόν πάνω στο κεφάλι και στους ώμους μου. Δεν μπορώ όμως να δικαιολογήσω τον εαυτό μου για τη χρήση της πέτρας. Δεν είναι κάτι αθώο, δεν είναι δίκαιο να κακομεταχειρίζομαι το δέντρο που με τρέφει. Δεν είμαι παράξενος, επειδή πιστεύω ότι αν εγώ, με αυτόν τον τρόπο μειώσω τη διάρκεια ζωής του δεν θα μπορέσω να απολαύσω τους καρπούς του στο διηνεκές, και είμαι έτοιμος να δεχτώ μια πιο αθώα προσέγγιση με κίνητρα καθαρά ανθρωπιστικά. Συμπάσχω με το δέντρο, εγώ όμως σήκωσα μεγάλη πέτρα ενάντια στον κορμό του, σαν ληστής – χωρίς πάντα να διαπράττω φόνο. Πιστεύω ότι δεν πρέπει ποτέ να το ξανακάνω. Αυτά τα δώρα του θα πρέπει να γίνονται αποδεκτά, όχι μόνο με ευγένεια, αλλά με κάποια ταπεινή ευγνωμοσύνη. Το δέντρο του οποίου τους καρπούς θα μαζέψουμε, δεν πρέπει ποτέ να το ταρακουνήσουμε τόσο άγρια. Δεν είναι κι εποχή αναστάτωσης όπου μια μικρή σπουδή κι η βία ακόμη και θα μπορούσαν να συγχωρεθούν. Είναι χειρότερο από βάναυσο, είναι εγκληματικό, να προκαλέσει κανείς έναν περιττό τραυματισμό στο δέντρο που τον τρέφει ή του χαρίζει τη σκιά του. Τα παλιά δέντρα είναι οι γονείς μας, και οι γονείς των γονιών μας, κατ'επέκταση. Αν μαθαίναμε τα μυστικά της Φύσης θα εξασκούμασταν σε περισσότερη ανθρωπιά από τους άλλους. Η σκέψη ότι έκλεβα τον ίδιο μου τον εαυτό μου τη στιγμή που τραυμάτιζα ένα δέντρο δεν μου ήρθε ξαφνικά, αλλά ένιωσα σαν να είχα ρίξει μια πέτρα σε ένα συναισθανόμενο ον, με μια πιο θαμπή αίσθηση από τη δική μου, είναι αλήθεια, αλλά με μια μακρινή συγγένεια. Μακριά από τον άνθρωπο που κόβει το δέντρο για να φτάσει το φρούτο! Ποια μπορεί να είναι η ηθική μιας τέτοιας πράξης;
Henry David Thoreau στο ημερολόγιό του στις 23-10-1855

(ΙΙ)
Στον έρωτα (της είπε) το μυαλό εξατμίζεται
και το μόνο που μένει το αδύναμο σώμα τόσο
με τα γυμνά του κλαδιά
Χάρη Βλαβιανού, Οι λευκές νύχτες του Τολστόι


(ΙΙΙ) 

Η παλιά μονοκατοικία δέσποζε στην τελευταία γωνιά του δρόμου μας, φαινόταν, κι ήταν, σχεδόν εγκαταλελειμμένη. Κάθε τόσο όμως εργάτες έρχονταν και καθάριζαν τον κήπο, ξεχορτάριαζαν, κλάδευαν, καλλώπιζαν, καθάριζαν, κι έτσι άνετα η γειτονιά, αλλά και πολλοί περαστικοί απολάμβαναν τους κόπους τους· την άνοιξη τα τριαντάφυλλα που ξέφευγαν πάνω από τη μάντρα, το καλοκαίρι, τα σύκα πριν προλάβουν να ωριμάσουν και πέσουν από τη συκιά της έξω γωνίας, το φθινόπωρο τα ρόδια - αν και τα τελευταία χρόνια χρειαζόσουν σκάλα για να τα μαζέψεις, τόσο είχε ψηλώσει η ροδιά· οι δύο γέρικες ελιές στο πίσω μέρος του κήπου, μακριά από το δρόμο, γλίτωναν το ευγενές πλιάτσικο, άλλωστε από την αφροντισιά χτυπημένες από το δάκο, άχρηστες, θα'ταν. Ώσπου μια μέρα είδαμε την ταμπέλα, Αρ.Αδείας 574/16 και τις προειδοποιήσεις στα σταθμευμένα στο δρόμο μπροστά στο σπίτι αυτοκίνητα· σχετικά άμεσα ξεκίνησαν κι οι εργασίες ανακατασκευής. Κι ενώ μέχρι σήμερα, ύστερα από μήνες, οι εργασίες συνεχίζονται, όλο και προστίθενται νέα δωμάτια, νέοι χώροι, ψηλώνει και απλώνεται η παλιά κατοικία, σύμφωνα πάντα με τις εντολές των μηχανικών, μέσα σε μια μέρα, ο κήπος όλος ξεπατώθηκε και ισοπεδώθηκε, ακόμη και η γωνιακή μικρή συκιά, που καμιά επέκταση της οικίας δεν εμπόδιζε, για μέρες μύριζα το άρωμά της, χαρακτηριστικό της απώλειας αναμνήσεων. Μόνο το τεράστιο πεύκο απόμεινε, προστατευόμενο, βάσει βασιλικού διατάγματος, είδος της περιοχής. Ποια μπορεί να είναι η ηθική μιας τέτοιας πράξης;