Τετάρτη, 9 Δεκεμβρίου 2015

Ευχές και τέρατα

Να πάσχεις από άνοια σημαίνει να είσαι κλεισμένος σε ένα σιδερένιο κλουβί χωρίς πόρτα, με ένα θηρίο παρέα. Το θηρίο είναι αόρατο. Πού και πού, πρέπει να τραφεί. Είσαι η τροφή του. Κόβει κομμάτια. Δικά σου κομμάτια. Από αυτά που δεν γιάνουν όσος καιρός κι αν περάσει. Μνήμες, κρίση, σκέψη, ιεράρχηση προβλημάτων, αντίληψη, μάθηση, χρήση της γλώσσας. Για πολύ καιρό το τέρας τρέφεται με λέξεις που δεν θα ξαναβρείς ποτέ εσύ ο φυλακισμένος..
Μετά αποσύρεται για λίγο. Καταπίνει γράμματα και τίποτα δεν του στέκεται στο λαιμό. Ούτε τα "Ι", ούτε τα "λ", ούτε τα μυτερά "Ξ" (ξεχνάω), ούτε τα "Α" όσο κι αν φωνάζουν. 
Μασουλάει και χωνεύει. 
Όσο  το θηρίο σε αφομοιώνει, η άνοια μοιάζει να σταθεροποιείται. 
Μέχρι την ώρα που θα πεινάσει και πάλι.

Τετάρτη, 25 Νοεμβρίου 2015

orange is the new black



Στις χώρες με το μουντό χειμώνα, τα έντονα χρώματα χτυπούν στο μάτι, ελκύουν και προκαλούν, καλούν τους ανθρώπους τους να τα προσέξουν και πειθήνια να τα ακολουθήσουν. Το πορτοκαλί, ένα βήμα πριν το ολέθριο κόκκινο, μόλις τριάντα νανόμετρα κοντύτερα, ξεχωρίζει με την ευγένεια και τη φωτεινότητά του. Φως της ασφάλειας, ακάθαρτο – προϊόν μίξης, συντηρητικότερο, συμφιλιωτικότερο, συμβιβασμένο.
Επιλεγμένο ώστε να μην προσπερνιέται, φαντάζει ακόμη πιο δυνατό κι έντονο όταν ο τρόμος ξεδιπλώνει τα πλοκάμια του, στις χώρες με το μουντό χειμώνα. Προσοχή κόκκινο! Προσοχή μίσος! Προσοχή φανατισμός! Αντί του προσοχή έρωτας! Κι έτσι οι ανθρώποι βαδίζουν προσεκτικότερα, η γη ντύνεται επωφελέστερα, το πορτοκαλί τους αρπάζει απ' το μούρη όταν η ζωή τους καίει το λαιμό.

Στις χώρες με το μουντό χειμώνα όταν φτάσει ο πόλεμος, οι πόλεις τρομοκρατούνται, οι πολίτες περισπώνται, ζωγραφίζουν, φωτογραφίζουν, ζουν στο μικρόκοσμό τους, χωρίς πια να ονειρεύονται, τώρα η πρώτη έγνοια η επιβίωση κι αυτοί τρέμουν λίγο, και σαν πέσει το σκοτάδι προσπαθούν να κρατηθούν χωρίς να γείρουν στο σύντροφό τους, για να μην τον παρασύρουν, να μην τον ξυπνήσουν, μην και του μεταδώσουν το τρέμουλο της ψυχής τους.

Τα σπίτια όταν δεν βομβαρδίζονται οχυρώνονται, κι αυτοί όταν βρίσκουν βενζίνη για το μηχανοκίνητο κατεβάζουν γρήγορα τις ασφάλειες - ο μεταλλικός ήχος τους για δευτερόλεπτα τους καθησυχάζει, οι καρδιές, όπως όλοι οι μυς τους, σφίγγονται, τα λόγια ούτε μασιούνται ούτε καταπίνονται - είναι ξερά και ξύλινα, τα παιχνίδια σταματάνε, οι εραστές αποτραβιούνται στο σκοτάδι, κάποιοι προσπαθούν να σβήσουν τη σκιά τους από τους μισογκρεμισμένους τοίχους, εκεί που άλλοι αποζητάνε τη χαμένη τους σκιά, τα ζώα μυρίζουν το μπαρούτι στο χώμα, και το πλήθος σκύβει στη γη, για να τη κουλαντρίσει, να συντάξουν ένα καινούργιο συμβόλαιο ζωής, να ξορκίσουν το θάνατό τους, μηρυκάζοντας το μέλημα του τι θα μείνει πίσω, κάτι να τους θυμίζει, κι όσο και να προσποιούνται πως η ζωή συνεχίζεται, η ζωή βαλαντώνει κι αυτοί συνεχίζουν να ζουν μέσα στης γης το παραμύθι εξωθώντας τη μνήμη των καιρών· το μόνο που τους κρατά είναι η λύσσα τους να κρατηθούν, κόντρα στη λύσσα των άλλων να επιβληθούν.

Τότε η ζωή τους παίρνει άλλο χρώμα· ενώ τα γεγονότα τρέχουν, στα σπίτια σφαλίζουν τα παντζούρια, ασφαλίζουν τις πόρτες, κλειδώνουν τις πύλες, υψώνουν τις μάντρες, ακόμη και το φως γίνεται επικίνδυνο, μένει απ’έξω, μέσα μόνο σιωπή, σφίγγουν τις γροθιές, σταυρώνουν τα χέρια, σκύβουν το κεφάλι. Κι όταν η καθημερινότητά τους γίνεται η επιβίωση, τα χρώματα δεν παίζουν πια κανένα ρόλο, ακόμη και το κόκκινο συνηθίζεται.


Μα πρόκειται για ψευτοδίλημμα ασφάλεια ή ελευθερία, αφού ούτε η ελευθερία ούτε η ασφάλεια χαρίζονται αναίμακτα ή κερδίζονται άκοπα. Με το ζόρι βγαίνουμε από την ασφάλεια της μήτρας, με το ζόρι διανύουμε τη ζωή κυνηγώντας την αγάπη μαζί με την ασφάλεια, το χρήμα χωρίς το ρίσκο, το σπίτι με τις κλειδαριές και το φράχτη, όλα δανεικά και υπό προϋποθέσεις, τα δικαιώματα καίγονται μαζί με τις υποχρεώσεις και το πορτοκαλί γίνεται το νέο μαύρο.

Τρίτη, 17 Νοεμβρίου 2015

Κουκλάκια

σὺν δ ̓ Εὖρός τε Νότος τ ̓ ἔπεσον Ζέφυρός τε δυσαὴς καὶ Βορέης αἰθρηγενέτης, μέγα κῦμα κυλίνδων. καὶ τότ ̓ Ὀδυσσῆος λύτο γούνατα καὶ φίλον ἦτορ, ὀχθήσας δ ̓ ἄρα εἶπε πρὸς ὃν μεγαλήτορα θυμόν: «ὤ μοι ἐγὼ δειλός, τί νύ μοι μήκιστα γένηται; (...) Ομήρου, Οδύσσεια, ε', 275
Μαζί νοτιάς, λεβάντες χίμιξαν κι ανήμερος πονέντης, μαζί βοριάς αιθερογέννητος, τρανό κυλώντας κύμα' και τότε του Οδυσσέα τα γόνατα λύθηκαν κι η καρδιά του, και με βαρύ καημό στην πέρφανη γυρνάει και λέει ψυχή του: «Αλί σε μένα τον τρισάμοιρο, τι θ ̓ απογίνω τώρα; (...) (μετ. Ν.Καζαντζάκη-Κακριδή)
Το κορίτσι βγαίνει στην Ε2, στο κέντρο υποδοχής, της δίνουν ένα κουκλάκι. Κάτι που περίσσεψε από ένα μεγάλο κουτί με παιχνίδια, αλλά αυτή δεν το ξέρει. Το αρπάζει και φαίνεται να χαμογελά. Έτσι τουλάχιστον νομίζεις εσύ που το έστειλες, έτσι θέλεις να πιστεύεις εσύ που το διάλεξες. Νομίζεις ότι νοιάζεσαι, γιατί πιστεύεις στην ελπίδα - ακόμα. Πιστεύεις ότι μετέχεις γιατί προσφέρεις εκεί που ο κόπος περισσεύει και ο φόβος στήνει γαϊτανάκι τις φωλιές του.

Από το κουκλί λείπει το χέρι, το άλλο χέρι είναι όμως εκεί και το κρατά σφιχτά, μην τύχει και της πέσει, μην της φύγει κι αυτό. Της αρέσει να το κρατά πάνω της μέχρι να κοιμηθεί, όπου και να κοιμηθεί. Είναι καθησυχαστικό να κρατάς κάτι στέρεο και ζεστό πριν κοιμηθείς. Τα παιδιά στη νέα γη, εκεί που γέρνει ο ήλιος, το ξέρουν καλά, κι όσο οι μεγάλοι είναι εκεί και τα προστατεύουν κοιμούνται καλά - ακόμη. Έχουν τα παιχνίδια τους ταχτοποιημένα σε μεγάλα κουτιά, κουτιά διαφανή, πλαστικά, ψάθινα, κουτιά δερμάτινα, υφασμάτινα, τα κουκλιά γεμίζουν τα κουτιά, τα ξεχειλίζουν, μόνο ένα κουκλί ξεχωρίζει, το πιο αγαπητό, αυτό για το προσκεφάλι, τα άλλα είναι βαρετά, τα άλλα απλώς βωλοδέρνουν.

Στο αγόρι τυχαίνει ένα αυτοκινητάκι. Το αυτοκίνητο δεν λειτουργεί πια, η μια του πόρτα χάσκει, αλλά το αγόρι το κρατά σφιχτά, όσο σφιχτά μπορεί να κρατήσει ένα μικρό αγόρι, έτσι του είπε κι εκείνη, κράτα με τώρα σφιχτά, στη γλώσσα που καταλαβαίνει, κι εννοούσε δέσε με για πάντα μαζί σου, γιατί η ευχή της μάνας βγαίνει πάντα, όταν τη δίνει με αγάπη. Δεν θα το αφήσει να χαθεί κι αυτό, όπως τότε πάνω στη βάρκα, μέσα στα μεγάλα κύματα, μπλεγμένο στις φωνές των άλλων, των ομοφύλων, των ομοθρήσκων, σαβανωμένο στις κραυγές της μάνας, το αυτοκινητάκι είναι κρύο, το χέρι της ήταν κρύο, το αυτοκινητάκι το νιώθει πια ζεστό, ο κόσμος γύρω του είναι κρύος παρόλο που έξω έχει ήλιο, όπως παλιά στην πατρίδα του, τώρα κι εκεί έχει κρύο και σκοτάδι και μια γκρίζα μεταλλική βροχή με κίτρινες λάμψεις.

Το παιχνίδι δεν είναι ζωάκι για να το φροντίσεις
Εκείνο σε φροντίζει
Εκείνο σε νιώθει καλύτερα, σε κάνει να νοιώθεις καλύτερα, σου παίρνει τον πόνο, σου μαγκώνει τα δάχτυλα, κι ο πόνος μετατοπίζεται, μέχρι να εξαφανιστεί
Εκείνο είναι εκεί να το κοιτάς και να ξεχνιέσαι
Να του μιλάς το βράδυ όταν δεν θα σε παίρνει ο ύπνος
Από δω και μπρός θα είναι ο νέος σου φίλος
για τη νύχτα δίχως ύπνο, για τη μέρα χωρίς ψυχή



Η Γενική Ταχυδρομική στέλνει δωρεάν παιχνίδια και ρούχα για τους πρόσφυγες σε οποιονδήποτε κοινωνικό φορέα στην Ελλάδα. Εκμεταλλευτείτε το.

Δευτέρα, 16 Νοεμβρίου 2015

Φόβος και βλακεία αντάμα

Ο φόβος είναι άμυνα του οργανισμού.
Ο φόβος μας φυλάει.
Κυρίως όταν είμαστε μόνοι.
(σπάνια δεν είμαστε.)

Όλα αυτά τα λέω γιατί είμαι πνεύμα αντιλογίας. Κι αυτή τη στιγμή αντιλέγω στον εαυτό μου που έχει θυμώσει με τόσο φόβο ολόγυρα. Που φοβάται επίσης.
(Ο φόβος είναι μεταδοτικός.)

Εδώ και αρκετά  χρόνια συνεργάζομαι με μια ομάδα ανθρώπων, προερχόμενων από Ευρωπαϊκές κυρίως χώρες.
Μετά από τόσο καιρό, τόσες συναντήσεις, μετά από επαγγελματικές, κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές συζητήσεις, νοιάζομαι γι αυτούς.
Η κοινή μας δουλειά ολοκληρώνεται σε λίγες μέρες και το τρομοκρατικό χτύπημα στο Παρίσι, μας πέτυχε στη στιγμή της αποτίμησης και των συμπερασμάτων του κοινού μας έργου. Ενός έργου που πολύ το γουστάρουμε όλοι μας.

Η επόμενη συνάντηση είχε προγραμματισθεί, μήνες τώρα,  να γίνει στο Παρίσι.
Μεθαύριο.
Όλοι είχαμε κανονίσει εισιτήρια, ξενοδοχεία, διαδρομές.  Μόλις έμαθα για την επίθεση, σκέφτηκα δυο πράγματα:
1) Πως δεν θα πρέπει να αναβάλουμε ότι έχουμε κανονίσει κι ας ταλαιπωρηθούμε λόγω των ελέγχων.
2) Ωστόσο, αν εγώ ήμουν η διοργανώτρια, θα το ανέβαλα για να μην υποχρεώσω τους συνεργάτες μου να πιεστούν.

Ο Γάλλος διοργανωτής, αν και φανερά συγκλονισμένος, μας έστειλε σήμερα το πρωί ένα mail, προτείνοντας να μην μετατρέψουμε το ραντεβού μας σε τηλεδιάσκεψη.
Η επαγγελματική αιτιολόγηση στηρίζεται στην κοινή διαπίστωση πως μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα επιτυγχάνεται στις δια ζώσης συναντήσεις. Όλοι καταλαβαίνουμε, πως δεν είναι αυτός ο βασικός λόγος της εισήγησής του. Είναι σαφές πως οι Γάλλοι αποφάσισαν να μην αλλάξουν τον τρόπο της ζωής τους. Και καλά κάνουν.

Ρώτησε παρόλα αυτά την άποψή μας, αφήνοντας να επιλέξουμε μεταξύ υπολογιστή και φυσικής παρουσίας. Διαβεβαιώνοντας πως κάθε απόφαση θα γίνει σεβαστή.
Οι απαντήσεις που έλαβε έχουν πολύ ενδιαφέρον

Εγώ κι ο Γερμανός στείλαμε –ταυτόχρονα και πριν τους άλλους- από ένα μάλλον ψυχρό (σε σχέση με όσα ακολούθησαν) μήνυμα, λέγοντας πως δεν σκοπεύουμε να αλλάξουμε τα σχέδια μας εκτός κι αν η πλειοψηφία αποφασίσει αντίθετα.  

Ένας Γάλλος αραβικής καταγωγής που δουλεύει σε άλλη πόλη, δήλωσε πως παρά το ισχυρό σοκ, θα παραστεί.

Η Ισραηλινή συνεργάτιδα έστειλε τις θερμότερες από όλους μας ευχές συμπαράστασης.
Επειδή την ξέρω χρόνια, έχω παρατηρήσει το φόβο ακόμα και στη διάρκεια χαλαρών περιπάτων αλλά και την ανακούφιση όταν βρίσκεται μακριά από το αστυνομοκρατούμενο περιβάλλον της χώρας της. Δεν αμφιβάλλω πως όλο το Σαββατοκύριακο σκεφτόταν τον Παριζιάνο φίλο μας.
Δεν θα ‘ρθει.

Η πάντα ζεστή και εκδηλωτική Βραζιλιάνα που δουλεύει στη Γερμανία, αφού εξέφρασε τη θλίψη της, είπε πως έφυγε από το Ρίο για να μην ξαναζήσει τον εφιάλτη του τρόμου. Αν και η λογική, της λέει πως τίποτα κακό δεν θα συμβεί αυτή τη βδομάδα, το να βρεθεί στο Παρίσι, είναι πάνω από τις δυνάμεις της.

Η Γαλλίδα από την Τουλούζη επιβεβαίωσε πιο τυπικά από όλους, τη συμμετοχή της.

Ο Ιταλός δεν έχει απαντήσει ως τώρα.

Μπορούν να βγουν εύκολα και προφανή συμπεράσματα. Παραείναι εύκολα για να τα καταγράψω. Μια χαρά όμως μπορούν να βγουν και λάθος συμπεράσματα, οπότε ας αποκλείσω μερικά.

Σάββατο, 7 Νοεμβρίου 2015

Κορόνα σπέσιαλ

Το κορίτσι άκουγε μουσική, το πρωί με το φραπέ-χειμώνα-καλοκαίρι, και το τσιγάρο, όταν γύριζε από τη δουλειά, με το που έβγαζε μία-μία τις στρώσεις ρούχων για να μην κρυώνει πάνω στο παπί, στο πλοίο για το νησί, όταν αρρώσταινε, όταν μαζευόμαστε σπίτι της, πριν και μετά τις συναυλίες, όταν έγερνε να κοιμηθεί, στις πιο μαύρες και στις πιο χαρούμενες μέρες της, όταν χαλάρωνε, όταν διάβαζε, όσο ζούσε τους απελπισμένους έρωτές της, όταν έφτιαχνε όνειρα...τρεφόταν από αυτήν, ζούσε με τις νότες και ξεδίψαγε με τα λόγια, και με το ίδιο πάθος που ερωτευόταν, με το ίδιο πάθος που ετοίμαζε practices ασκήσεις για τους μαθητές της, ξεκίνησε να φτιάχνει τις αγαπημένες της συλλογές, που πήραν το όνομα της αγαπημένης της μπύρας. Και φορτώνοντας το ψυγείο με λεμόνια και κορόνες, ετοίμαζε και μας μοίραζε τις κορόνες special, μετουσιώνοντάς τις σε ανάσες αγάπης και δεσμούς φιλίας. Κάθε φορά που επέστρεφε, κάθε φορά που κάτι σημαντικό άλλαζε στη ζωή της, σε κάθε επέτειο ή έτσι χωρίς λόγο, όταν απλώς τις έδεναν τα τραγούδια που είχε στο μυαλό της, έστηνε μια κορόνα, να τη μοιράζεται μαζί μας, και στο τέλος όλοι εμείς τριγύρω της είχαμε στα χέρια μας μια κορόνα, και μαζί ένα κομμάτι δικό της, κορόνες χριστουγεννιάτικες, της πρωτοχρονιάς, της αρχής ή του τέλους του καλοκαιριού, της επιστροφής από τις διακοπές, της ανάμνησης από ένα ταξίδι, Weird Corona, Pink Corona, Last year's Corona, Sid's Corona, Sudden Corona, Last Corona, Coronita-μάντεψε πώς έλεγαν την κορόνα στη Βαρκελώνη, Mojito-Corona.


Στα παλιά χρόνια που δεν είχαμε έγχρωμους πρίντερς το εξώφυλλο απαιτούσε μια ολόκληρη και χρονοβόρικη διαδικασία, κολάζ, έγχρωμη φωτοτυπία υψηλής ποιότητας, κοπτοραπτική, με τον καιρό η κορόνα έβγαινε ευκολότερα, κι η ένταση δινόταν στις εφαρμογές artwork, στην επιλογή γραμματοσειράς και στο δέσιμο των τραγουδιών, που είχαν ήδη επιλεγεί και ανάδευαν το μυαλό της. If it's in you got to come out; σημασία είχαν πάντα τα τραγούδια και οι στίχοι, που μας σημάδευαν ανεξίτηλα, όταν αφηνόμαστε στη μαγεία τους και, with a little help from our friend, μας συνέπαιρναν.
Κάπου την έχασα, η female corona, έμεινε μόνο στο εξώφυλλο, την τελευταία φορά που την είδα κάτι συνέβη στο ρικόρντερ του υπολογιστή της, κάτι κάναμε λάθος στην αντιγραφή και μου έμεινε μόνο το εξώφυλλο, για χρόνια το κρατάω έχοντας κατά νου, να κατεβάσω τα τραγούδια του και να ολοκληρώσω το CD, αλλά απέχω πολύ από τη δεξιοσύνη του κοριτσιού αυτού, και τώρα πια το κορίτσι αυτό απέχει πολύ από μένα.



ΥΓ. ποτέ δεν τον έβαλε στις κορόνες, ο Peter ήταν αποκλειστικά δικός της

Δευτέρα, 2 Νοεμβρίου 2015

Διάνα στη Νιότη (ή αντιστρόφως)

Αυτή είναι μια ανάρτηση πέρα από τα θέματα και την τραγωδία της επικαιρότητας. Μια ανάρτηση-φυγή. Για να δικαιολογηθώ θα έλεγα πως αν δεν φύγεις, έστω και λίγο, λιώνεις. Αν δεν φύγεις, δεν ξανάρχεσαι. Σταματώ όμως τις απολογίες. Πέρα από τα παραπάνω, αυτή είναι μια ανάρτηση που θέλω να μοιραστώ.

Ανακάλυψα λοιπόν, πως διαθέτω μια υπερδύναμη.
Μπορώ να ξεχωρίζω ανθρώπους αλλά και χώρους με ψυχή. 
Θα μου πεις τώρα, πως σιγά, κι εσύ ξέρεις να το κάνεις αυτό. 
Θα σου απαντήσω πως μίλησα για υπερδύναμη, όχι για αποκλειστικότητα. 
Μπράβο σου λοιπόν κι εσένα αν κάνεις τη διάκριση, γιατί έτσι προστατεύεις τη δική σου ψυχή.

Όμως σ αυτό το ποστ δεν θα επικεντρωθώ στην ψυχή των ανθρώπων αλλά των χώρων. Ενός χώρου συγκεκριμένα. Του κινηματογράφου ΔΙΑΝΑ στο Μαρούσι.
Θα μπορούσες να περιγράψεις την αίθουσα λέγοντας πως πρόκειται για ένα παλιομοδίτικο συνοικιακό  σινεμά, με τεράστια οθόνη, βαριές κουρτίνες και απέραντη αίθουσα. Και κάπως έτσι θα έχεις αποδώσει το περίβλημα. 

Πέμπτη, 29 Οκτωβρίου 2015

Το Όχι σε μια ερώτηση που δεν έγινε


Οι σφαγές στο Δίστομο, Αλέξανδρος Καρογιαννάκης
Πέρασε άλλη μια 28η Οκτωβρίου κι ευτυχώς –λέω- ο μικρός δεν μου απηύθυνε μια από κείνες τις ερωτήσεις-παγίδες. Εκείνες που την απάντηση την υποψιάζεται ωστόσο, επιδιώκει την πρόκληση.
Σε θέλει να ακροβατείς κι εκείνος παρακολουθώντας να σου πετάει μπάλες, ομπρέλες, κορίνες που πρέπει να πιάσεις στον αέρα ισορροπώντας στο τεντωμένο σχοινί.

Ίσως όμως, να μεγάλωσε πια και να βαρέθηκε τις προκλήσεις. Ίσως να άρχισε κι αυτός να συμβιβάζεται. Να μην αναζητά όρια ελαστικότητας, ή διαρροής στις αντοχές της σκέψης.
Ίσως και να μην τον ενδιαφέρει πια η συλλογιστική της παλιάς γενιάς.
(και ποιος θα τον κατηγορήσει για μια τέτοια απόφαση;)

Η ερώτηση που απέφυγα, είναι -φυσικά- η εξής:
-          Μαμά, τι ακριβώς γιορτάζουμε στο Όχι;

Ξέρει πια την ιστορία.
Ξέρει τι είναι φασισμός και ποιες χώρες είχαν φασιστικά καθεστώτα το 1940.
Ξέρει τι έγινε μετά τον πόλεμο. Ποιοι αντιστάθηκαν και ποιοι επικράτησαν. Γνωρίζει την ιστορία του εμφυλίου.
Ευτυχώς στο σχολείο, δεν μιλήσανε για το ένδοξο Όχι του Μεταξά*. Αποφύγανε τη λέξη Όχι. Ακούγεται λίγο παράταιρα τελευταία.
Είπανε μόνο για την Κατοχή και την πείνα. Γέμισαν οι τοίχοι σκελετωμένα παιδιά. Με εικόνες από κάρα που μεταφέρουν νεκρούς.
Στοιβαγμένους.
Εκμηδενισμένους.
Πρώτα μικραίνει το κορμί, μετά η ανθρώπινη υπόσταση. Σαν νούμερο σε γραμματοσειρά που φθίνει. Από δω ως την ασημαντότητα.
Κρύο, εγκατάλειψη, στέρηση.
Παιδικά μάτια. Μεγάλα σαν εβδομάδες (που λέει η Ζυράννα)  

Γνώριμα μάτια. Αναγνωρίσιμα στα μάτια των εφήβων. Τα μάτια των προσφύγων.
Τα κορμιά των πνιγμένων.
Η εικόνα της εξαθλίωσης είναι πολύ πιο οικεία πλέον από την όψη της περηφάνιας.
Κι εξάλλου η εξαθλίωση είναι μεταδοτική. Περνάει από τα κενά του φράχτη, γλιστράει από τα Hot Spots.
Άπαξ και αποδεχθείς την εξαθλίωση ως μέρος της καθημερινότητας, την έχεις κολλήσει. Θα σε καταπιεί αργά ή γρήγορα.

Απομένει η εικόνα της πείνας ως εκκρεμής ερώτηση. Πνιγμένοι που μας στοιχειώνουν με τις δικές τους ερωτήσεις.
Τι έγιναν τα Όχι σας; 

Εκείνες οι φωτογραφίες στους τοίχους του σχολείου κι αυτές οι φωτογραφίες του σήμερα, απαιτούν μια απάντηση. Απ΄αυτές που φέρνουν τις μαμάδες -και όχι μόνο- σε δύσκολη θέση.  
Κανονικά, αν δεν πεις Όχι σ’ αυτό που συμβαίνει σήμερα, τι λόγο έχεις  να γιορτάζεις το Όχι των παππούδων;

Ίσως αυτά να σκέφτεται ο μικρός μου.
Μπορεί πάλι, να έχει υιοθετήσει μια βολική οπτική. Πως τάχα αυτά δεν τον αφορούν.

Ίσως τελικά, να πρέπει να τον ρωτήσω εγώ.
(κι ας ετοιμασθώ να πιάσω στον αέρα μπάλες, ομπρέλες και κορίνες.)

*Ο Μεταξάς δεν είπε κανένα περήφανο όχι, αλλά ένα : «Alors, c'est la guerre», δηλαδή:  «λοιπόν, είναι πόλεμος.»

Πέμπτη, 15 Οκτωβρίου 2015

το κορίτσι του διπλανού βαγονιού



Το κορίτσι μπήκε μέσα στο βαγόνι κοιτώντας με κάποια αγωνία τριγύρω της.
Φορούσε ένα πράσινο τσόχινο καπέλο και είχε περασμένο ένα πλεχτό κασκόλ που έπιανε το καπέλο, το λαιμό κι έφτανε σχεδόν μέχρι το σαγόνι. Τα μαλλιά της πιασμένα όπως-όπως, ίσα που συγκρατούσαν το καπέλο στη θέση του, αφήνοντας να πέσουν μερικές στριφτές τούφες πάνω στο μέτωπο. Δεν έκανε τόσο κρύο που να δικαιολογούσε τέτοιο ντύσιμο. Το βαμβακερό παλτό, μακρύ, με μεγάλες τσέπες, σύρθηκε μέχρι το πάτωμα όταν κάθισε, αναγκαστικά λόγω του βαριού σακιδίου στην πλάτη της στην άκρη του καθίσματος. Κουβαλούσε πράγματα, κουβαλούσε πολλά πράγματα, το σακίδιο, όχι μόνο δεν την άφηνε να ακουμπήσει την πλάτη στο κάθισμα, αλλά την έσπρωχνε κιόλας, σαν να μην τη χωρούσε ο τόπος. Κοίταγε τις πόρτες που ανοιγόκλειναν σε κάθε σταθμό, και μετά τη διαδρομή, που αποτυπωνόταν πάνω από την κάθε πόρτα του βαγονιού, ανοιγόκλεινε τα χείλη σαν να διάβαζε τις στάσεις στη γλώσσα της- είχε κατεβάσει το κασκολομάντηλό της, και διέκρινες τα λεπτά χαρακτηριστικά του προσώπου με τα αμυγδαλωτά μαύρα μάτια. Λεπτά ήταν και τα δάχτυλα, που εξείχαν από τα κομμένα γάντια, αψιά, μακριά δάχτυλα με βρώμικα νύχια. Φαινόταν ταλαιπωρημένη αλλά στεκόταν στητή και πλήρης, σαν να είχε μόλις γυρίσει από κάποιο μακρινό ταξίδι, μια αποστολή εκτός έδρας, ίσως πάλι να είχε ανακαλύψει κάτι ενδιαφέρον μέσα στα χαρτόκουτα. Μπορούσες να φανταστείς τι έκρυβε μέσα του το σακίδιο, αν προλάβαινες να απαριθμήσεις τόσα πολλά ετερόκλητα πράγματα πριν φτάσεις στη δική σου στάση, φανταζόσουν όμως, ρούχα βαμβακερά, σε χρώματα ερήμου ή της σταχτιάς πόλης, κατσαρολάκι, γκαζάκι, ένα σετ κουταλομαχαιροπήρουνα, εφημερίδες σε λωρίδες-ζεσταίνουν αυτές, ένα μπλοκ σημειώσεων με δυο-τρία φύλλα αδειανά, γκρίζα κουπόνια φαγητού, σπασμένες κερομπογιές, ένα ρολό χαρτί υγείας, μισοχρησιμοποιημένο, κλεμμένο από δημόσιες τουαλέτες, αν υπήρξαν, αν τις πετύχαινε.

Τετάρτη, 14 Οκτωβρίου 2015

Legal Alien

Hassam, Φθινόπωρο

Πρωί συννεφιασμένο, μεσοβδόμαδο.
Χωρίς το βάρος της Δευτέρας, χωρίς την αλαφράδα της Παρασκευής.Χλιαρότητα. Απ' αυτήν που την ξερνάνε κι οι Θεοί.
Μα είμαστε στην Ελλάδα καλέ(-ή) μου κι όλες οι μέρες έχουν γίνει Δευτέρες. Ή δεύτερες.
Αν είχαμε γατίσιες ευαισθησίες, τ' αυτιά μας θα ορθώνονταν στην αλλαγή των τονισμών. Όμως οι ευαισθησίες αποκοιμήθηκαν. Μπας κι επιβιώσουν. Σαν τους αστροναύτες των διαπλανητικών ταξιδιών. Προσδοκούν να ξυπνήσουν ζωντανές στο τέλος του δρόμου. Αν στο μεταξύ, δεν συντριβεί το σκάφος.
Κανείς δεν παρακολουθεί τους χτύπους της καρδιάς τους.
Μπορεί και να σαπίζουν σε βαθιά κατάψυξη.

Παρασκευή, 9 Οκτωβρίου 2015

Αλαμπουρνέζικα


Γίνονται σημεία και τέρατα. Κυρίως τέρατα. Και είναι τόσο μα τόσο βαρετό και ψυχοφθόρο να γράφεις γι αυτά. Άσε που δεν έχει και πολύ νόημα. Επί των τεράτων, έτσι κι αλλιώς, συμφωνούμε. Επί των φαρμάκων πάλι, τρέχα γύρευε. Με το που πας να ψελλίσεις μια πρόταση, θα σου την πέσουν από χίλιες μεριές. Άλλοι γιατί θεωρούν πως τους στοχοποιείς, άλλοι γιατί όντως τους στοχοποιείς και καλά κάνεις, άλλοι γιατί βλέπουν με σκεπτικισμό την οποιαδήποτε πρόταση, που δεν μπορεί, θα χει τις αδυναμίες της, μια κι ο Θεός έχει αποσυρθεί από το Τμήμα Σχεδίασης Τελείων Λύσεων. 
Μεταξύ μας τώρα, η τελευταία του Τέλεια Λύση, εκείνο το σχέδιο με τον άνθρωπο και την ελεύθερη βούληση που και καλά θα επέλεγε το Καλό και θα επιστρέφαμε όλοι στον Παράδεισο, πάει κατά διαόλου. Ούτε ο διάολος να το είχε σχεδιάσει. 
Έχω δε και κάτι υποψίες πως έχει βρει δουλειά στο εξωτερικό. Κάπου μακριά από δω όπου εκτιμούν τα θεϊκά του ταλέντα. 
Να νοιώθει άραγε πού και πού νοσταλγία για μας; 
Σκέφτεται άραγε να γυρίσει στα γεράματα ή ρίχνοντας μια βιαστική ματιά προς την αποδώ μεριά, γυρνάει από την άλλη και μουντζώνεται;

Τεσπά που λέει κι ο γιος μου. 
Για να διατηρήσω τη στοχοπροσήλωση της δικής μου ελεύθερης βούλησης, κάνω μικρές βουτιές στην ομορφιά. 
Τώρα που κρυώνει η  θάλασσα και τέλειωσαν οι μέρες της άδειας, οι βουτιές γίνονται νοητικές. 

Ελάτε όμως να βουτήξουμε παρέα.

Αυτή λοιπόν, είναι μια ιστορία που την άκουσα από την αγαπημένη μου θεία. Λέει για μια γιαγιά, που κάποτε ήταν μικρό κορίτσι. Τη λέγανε Δέσποινα κι ήτανε η πεθερά της θείας μου.

Το κορίτσι είναι το χαϊδεμένο, το κακομαθημένο του πατέρα της. Η μαμά πέθανε στη γέννα κι αδερφάκια δεν υπάρχουν.  Ο μπαμπάς είναι ζωγράφος. Τόπος του η Χίος. Ζωγραφίζει θεούς κι αγίους, τα πιο πονεμένα μάτια της Παναγιάς, τα πιο αξιαγάπητα θεία βρέφη. Κι όταν τελειώνει τη δουλειά, ο κόσμος ανατέλει στη ματιά της κόρης του. 
Παραμύθια, τραγούδια, βόλτες, παιχνίδια, όλος ο χρόνος του δικός της.

Μόνο, που σκαρφαλωμένος μια μέρα ο μπαμπάς, στο ξύλινο ικρίωμα, κάπου δεν υπολογίζει καλά το βάρος του. Διπλώνει η σκαλωσιά, γκρεμίζεται κι ο αγιογράφος. 
Ευτυχώς δεν υπέφερε. 
Έμεινε στον τόπο. 

Πεντάρφανη η μικρή και κάτι συγγενείς που δεν τους περίσσευαν τα χρήματα (κι η αγάπη κυρίως), τη στέλνουν να δουλέψει σε μια μακρινή θεία, στη μακρινή Αλεξάνδρεια. 
Υπηρέτρια η Δέσποινα. 

Και πέρασε η χαϊδεμένη μεγάλα ζόρια. Δουλειές και ξύλο και χρόνια χωρίς αγκαλιές και γλυκόλογα.
Μα έλα που όταν είναι στραμμένο το είναι σου στην αγάπη και να χάσει τον μπούσουλα η εσωτερική πυξίδα, θα βρει τον τρόπο να δείξει κατά κει όπου είναι μαθημένη.

Μια μέρα, πηγαίνει η μικρή Δέσποινα στο χασάπη να ψωνίσει το κρέας της κακιάς θείας. 
Όμορφη σαν τη χαρά της ζωής. Η Δέσποινα, όχι η θεία, που δεν μας ενδιαφέρει κιόλας.
Το χασαπόπουλο, ένας μαυρομάτης Μαλτέζος, την ερωτεύεται κι επειδή δεν μιλάει τη γλώσσα της κι έχει καταπιεί τη δική του, της προσφέρει ένα τριαντάφυλλο να συνοψίσει το περιεχόμενο της καρδιάς.

Φαντάζεστε τώρα τη σκηνή. Η μικρή μυρίζει το άνθος, κοκκινίζει ως τ’ αυτιά, τρεμοπαίζει βλεφαρίδες, χαμογελάει πιο αινιγματικά, πιο συνθηματικά, πιο ξεκάθαρα κι απ την Τζοκόντα. Ο νεαρός φουντώνει, κοιτάει τα παπούτσια του, κοιτάει τα σφάγια που κρέμονται δεξιά κι αριστερά, κοιτάει τον ξύλινο πάγκο με τα αίματα, αλλά ο δρόμος της αγάπης δεν έχει γλυτωμό κι αργά, σαν σκηνή από ταινία, γυρνάει το βλέμμα σε κείνη. 
Εδώ είμαστε λοιπόν. 
Οι πυξίδες προσανατολίζονται και δεν αλλάζουν ρότα.

Πέμπτη, 1 Οκτωβρίου 2015

Σωθήκαμε!



              30/9/2015
“Now we know Karma isn't out the door yet but we have a lot of things to do once she is and from all of the people who run this page I want to give an amazing and heartfelt thank you to all of Karma's supporters. YOU made this happen! We could not have done this without the thousands of people out there supporting a dog that you never met. I am just one of the admins of the page but as a person who knows Karma personally and understands that she IS NOT VICIOUS from first hand experience with her in my home and with my own 2 year old daughter and my dogs it has meant the world to me that so many would show their support and take action! THANK YOU TEAM KARMA! YOU ARE ALL AMAZING!

Αφού απελευθερώσαμε την πληροφορία* μέσα στον κυβερνοχώρο της δεκαετίας του ΄90 και μετά, το σύστημα άρχισε να φοβάται, όταν το διαδίκτυο ξεπέρασε τις προβλέψεις και τις προσδοκίες όλων των επικριτών και ενθουσιωδών οπαδών του, το σύστημα άρχισε να οργανώνεται, όσο η παγκοσμιοποίηση εξαπλωνόταν και το ιεραρχημένο σύστημα  να μετατρέπεται σε αποκεντρωμένο σύστημα, η βία μετασχηματιζόταν από ωμά κατασταλτική σε δομική διαποτίζοντας ύπουλα τους όρους της ανθρώπινης ύπαρξης. Κι ενώ η επανάσταση της πληροφορίας, όπως την ευαγγελίζονταν οι πρωτομάστορες της κυβερνοκουλτούρας, θα μπορούσε να ενεργοποιήσει τις προοπτικές για ειρηνικές, δημοκρατικές και περισσότερες ευτυχείς λύσεις ενεργοποίησε ταυτόχρονα και τις προϋποθέσεις για τις συγκρούσεις.

Τετάρτη, 23 Σεπτεμβρίου 2015

Χορεύοντας με τους λύκους;



"Certain wolves I've known — they were better at being a wolf than I've been at being a person."

Rick McIntyre, alpha wolf catcher 

 

Στο δυτικό προηγμένο κόσμο υπάρχουν νόμοι, κανόνες, πρότυπα, στάνταρντς. Το ποσοστό των εισερχομένων μεταναστών είναι προκαθορισμένο. Κάθε υπέρβαση μέσα από τις δημοκρατικά θεσμοθετημένες διαδικασίες πρέπει  ηχηρά να επικροτείται. Ο αριθμός των δέντρων που κόβονται από δημόσιο χώρο ή γήπεδο ή το ποσοστό του χώματος που απομακρύνεται και αναπληρώνεται από ένα πάρκο είναι συγκεκριμένα · γι’αυτό υπάρχουν κατάλληλες υπηρεσίες αποκομιδής και ελέγχου. Στις ανταγωνιστικές εταιρείες εφαρμόζονται διεργασιακές τεχνικές και επιχειρησιακά μοντέλα ώστε να επιτυγχάνονται λιγότερο από 3.4 σφάλματα ανά ένα εκατομμύριο παραγωγικές ευκαιρίες. Οι μη συμμορφώσεις κατρακυλούν τις μετοχές τους.

Δευτέρα, 14 Σεπτεμβρίου 2015

Μες τα θερινά τα σινεμά

Για μας τους προσώρας τυχερούς, το καλοκαίρι αρχίζει και τελειώνει με (μια βουτιά και) μια ταινία σε θερινό. Φέτος, τόσο η πρώτη, όσο και η τελευταία σινεφίλ έξοδος στέφθηκαν με επιτυχία.  Όλως τυχαίως, η πρώτη και η τελευταία, ήταν και οι πιο ενδιαφέρουσες ταινίες που είδα το φετινό καλοκαίρι.
Και τα δύο έργα ήταν αποτέλεσμα ταλέντου και μερακιού και όχι προϊόντα της βαριάς κινηματογραφικής βιομηχανίας.  Πράγμα που σημαίνει πως τα εφέ και τα λεφτά έχουν αντικατασταθεί εδώ από έμπνευση και πολυδιάστατη προσέγγιση.

Και τα δύο καταπιάνονται με μειοψηφίες, με περιθωριακές ομάδες και είναι ταυτόχρονα αληθινά, αστεία και συγκινητικά. Εδώ που τα λέμε, αυτός είναι κι ο πιο αποτελεσματικός τρόπος για να σε κατακτήσει ένα έργο. Πιθανότατα, τα έχετε ήδη δει, αν όχι όμως, αναζητείστε τα. Μιλάω για το Pride και την οικογένεια Μπελιέ.


Κυριακή, 6 Σεπτεμβρίου 2015

η τρίλλια


ξύπνησα νωρίς ίσα-ίσα να πάρω μια ανάσα δροσιάς πριν βυθιστώ στο ζόφο της καθημερινότητας κι έτσι άκουσα το πουλί σήμερα θα κάνει πολύ ζέστη έλεγαν χθες το πουλί δεν το άκουσε αλλά το ένοιωσε στο πετσί του ίσως όμως να είχε ξυπνήσει κι αυτό από μοναξιά γιατί άρχισε να κελαηδάει μόνο του ολομόναχο δηλαδή όχι ακριβώς να κελαηδάει αλλά να προσπαθεί να αρθρώσει κελάηδημα δεν του έβγαινε όμως του έλειπε η παρέα ή να έκανε πρόβες για κάποιο σημαντικό κονσέρτο των επόμενων ημερών να ξεκίνησε μόνο του πάλι ως πρωινό κοκκόρι δεν το θεωρούσα πιθανό το φως είχε αρκετά γεμίσει τη μέρα πλημμυρίζοντας το πεύκο από όπου ακουγόταν η περιοχή είναι γεμάτη από ψηλά πεύκα τα πεύκα είναι τα αγαπημένα δέντρα των πουλιών τα πεύκα εκνευρίζουν όλους εμάς που θέλουμε να παρκάρουμε τα αυτοκίνητα κάτω από αυτά και τα γεμίζουν πευκοβελόνες το καλοκαίρι ρετσίνι το φθινόπωρο και κίτρινη γύρη την άνοιξη τα πουλιά όμως τα αγαπάνε τα πεύκα τους αρέσουν οι ήχοι που βγάζουν τα νεαρά κλαδιά τους λατρεύουν τους ήχους που κάνουν τα κουκουνάρια όταν πέφτουν πάνω στα αυτοκίνητα είναι εντυπωσιακότεροι από τις κουτσουλιές τους τους αρέσει να κρύβονται στις πυκνές γέρικες φυλλωσιές σκιερά και απόμερα έπιασε μια τρίλλια λοιπόν που ήταν παράφωνη αν δεν ξύπνησε βραχνιασμένο από το βραδινό αιρκοντίσιον μπορεί και να μην ήθελε να πιάσει το γλυκό κελήδημά του από ντροπή για όλα όσα βλέπει γύρω του αυτά τα ανθρώπινα που δεν είναι καθόλου ανθρώπινα τώρα πια αλλά δεν ξέρει πως να διαχειριστεί τη ντροπή και την ασκήμια σκέφτηκα ότι ίσως και να ήταν μικρό και να ξέφυγε από την αυστηρή επιτήρηση της μάνας του θέλοντας να χαράξει την ολόδική του πορεία να μην μπει σε νόρμες από τόσο δα μικρό κάπου δεν του έβγαινε όμως και παραφώνιζε στο τέλος σταμάτησε και τότε ήρθε ο αδερφός του για φίλο του δεν τον έκανα ήταν νεαρό το πουλί δεν είχε προλάβει ακόμα να δικτυωθεί στη γειτονιά και να πιάσει φίλους εκείνος το βοήθησε δίνοντάς του ένα ρε προσπάθησαν για λίγη ώρα μπας να καταφέρουν κάτι μαζί τίποτα νάδα μόλις το άφησε μόνο του το μοναχικό πουλί συνέχισε να κελαηδά ασύγχρονα και στριγκιά βαρέθηκε το αδέρφι και πέταξε για αλλού ύστερα από λίγο σταμάτησε και το άλλο η πρωινή ησυχία είχε αρχίσει να διαρρηγνύεται ο ήλιος και η καλπάζουσα ζέστη διέτρεξαν τη φυλλωσιά προς στιγμήν άρχισα να σκέφτομαι τα χειρότερα όχι ότι τα χειρότερα δεν ήταν αυτά που σκεφτόμουν πριν αλλά τα χειρότερα όπως και τα καλύτερα αργούν να 'ρθούν κι εγώ είχα περισπαστεί δεν χρειάστηκε πολλή ώρα λανθάνουσας αναστάτωσης και ξανακούστηκε η γνώριμη τρίλλια σε μια χαμηλότερη κλίμακα τώρα μπας και ζευγάρωναν είπα σε μια στιγμή απρόσκοπτης αισιοδοξίας μήπως είχε βρει κάποιο ταίρι κι έβγαζε κάτι σαν τις φωνίτσες των ικανοποιημένων γυναικών σε λίγο ήρθε ένα αυτοκίνητο εκεί κάτω από το πεύκο και από μέσα βγήκαν με φούρια και φασαρία άνθρωποι η μέρα άρχιζε κανείς δεν έδινε πια σημασία στο πουλί κανείς δεν υπολόγιζε ένα πουλί και μάλιστα παράφωνο...

Πέμπτη, 3 Σεπτεμβρίου 2015

Εμείς, σαν τη θάλασσα

Τακτοποιούσα πριν μέρες, κάτι παλιές φωτογραφίες. 
Ξεχώρισα τρεις των παιδιών.

Ο Ν., 3 χρονών στα Κύθηρα. 
Έχουμε βγει απ’ τη θάλασσα και πριν του φορέσω το στεγνό μαγιό, ξεφεύγει κι αρχίζει να τρέχει στη γραμμή που σκάει το κύμα. Κάνει ζικ ζακ, ξεφωνίζει, δραπετεύει απ’ τα ρούχα, τη φροντίδα, την επιτήρηση.
Τον φωτογραφίζουμε γυμνό κι ευτυχισμένο ν’ απομακρύνεται χοροπηδώντας.

Δυο χρόνια μετά, ο Α. στο Ελαφονήσι. 
Ενός έτους, μουλιάζει ξαπλωμένος ανάσκελα στα τυρκουάζ νερά μ’ ένα χαμόγελο χωρίς δόντια κι επιτήδευση. Χωρίς μπρατσάκια επίσης. Κολύμπαγε από μηνών.

Είναι το νερό φυσικό στοιχείο των μωρών άλλωστε. 
Το ξέρουν, το αγαπούν, το εμπιστεύονται.
Μου το ‘χε πει ο μικρός, λίγο μετά που άρχιζε να νοιώθει τις λέξεις: «εμπιστεύομαι σημαίνει αγαπώ.»

Έτσι δεν είναι;

Λίγα καλοκαίρια αργότερα, μοιάζουν κι οι δυο να χορεύουν στα κύματα του Τσιγκράδου. 
Αφροί, σταγόνες, γέλια, μαυρισμένα κορμάκια, απλωμένα χέρια που καταλήγουν σε γροθιές. Σφίγγουν τη χαρά.
Γιατί η θάλασσα είναι ευλογία και γιατρειά.

Έτσι δεν είναι;

Και μετά εμφανίζεται αυτή η φωτογραφία / Κάποιος την άλλαξε λίγο / να μην μοιάζει τόσο σοκαριστική / Να νομίσεις πως είναι ζωγραφιά / Γέννημα της φαντασίας / Η πραγματικότητα στις διαστάσεις του μυαλού μας, δεν τη χωράει τόση φρίκη.


Αυτό το μωρό.
Δεν μπορώ να σταματήσω να το βλέπω.
Έτσι όπως είναι ξαπλωμένο μπρούμυτα μοιάζει τόσο με τα δικά μου μωρά. Εδώ που τα λέμε, μοιάζει με όλα τα μωρά.
Όπως τα έχω κρυφοκοιτάξει να κοιμούνται -επιτέλους κουρασμένα από το ατελείωτο παιχνίδι.
Τι ευτυχία ένα κοιμισμένο μωρό! 
Σε ξεχειλίζει αγάπη η εικόνα / άμα δεν είναι λάθος.
Άμα είναι λάθος, σε φτύνει στα μούτρα.

Λέω συγγνώμη, νοιώθω ντροπή. 
Ε, και;
Λέμε, νοιώθουμε. 
Βάζουμε ένα εμείς. Όσο περισσότεροι, όσο μεγαλύτερο το εμείς, τόσο πιο μικροί γινόμαστε, τόσο πιο εύκολα κρυβόμαστε πίσω του.  
Ανακούφιση το πρώτο πληθυντικό όταν απολογείσαι.

 Έτσι δεν είναι;

Κάπως σαν το «εμείς τα φάγαμε». Τόσοι πολλοί εμείς οι "εμείς", που να μην φταίει κανείς μας χωριστά.
Ευκολότερα λέμε: Εμείς το φάγαμε το μωρό, Εμείς τρώμε μωρά, Εμείς οι Κρόνοι, οι ευαίσθητοι και μετανιωμένοι για την αδιαφορία μας γονείς.
Το «εμείς» δρα σαν χημικός διαλύτης. Λίγο σαν τη θάλασσα. Αραιώνει δηλητήρια. 
Σαν τη θάλασσα, άμα της ρίχνεις φαρμάκι, το εξαφανίζει. 
Είναι μεγάλη αυτή.Απέραντη σε σχέση με μας. Μπορεί να κάνει πράγματα ταυτόχρονα.
Να σε γεμίζει ευτυχία /να σε πνίγει.  

Ίσως το εμείς να γιατρεύεται με το εγώ. 
(Λέω εγώ.)  
Ω, ας γίνω επιτέλους εγωίστρια. 
Ίσως το εγώ μεγαλώνει όταν προσωποποιεί το φταίω και το «τι κάνω τώρα».
Μην μου λες δεν ξέρω.
Να εδώ, ένας άνθρωπος, βρήκε τι να κάνει:

Κι άλλος ένας:
Σκίτσο Γιάννη Αντωνόπουλου http://johnantono.blogspot.gr/

Εγώ το ψάχνω.
(το ψάχνω;)

Δευτέρα, 31 Αυγούστου 2015

Η κυρία και ο Άη-Γιώργης


Η κυρία, μιας μέσης ηλικίας, μόλις είχε βγει από τη θάλασσα, και παρόλο που είχε τα κιλά της κάθισε ανάλαφρα στην ήδη ξεδιπλωμένη αλουμινένια καρέκλα, που την περίμενε όπως πάντα, μπροστά στο κύμα, την ξεδίπλωνε ενώ έφτανε στην παραλία, την ώρα που καλημέριζε τις υπόλοιπες κυρίες, μιας κάποιας ηλικίας και αυτές, άλλες λίγο μεγαλύτερης, άλλες ελάχιστα μικρότερης-ήταν βλέπεις πολύ πρωινή η ώρα για τη θάλασσα, αργότερα, όταν πια όλες αυτές είχαν μαζευτεί και μαγείρευαν στα σπίτια τους, αφού είχαν ξεπροβοδίσει τους συζύγους τους για το καφενείο, θυμίζοντάς τους να μην ξεχάσουν στην επιστροφή το ψωμί και το μαϊντανό. Ήταν η ώρα που η θάλασσα στραφτάλιζε, ο ήλιος ανέβαζε τα γράδα του, και το πρωινό αεράκι που αχνοχανόταν αρκούσε να στεγνώσει την υγρασία από το κορμί της. Σε λίγο ξεκίνησε τη διαδικασία αλλαγής του μαγιό, με τις μεθοδικές και-καθημερινά-επαναλαμβανόμενες κινήσεις, δίπλωσε την πετσέτα γύρω από τη μέση της, σκουπίστηκε, έβγαλε τα προσεκτικά διπλωμένα εσώρουχα από την πάνινη τσάντα, την μπλε με τους απλικαρισμένους ναυτικούς κόμπους και την άγκυρα από κορδόνι, την οποία, η κυρία απίθωνε με τέτοιο τρόπο έτσι ώστε η άγκυρα να βυθίζεται ελαφρά στη άμμο, για να μην την αναποδογυρίζει ο αέρας ή κάποιο απρόβλεπτο κύμα, ενώ αυτή θα βρισκόταν μέσα στο νερό, φορούσε με συστολή και κοιτώντας τριγύρω της τα εσώρουχα κι έριχνε γρήγορα πάνω της το μπουρνούζι, ώστε να εξανεμίσει την πιθανότητα μιας διπλανής κλεφτής ματιάς. Ξανακάθισε ανακουφισμένη στην καρέκλα και ξεγλιστρώντας από το χρόνο άφησε με τη σειρά της το μυαλό της να ξεφύγει, κοιτώντας πάντα προς την ξελογιάστρα τη θάλασσα, και καρφώνοντας το βλέμμα προς το απέναντι νησάκι.

-Άη Γιώργη μου, είμαι ευτυχισμένη

Κυριακή, 30 Αυγούστου 2015

Νησιά


Κάθε πρωί στο μπαλκόνι, μετράω νησιά.
Τα απαγγέλλω σαν προσευχή.
Νάξος, Μύκονος, Πάρος, Δήλος, Ρήνια, Σέριφος, Σύρος, Σίφνος.
Μερικά κρύβονται με τον καιρό κι η προσευχή μικραίνει.
Νάξος, Μύκονος, Δήλος, Ρήνια, Σύρος.
Ή μόνο Δήλος.
Με την ομίχλη χάνεται κι αυτή.
Άδηλος.
Θέλω να μείνω εδώ.
Ακόμα κι αν αναπνέω το σύννεφο.
Αυτό να γίνει το σπίτι μου.
Σκέφτομαι μετά, πως αν συνηθίσεις την ομορφιά, μπορεί και να τη χάσεις. Γιατί θα πάψεις να τη βλέπεις.
Μπορεί να μετακομίσει η παροδική ομίχλη στο μυαλό. Να γίνει μόνιμη.
Οπότε φεύγω.


Κι  αν είμαι ακόμα τυχερή, θα επιστρέψω με περισσότερη λαχτάρα και πιο δυνατή όραση.

Τετάρτη, 29 Ιουλίου 2015

Μπουρμπουλήθρες



Ταξίδεψα πολύ στο βυθό του κρεβατιού μου
Ζ.Περέκ

Είναι κι αυτές οι κάποιες μέρες που στοιβάζεις αναμονή, πληρώνεις τα χρωστούμενα αν δεν τα φορτώσεις στον κόκορα, ξεχνάς τα απλωμένα, παραμελείς τα ζωντανά, βουλώνεις το σιφόνι στραγγίζοντας τις σκέψεις κι ανοίγεις τη βρύση. Γεμίζεις την μπανιέρα λίγο πιο κάτω από τη σχισμή διαφυγής, την τιγκάρεις αλάτι από τα Ιμαλάια-έτσι και αλλιώς μπορεί και να μη ρίχνει την πίεση, αδειάζεις και το σωληνάριο με τις σαπουνόφουσκες του μικρού-έτσι κι αλλιώς πεταμένο το’χε στο πάτωμα, και μπαίνεις μέσα ψηλαφώντας τα λαστιχένια ζωάκια στον πάτο της. Η πρόσβαση, απολαυστικότερη από την ιδιοκτησία.
Βυθίζεσαι και τεντώνεις τα αφτιά στη διάφανη ησυχία. Και τότε καλειδοσκοπικά αποκαλύπτεται ο απόηχος της μέρας·
η ανάσα που ξεψυχά στη σιγαλιά
τα τζιτζίκια που αναβοσβήνουν συντονισμένα με το θερμόμετρο
οι πλάκες του μπαλκονιού που συρίζουν, ενοχλημένες από τις συναρμογές τους
το ροχαλητό που αποστρέφεσαι
μια μπαλκονόπορτα που σέρνεται κι αναστενάζει
ο φίκος της σκάλας που ξέστριψε με πάταγο και κοιτά προς τ’απάνω
ένα κομπιναιζόν με μια τρύπα από τσιγάρο και το δάχτυλό της να στριφογυρίζει ανάμεσα
ένα βογκητό συνουσίας που σχίζει την ησυχία-δεν αναγνωρίζεις  αν είναι της γάτας ή της κυρίας με τα μπλε
Μίλα ψιθυριστά όταν μιλάς γι’ αγάπη
Η πολυκατοικία που ξυπνά·
το ξυπνητήρι χτύπησε καθυστερημένα
ένα πλυντήριο ανενόχλητο αδειάζει τα χρωματιστά νερά του
το πουλί ανοίγει το κλουβί του, είναι η ώρα του πρωινού
κάποιος ψάχνει το αμάξι του
τα κωλόχαρτα φτερουγίζουν πίσω από μια βιαστική σκουπιδιάρα
Τίποτε δεν έχει βρει το ρυθμό του ακόμη
Σαν να άκουσες το βουητό ενός απολείποντος ανέμου κι αρχίζεις να παρακολουθείς τα αξιοθέατα της γειτονιάς· το σκυλί σπάνιας ράτσας και περίεργης ιδιοκτησίας, τη γάτα-δερβέναγα, τη γηραιά κυρία με τις λουλουδάτες ρόμπες να ταΐζει τα περιστέρια, το μέγαρο ενός αμφιβόλου ηθικής επιχειρηματία, τη τζακαράντα με εκκρεμή την αίτηση για υπηκοότητα να συναγωνίζεται στο ύψος την ευκάλυπτο.
Για να συντηρείσαι βγάζεις κάθε τόσο το κεφάλι από το νερό και τρως μπουκιές από ένα μισοξεραμένο σάντουιτς που πρόβλεψες να βρίσκεται δίπλα σου σε απόσταση χειροαπλωσιάς.
Η κάψα προχωρά υποτονθορύζοντας,
Δυο σκυλιά με σκυφτό κεφάλι προσπαθούν να ξεθάψουν λάφυρα στην πυρωμένη άσφαλτο
Ένα λεωφορείο περνά μακρύτερα, νοιώθεις  την εξάτμισή του, μέρα μεσημέρι στους 45 βαθμούς· ξαφνικά πνίγεσαι. Χωρίς να θέλεις να πνιγείς.

Σε γενικές γραμμές τίποτε άλλο δεν συμβαίνει· στην πραγματικότητα τα πάντα συμβαίνουν και, μεταφυσικά, τα πάντα είναι δυνατά. Απλώς είναι θέμα χρόνου ή τόπου ή και των δυο μας.
Για σένα πάντως είναι μια μέρα που αφουγκράζεσαι φτιάχνοντας μπουρμπουλήθρες.