Δευτέρα, 31 Αυγούστου 2015

Η κυρία και ο Άη-Γιώργης


Η κυρία, μιας μέσης ηλικίας, μόλις είχε βγει από τη θάλασσα, και παρόλο που είχε τα κιλά της κάθισε ανάλαφρα στην ήδη ξεδιπλωμένη αλουμινένια καρέκλα, που την περίμενε όπως πάντα, μπροστά στο κύμα, την ξεδίπλωνε ενώ έφτανε στην παραλία, την ώρα που καλημέριζε τις υπόλοιπες κυρίες, μιας κάποιας ηλικίας και αυτές, άλλες λίγο μεγαλύτερης, άλλες ελάχιστα μικρότερης-ήταν βλέπεις πολύ πρωινή η ώρα για τη θάλασσα, αργότερα, όταν πια όλες αυτές είχαν μαζευτεί και μαγείρευαν στα σπίτια τους, αφού είχαν ξεπροβοδίσει τους συζύγους τους για το καφενείο, θυμίζοντάς τους να μην ξεχάσουν στην επιστροφή το ψωμί και το μαϊντανό. Ήταν η ώρα που η θάλασσα στραφτάλιζε, ο ήλιος ανέβαζε τα γράδα του, και το πρωινό αεράκι που αχνοχανόταν αρκούσε να στεγνώσει την υγρασία από το κορμί της. Σε λίγο ξεκίνησε τη διαδικασία αλλαγής του μαγιό, με τις μεθοδικές και-καθημερινά-επαναλαμβανόμενες κινήσεις, δίπλωσε την πετσέτα γύρω από τη μέση της, σκουπίστηκε, έβγαλε τα προσεκτικά διπλωμένα εσώρουχα από την πάνινη τσάντα, την μπλε με τους απλικαρισμένους ναυτικούς κόμπους και την άγκυρα από κορδόνι, την οποία, η κυρία απίθωνε με τέτοιο τρόπο έτσι ώστε η άγκυρα να βυθίζεται ελαφρά στη άμμο, για να μην την αναποδογυρίζει ο αέρας ή κάποιο απρόβλεπτο κύμα, ενώ αυτή θα βρισκόταν μέσα στο νερό, φορούσε με συστολή και κοιτώντας τριγύρω της τα εσώρουχα κι έριχνε γρήγορα πάνω της το μπουρνούζι, ώστε να εξανεμίσει την πιθανότητα μιας διπλανής κλεφτής ματιάς. Ξανακάθισε ανακουφισμένη στην καρέκλα και ξεγλιστρώντας από το χρόνο άφησε με τη σειρά της το μυαλό της να ξεφύγει, κοιτώντας πάντα προς την ξελογιάστρα τη θάλασσα, και καρφώνοντας το βλέμμα προς το απέναντι νησάκι.

-Άη Γιώργη μου, είμαι ευτυχισμένη

Τώρα πια, η κυρία, δεν κατεβαίνει πια στη θάλασσα, δυσκολεύεται ακόμη και να σταθεί όρθια, πόσο μάλλον να βγει και να περπατήσει μέχρι την παραλία, συνήθως μένει στο σπίτι, κι εκεί, αραιά και που, έρχονται να τη δουν τα εγγόνια της, όταν την έχουν πεθυμήσει, είτε βιαστικά, γιατί υπάρχουν πολλές υποχρεώσεις στην πρωτεύουσα είτε για περισσότερες μέρες, όταν κάποιο ιδιαίτερο συμβάν που, συνήθως έχει να κάνει με θέματα περιουσίας, τα φέρει στο χωριό. Πάντα το μυαλό της  και τα μάτια της, όμως στη θάλασσα, κάθε πρωί κάθεται στο βορινό παράθυρο, άλλοτε φορώντας τα πιο βαριά για την εποχή ρούχα της, άλλοτε ρίχνοντας κάποια πλεχτή εσάρπα-της μάνας της που αντέχει ακόμη, πόσο καλή ποιότητα είχαν παλιά τα νήματα, αφήνοντας, καιρού επιτρέποντος, να την ξελογιάζει το πρωινό αεράκι, που στριφογυρίζει μέσα από τα στενοσόκκακα, και που γνωρίζει καλά το δρόμο, ίσα-ίσα για να φτάσει μέχρι το πρόσωπό της. Και τότε με το πρώτο χάδι του, σαν μουσκεμένη μαντλέν, αναπηδά μια εικόνα είκοσι χρόνων, για να τσιγκλήσει την ψυχή της, μαζί με αυτές τις άλλες τις εικόνες που ξεδιπλώνονται ευθύς αμέσως και με την ίδια συγκεκριμένη αλληλουχία, όταν η μέρα είναι φωτεινή κι η νύχτα δεν την έχει ταλαιπωρήσει, ή συγκεχυμένες και επάλληλες όταν από τους πόνους τους πολλούς δεν έχει κοιμηθεί καλά το βράδυ, που η μια της κόρη γέννησε το παιδί νεκρό, τον κόπο, τις θυσίες και την αγωνία μέχρι να έρθουν τα δίδυμα, τότε που η άλλη της κόρη χώρισε και μίσεψε, όταν έχασε ξαφνικά και πριν από αρκετά χρόνια τον άντρα, προσκεφάλι και στήριγμά της, που άρχισε να καμπυλώνει και να σέρνει τα ποδάρια της, τις βελόνες και τους καθετήρες, τις γυναίκες που μπαινοβγαίνουν σπίτι της για να τη διακονούν, τα ζώα που ορφάνεψαν, τις γλάστρες που χορτάριασαν, κι όταν, θεωρώντας ότι τιμωρήθηκε αρκετά, οι εικόνες σταματούν, αρχινά να ψάχνει να βρει τι πήγε στραβά, να αναρωτιέται πού έφταιξε – τη βάραιναν κιόλας τα εκκλησιαστικά κηρύγματα κι οι χριστιανικές αποτροπές, να εξιλεωθεί απέναντί τους για ένα ολίσθημα, την αθέλητη οίηση μια στιγμής, που η αύρα παρέσυρε κι ακούστηκε λιγάκι παραπέρα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου