Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα καλοκαίρι-στην-πόλη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα καλοκαίρι-στην-πόλη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 2 Ιουλίου 2016

Η σκουπιδιάρα

*
Με μια κανονικά κυρτή στάση, έτοιμος για κατάδυση, εκπωματίζεται από τη γυναίκα, αφήνοντας τα απορρίματα μέσα της (...)”
Ελφρίντε Γένικε, Λαγνεία

o γνώριμος ήχος σε πετυχαίνει μέσα στην εκκωφαντική ησυχία, ο θόρυβος ξεδιπλώνεται με την ίδια ταχύτητα, κάθε μέρα την ίδια πάνω-κάτω ώρα, καταφτάνει ακριβώς έξω από το παράθυρό σου, τώρα πλέον μαζί με το πρώτο φως πίσω από τις ξύλινες γρίλιες, οι πρώτες δυο αισθήσεις αφυπνίζονται, η μια κάνοντας λογαριασμούς, μετρημένη πια η απόσταση που θα διανύσει μέχρι να σε απαλλάξει από το άχθος, υπολογισμένη η αναμονή της επικείμενης ασφάλειας που θα αφήσει πίσω της, κάθε φορά που την ακούς να πλησιάζει, που νοιώθεις την ανάσα της στο σβέρκο σου, γυρίζεις πλευρό και αρχινάς να τεντώνεις τα άκρα σου, αυτά ακολουθούν τ' αυτιά σου, με το χέρι ακόμη μισομουδιασμένο απομακρύνεις τα μαλλιά από το πρόσωπο, με τα μάτια ακόμη κλειστά, κατεβάζεις το χέρι, κι αρχίζεις να χαϊδεύεσαι, η αφή σε εγρήγορση, κι ο αχός να σε πλησιάζει, κι εσύ συνεχίζεις να πιέζεις με απροκάλυπτη ένταση, και τότε η αποφορά βρίσκει την ανάσα σου, κι η τέταρτη αίσθηση σκεπάζει τις υπόλοιπες, οι πρώτες οσφρητικές νότες στάζουν υγρό στο μέτωπο, κι αρχίζει να σου αρέσει αυτό που αισθάνεσαι, ο θόρυβος γίνεται τρομακτικός, ο χρόνος συμπαντικός κι οι αχτίδες καίνε το γυμνό δέρμα του βουβώνα, η στιγμή που μια υπέροχη αίσθηση συγκρούεται με την απωθητική, το αποτέλεσμα μοιραία θα είναι εκρηκτικό, το μαρσιποφόρο θωρηκτό βρυχάται κάτω από το παράθυρό σου, εσύ με την προσωπική ηδονή σου, κι αυτή με το ξεκαθάρισμά της, κι ο θόρυβος να σαρώνει τα ανεπιθύμητα κοινά και τις ακατανόμαστες επιθυμίες, μικρές ανομολόγητες συμπράξεις, η σχέση σου με το σώμα σου κι η σχέση της με τ'απόβλητα,

έχεις προσέξει πόσοι κάδοι χάσκουν άδειοι μες στο κατακαλόκαιρο; παρατημένοι μετά από τη σύμπνοια του οργασμού, πυρακτωμένοι ακόμη και μέσα στην πρωινή δροσιά, κι εσύ δεν χωράς πουθενά-σε απομακρύνω, δεν είσαι πια χρήσιμη-σε διώχνω, δεν υπάρχεις πια-σε εξουδετερώνω, μια γλυκειά αναστάτωση, μια καθηλωτική απελευθέρωση, ένα συμπονετικό τέλος που έρχεται και φεύγει κάθε αυγή, κάθε καλοκαίρι πιο ζωντανό, κάθε αυγή πιο στοιχειωμένη, κάθε καλοκαίρι, κάθε αυγή, χάνεσαι και ξαναβρίσκεσαι, ανακαλύπτεις το αναπόφευκτο και το ξαναχάνεις, κάθε φορά κάτω από το παράθυρο, μέσα στο σπίτι, ένα εφησυχαστικό μονοσήμαντο τίποτε

Giorgio de Chirico - Busto di donna in riposo, 1935 (from wikipaints)

Τετάρτη 29 Ιουλίου 2015

Μπουρμπουλήθρες



Ταξίδεψα πολύ στο βυθό του κρεβατιού μου
Ζ.Περέκ

Είναι κι αυτές οι κάποιες μέρες που στοιβάζεις αναμονή, πληρώνεις τα χρωστούμενα αν δεν τα φορτώσεις στον κόκορα, ξεχνάς τα απλωμένα, παραμελείς τα ζωντανά, βουλώνεις το σιφόνι στραγγίζοντας τις σκέψεις κι ανοίγεις τη βρύση. Γεμίζεις την μπανιέρα λίγο πιο κάτω από τη σχισμή διαφυγής, την τιγκάρεις αλάτι από τα Ιμαλάια-έτσι και αλλιώς μπορεί και να μη ρίχνει την πίεση, αδειάζεις και το σωληνάριο με τις σαπουνόφουσκες του μικρού-έτσι κι αλλιώς πεταμένο το’χε στο πάτωμα, και μπαίνεις μέσα ψηλαφώντας τα λαστιχένια ζωάκια στον πάτο της. Η πρόσβαση, απολαυστικότερη από την ιδιοκτησία.
Βυθίζεσαι και τεντώνεις τα αφτιά στη διάφανη ησυχία. Και τότε καλειδοσκοπικά αποκαλύπτεται ο απόηχος της μέρας·
η ανάσα που ξεψυχά στη σιγαλιά
τα τζιτζίκια που αναβοσβήνουν συντονισμένα με το θερμόμετρο
οι πλάκες του μπαλκονιού που συρίζουν, ενοχλημένες από τις συναρμογές τους
το ροχαλητό που αποστρέφεσαι
μια μπαλκονόπορτα που σέρνεται κι αναστενάζει
ο φίκος της σκάλας που ξέστριψε με πάταγο και κοιτά προς τ’απάνω
ένα κομπιναιζόν με μια τρύπα από τσιγάρο και το δάχτυλό της να στριφογυρίζει ανάμεσα
ένα βογκητό συνουσίας που σχίζει την ησυχία-δεν αναγνωρίζεις  αν είναι της γάτας ή της κυρίας με τα μπλε
Μίλα ψιθυριστά όταν μιλάς γι’ αγάπη
Η πολυκατοικία που ξυπνά·
το ξυπνητήρι χτύπησε καθυστερημένα
ένα πλυντήριο ανενόχλητο αδειάζει τα χρωματιστά νερά του
το πουλί ανοίγει το κλουβί του, είναι η ώρα του πρωινού
κάποιος ψάχνει το αμάξι του
τα κωλόχαρτα φτερουγίζουν πίσω από μια βιαστική σκουπιδιάρα
Τίποτε δεν έχει βρει το ρυθμό του ακόμη
Σαν να άκουσες το βουητό ενός απολείποντος ανέμου κι αρχίζεις να παρακολουθείς τα αξιοθέατα της γειτονιάς· το σκυλί σπάνιας ράτσας και περίεργης ιδιοκτησίας, τη γάτα-δερβέναγα, τη γηραιά κυρία με τις λουλουδάτες ρόμπες να ταΐζει τα περιστέρια, το μέγαρο ενός αμφιβόλου ηθικής επιχειρηματία, τη τζακαράντα με εκκρεμή την αίτηση για υπηκοότητα να συναγωνίζεται στο ύψος την ευκάλυπτο.
Για να συντηρείσαι βγάζεις κάθε τόσο το κεφάλι από το νερό και τρως μπουκιές από ένα μισοξεραμένο σάντουιτς που πρόβλεψες να βρίσκεται δίπλα σου σε απόσταση χειροαπλωσιάς.
Η κάψα προχωρά υποτονθορύζοντας,
Δυο σκυλιά με σκυφτό κεφάλι προσπαθούν να ξεθάψουν λάφυρα στην πυρωμένη άσφαλτο
Ένα λεωφορείο περνά μακρύτερα, νοιώθεις  την εξάτμισή του, μέρα μεσημέρι στους 45 βαθμούς· ξαφνικά πνίγεσαι. Χωρίς να θέλεις να πνιγείς.

Σε γενικές γραμμές τίποτε άλλο δεν συμβαίνει· στην πραγματικότητα τα πάντα συμβαίνουν και, μεταφυσικά, τα πάντα είναι δυνατά. Απλώς είναι θέμα χρόνου ή τόπου ή και των δυο μας.
Για σένα πάντως είναι μια μέρα που αφουγκράζεσαι φτιάχνοντας μπουρμπουλήθρες.

Δευτέρα 28 Ιουλίου 2014

Δράσεις δροσιάς

(φωτό Elena Gogou)
Η Μάνια Μαράτου κάνει μια εκπληκτικά υποβλητική ανάγνωση της Ιλιάδας 
μαζεύοντας αρκετούς θαμώνες κάθε βράδυ, για 12 συνεχόμενα βράδια, στα σκαλάκια της Ερεσσού στα Εξάρχεια. Με καρέκλες από την κατάληψη στο Βοξ. Με χάπενινγκ γειτονιάς. Με κρασάκι και σπιτικά μεζεδάκια για όσους ξεμένουν. Με κεριά κάτω από το πανό που κρέμεται από το φανοστάτη. Εκεί ακριβώς που τις υπόλοιπες νύχτες γίνεται το dealing.


Ο εξαίρετος βιβλιοθηκάριος ξιφουλκεί υπερασπιζόμενος το αυτονόητο, το δημόσιο χαρακτήρα της Εθνικής Βιβλιοθήκης, λογχίζοντας με τις αναρτήσεις του τους ιδιώτες που έχουν βαλθεί να (δια)σώσουν τον εθνικά ύψιστο φορέα γνώσης, ιστορίας και παράδοσης.

Στο Γύθειο, στον πυρήνα του πολιτικού συντηρητισμού, στο νομό που παραδοσιακά κρατεί το μεγαλύτερο εκλογικό ποσοστό δεξιών και ακροδεξιών δυνάμεων, δίπλα στην προς εκποίηση, αξιοποίηση και εντέλει κακοποίηση της παραλία του Σίμου στην Ελαφόνησο, εκεί, επιλέγει η νεολαία του Σύριζα να διοργανώσει την καλοκαιρινή της κατασκήνωση, διεκδικώντας τις παραλίες, τα καλοκαίρια και τη ζωή του κοντινού μέλλοντός της.

Στο Μαρούσι, αριστερές συλλογικότητες και ομάδες antifa οργανώνουν πορεία, ζητώντας να κλείσουν τα γραφεία που μουλωχτά μια βδομάδα πριν άνοιξε η χρισηαβγή

Κι εσύ τώρα, ξωμένοντας πίσω, προσπαθείς να μαζέψεις τις σταγόνες από τον αγώνα τους, επαπειλούμενες δροσοσταλίδες μέσα στην κάψα του καλοκαιριού, να διώξεις το ζόφο των θανάτων τριγύρω σου, να ελαφρύνεις την αλυσίδα που σε βαραίνει και σέρνεσαι καθημερινά, να πάρεις ανάσα και δύναμη για να συνεχίσεις, μηρυκάζοντας μια παλιά σοφή συμβουλή:

Κοίτα το θεριό στα μάτια και χτύπα το μες στην καρδιά



Τετάρτη 9 Ιουλίου 2014

τοίχο-τοίχο

Περπατάει τοίχο-τοίχο. Στις απέλπιδες σκιές. Κάθε τόσο σταματά και αφουγκράζεται. Βαριανασαίνει. Εισπνοή, εκπνοή, που και που ξεφεύγει ένας μικρός στεναγμός. Το ρυθμό ακολουθούν οι σκέψεις. Όσες ξεφεύγουν πέφτουν στο καυτό τσιμέντο κι εξατμίζονται. Όσες μένουν γυρνάνε πίσω κάνοντας αντήχηση. Ανάμεσα στις ρόδες των αυτοκινήτων στριμώχνονται πεσμένα τα νεράντζια. Ποδοπατημένες καρδιές.