Τετάρτη, 9 Ιουλίου 2014

τοίχο-τοίχο

Περπατάει τοίχο-τοίχο. Στις απέλπιδες σκιές. Κάθε τόσο σταματά και αφουγκράζεται. Βαριανασαίνει. Εισπνοή, εκπνοή, που και που ξεφεύγει ένας μικρός στεναγμός. Το ρυθμό ακολουθούν οι σκέψεις. Όσες ξεφεύγουν πέφτουν στο καυτό τσιμέντο κι εξατμίζονται. Όσες μένουν γυρνάνε πίσω κάνοντας αντήχηση. Ανάμεσα στις ρόδες των αυτοκινήτων στριμώχνονται πεσμένα τα νεράντζια. Ποδοπατημένες καρδιές.
Διψασμένα τα φύλλα μαραζώνουν. Κάποια λουλούδια αντέχουν ακόμη. Ξεφυτρώνουν άναρχα ανάμεσα στα ξερόχορτα απαιτώντας να τα προσέξεις. Είναι μέρες τώρα που κελαηδάνε. Τα μικρά τα περιστέρια τα πρόσεξε κανείς; είπε, και θυμήθηκε το αυγό που βρήκε σπασμένο πάνω στη σέλα που της είχε κάνει δώρο μια μέρα που είχε πονόλαιμο. Δεν θυμόταν για ποιο λόγο. Δεν είχε φωνάξει· τα σημαντικά του τα'λεγε πάντα χαμηλόφωνα. Δεν είχε καπνίσει πολύ· διήγαγε ηλικία που το να καπνίζεις πολύ δεν είναι πόζα ή αλητεία, αλλά αστοχασιά. Ούτε είχε μιλήσει πολύ· μόνο στο νεογέννητο γατάκι είχε απευθυνθεί για να της γουργουρίσει πίσω. Στο μαύρο γατάκι που έκανε φιγούρες μπας και του δώσει σημασία. Όχι δεν ήθελε το γάλα, που έβαλε στο πλαστικό κύπελλο από το γιαούρτι που έληξε χωρίς να το πάρει χαμπάρι, και είχε ξεμείνει στο ψυγείο. Μόνο χάδια και σημασία. Αδιαπραγμάτευτα.
Φεύγοντας είχε κλείσει την πόρτα πίσω της, ξεχνώντας τα βασικά. Δεν χωρούσαν στο σακίδιο έτσι κι αλλιώς. Σκεφτόταν να πάει να συναντήσει τα βουνά και τις δροσερές πηγές, μόνο που δεν μπορούσε να πραγματοποιήσει την επιθυμία της χωρίς εκείνον. Το μικρό σαραβαλάκι είχε σκουριάσει και το αλυσοδεμένο παπάκι δεν μπορούσε πια να τη βοηθήσει. Να γυρίσει πάλι πίσω θα είναι ήττα. Να φύγει μόνη της μπροστά μοιάζει με αποσκίρτηση. Μιας ανώνυμης επιταγής που προηγείται της σχέσης και αντιβαίνει στους όρκους της.
Κάθε βράδυ επιστρέφει. Σφαλίζει απρόθυμα τη σιδερένια πόρτα πίσω της. Το γατάκι την περιμένει εκεί στη μεσοτοιχία, κάτω από τα μαύρα κάγκελα, εκλιπαρώντας ένα της βλέμμα. Το μόνο που θέλει είναι να ακουμπήσει, να απλωθεί, να χαϊδευτεί. Στα σεντόνια. Μαζί του.

Το επόμενο πρωί, ξυπνώντας από το αξημέρωτο - παλιά συνήθεια από τότε που δούλευε - θα αρχίσει πάλι να ετοιμάζεται. Θα βγει ξανά αποφασισμένη. Κοιτώντας τριγύρω της κι εξασφαλίζοντας τα νώτα της θα αρχίσει να περπατά τοίχο-τοίχο.

5 σχόλια:

  1. Αχ, Χρήστο Οικονόμου,ανεξίτηλα τα σημάδια σου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. σημείο των καιρών να περπαταμε τοίχο - τοίχο.. δεν ξέρεις ποτέ τι σου επιφυλάσσει ο από πίσω..
    όπως και να έχει.. απλά.. ΥΠΕΡΟΧΟ!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. μαθαίνουμε μαθαίνουμε ευχαριστώ kat.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Να περπατάς αγέρωχα στη μέση του δρόμου αποφασισμένη να στείλεις τις σφαίρες, λουλούδια πίσω, ή να πετάξεις μαζί τους τραγουδώντας πάνω από τα σύννεφα.
    Νίκησες το φόβο του ισοπεδωμένου μηδέν; θα' ρθει η Ζωή να σου χορέψει το μεγαλείο του Ένα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή