Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πρόσφυγες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πρόσφυγες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 17 Νοεμβρίου 2015

Κουκλάκια

σὺν δ ̓ Εὖρός τε Νότος τ ̓ ἔπεσον Ζέφυρός τε δυσαὴς καὶ Βορέης αἰθρηγενέτης, μέγα κῦμα κυλίνδων. καὶ τότ ̓ Ὀδυσσῆος λύτο γούνατα καὶ φίλον ἦτορ, ὀχθήσας δ ̓ ἄρα εἶπε πρὸς ὃν μεγαλήτορα θυμόν: «ὤ μοι ἐγὼ δειλός, τί νύ μοι μήκιστα γένηται; (...) Ομήρου, Οδύσσεια, ε', 275
Μαζί νοτιάς, λεβάντες χίμιξαν κι ανήμερος πονέντης, μαζί βοριάς αιθερογέννητος, τρανό κυλώντας κύμα' και τότε του Οδυσσέα τα γόνατα λύθηκαν κι η καρδιά του, και με βαρύ καημό στην πέρφανη γυρνάει και λέει ψυχή του: «Αλί σε μένα τον τρισάμοιρο, τι θ ̓ απογίνω τώρα; (...) (μετ. Ν.Καζαντζάκη-Κακριδή)
Το κορίτσι βγαίνει στην Ε2, στο κέντρο υποδοχής, της δίνουν ένα κουκλάκι. Κάτι που περίσσεψε από ένα μεγάλο κουτί με παιχνίδια, αλλά αυτή δεν το ξέρει. Το αρπάζει και φαίνεται να χαμογελά. Έτσι τουλάχιστον νομίζεις εσύ που το έστειλες, έτσι θέλεις να πιστεύεις εσύ που το διάλεξες. Νομίζεις ότι νοιάζεσαι, γιατί πιστεύεις στην ελπίδα - ακόμα. Πιστεύεις ότι μετέχεις γιατί προσφέρεις εκεί που ο κόπος περισσεύει και ο φόβος στήνει γαϊτανάκι τις φωλιές του.

Από το κουκλί λείπει το χέρι, το άλλο χέρι είναι όμως εκεί και το κρατά σφιχτά, μην τύχει και της πέσει, μην της φύγει κι αυτό. Της αρέσει να το κρατά πάνω της μέχρι να κοιμηθεί, όπου και να κοιμηθεί. Είναι καθησυχαστικό να κρατάς κάτι στέρεο και ζεστό πριν κοιμηθείς. Τα παιδιά στη νέα γη, εκεί που γέρνει ο ήλιος, το ξέρουν καλά, κι όσο οι μεγάλοι είναι εκεί και τα προστατεύουν κοιμούνται καλά - ακόμη. Έχουν τα παιχνίδια τους ταχτοποιημένα σε μεγάλα κουτιά, κουτιά διαφανή, πλαστικά, ψάθινα, κουτιά δερμάτινα, υφασμάτινα, τα κουκλιά γεμίζουν τα κουτιά, τα ξεχειλίζουν, μόνο ένα κουκλί ξεχωρίζει, το πιο αγαπητό, αυτό για το προσκεφάλι, τα άλλα είναι βαρετά, τα άλλα απλώς βωλοδέρνουν.

Στο αγόρι τυχαίνει ένα αυτοκινητάκι. Το αυτοκίνητο δεν λειτουργεί πια, η μια του πόρτα χάσκει, αλλά το αγόρι το κρατά σφιχτά, όσο σφιχτά μπορεί να κρατήσει ένα μικρό αγόρι, έτσι του είπε κι εκείνη, κράτα με τώρα σφιχτά, στη γλώσσα που καταλαβαίνει, κι εννοούσε δέσε με για πάντα μαζί σου, γιατί η ευχή της μάνας βγαίνει πάντα, όταν τη δίνει με αγάπη. Δεν θα το αφήσει να χαθεί κι αυτό, όπως τότε πάνω στη βάρκα, μέσα στα μεγάλα κύματα, μπλεγμένο στις φωνές των άλλων, των ομοφύλων, των ομοθρήσκων, σαβανωμένο στις κραυγές της μάνας, το αυτοκινητάκι είναι κρύο, το χέρι της ήταν κρύο, το αυτοκινητάκι το νιώθει πια ζεστό, ο κόσμος γύρω του είναι κρύος παρόλο που έξω έχει ήλιο, όπως παλιά στην πατρίδα του, τώρα κι εκεί έχει κρύο και σκοτάδι και μια γκρίζα μεταλλική βροχή με κίτρινες λάμψεις.

Το παιχνίδι δεν είναι ζωάκι για να το φροντίσεις
Εκείνο σε φροντίζει
Εκείνο σε νιώθει καλύτερα, σε κάνει να νοιώθεις καλύτερα, σου παίρνει τον πόνο, σου μαγκώνει τα δάχτυλα, κι ο πόνος μετατοπίζεται, μέχρι να εξαφανιστεί
Εκείνο είναι εκεί να το κοιτάς και να ξεχνιέσαι
Να του μιλάς το βράδυ όταν δεν θα σε παίρνει ο ύπνος
Από δω και μπρός θα είναι ο νέος σου φίλος
για τη νύχτα δίχως ύπνο, για τη μέρα χωρίς ψυχή



Η Γενική Ταχυδρομική στέλνει δωρεάν παιχνίδια και ρούχα για τους πρόσφυγες σε οποιονδήποτε κοινωνικό φορέα στην Ελλάδα. Εκμεταλλευτείτε το.

Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2015

Legal Alien

Hassam, Φθινόπωρο

Πρωί συννεφιασμένο, μεσοβδόμαδο.
Χωρίς το βάρος της Δευτέρας, χωρίς την αλαφράδα της Παρασκευής.Χλιαρότητα. Απ' αυτήν που την ξερνάνε κι οι Θεοί.
Μα είμαστε στην Ελλάδα καλέ(-ή) μου κι όλες οι μέρες έχουν γίνει Δευτέρες. Ή δεύτερες.
Αν είχαμε γατίσιες ευαισθησίες, τ' αυτιά μας θα ορθώνονταν στην αλλαγή των τονισμών. Όμως οι ευαισθησίες αποκοιμήθηκαν. Μπας κι επιβιώσουν. Σαν τους αστροναύτες των διαπλανητικών ταξιδιών. Προσδοκούν να ξυπνήσουν ζωντανές στο τέλος του δρόμου. Αν στο μεταξύ, δεν συντριβεί το σκάφος.
Κανείς δεν παρακολουθεί τους χτύπους της καρδιάς τους.
Μπορεί και να σαπίζουν σε βαθιά κατάψυξη.

Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2015

Εμείς, σαν τη θάλασσα

Τακτοποιούσα πριν μέρες, κάτι παλιές φωτογραφίες. 
Ξεχώρισα τρεις των παιδιών.

Ο Ν., 3 χρονών στα Κύθηρα. 
Έχουμε βγει απ’ τη θάλασσα και πριν του φορέσω το στεγνό μαγιό, ξεφεύγει κι αρχίζει να τρέχει στη γραμμή που σκάει το κύμα. Κάνει ζικ ζακ, ξεφωνίζει, δραπετεύει απ’ τα ρούχα, τη φροντίδα, την επιτήρηση.
Τον φωτογραφίζουμε γυμνό κι ευτυχισμένο ν’ απομακρύνεται χοροπηδώντας.

Δυο χρόνια μετά, ο Α. στο Ελαφονήσι. 
Ενός έτους, μουλιάζει ξαπλωμένος ανάσκελα στα τυρκουάζ νερά μ’ ένα χαμόγελο χωρίς δόντια κι επιτήδευση. Χωρίς μπρατσάκια επίσης. Κολύμπαγε από μηνών.

Είναι το νερό φυσικό στοιχείο των μωρών άλλωστε. 
Το ξέρουν, το αγαπούν, το εμπιστεύονται.
Μου το ‘χε πει ο μικρός, λίγο μετά που άρχιζε να νοιώθει τις λέξεις: «εμπιστεύομαι σημαίνει αγαπώ.»

Έτσι δεν είναι;

Λίγα καλοκαίρια αργότερα, μοιάζουν κι οι δυο να χορεύουν στα κύματα του Τσιγκράδου. 
Αφροί, σταγόνες, γέλια, μαυρισμένα κορμάκια, απλωμένα χέρια που καταλήγουν σε γροθιές. Σφίγγουν τη χαρά.
Γιατί η θάλασσα είναι ευλογία και γιατρειά.

Έτσι δεν είναι;

Και μετά εμφανίζεται αυτή η φωτογραφία / Κάποιος την άλλαξε λίγο / να μην μοιάζει τόσο σοκαριστική / Να νομίσεις πως είναι ζωγραφιά / Γέννημα της φαντασίας / Η πραγματικότητα στις διαστάσεις του μυαλού μας, δεν τη χωράει τόση φρίκη.


Αυτό το μωρό.
Δεν μπορώ να σταματήσω να το βλέπω.
Έτσι όπως είναι ξαπλωμένο μπρούμυτα μοιάζει τόσο με τα δικά μου μωρά. Εδώ που τα λέμε, μοιάζει με όλα τα μωρά.
Όπως τα έχω κρυφοκοιτάξει να κοιμούνται -επιτέλους κουρασμένα από το ατελείωτο παιχνίδι.
Τι ευτυχία ένα κοιμισμένο μωρό! 
Σε ξεχειλίζει αγάπη η εικόνα / άμα δεν είναι λάθος.
Άμα είναι λάθος, σε φτύνει στα μούτρα.

Λέω συγγνώμη, νοιώθω ντροπή. 
Ε, και;
Λέμε, νοιώθουμε. 
Βάζουμε ένα εμείς. Όσο περισσότεροι, όσο μεγαλύτερο το εμείς, τόσο πιο μικροί γινόμαστε, τόσο πιο εύκολα κρυβόμαστε πίσω του.  
Ανακούφιση το πρώτο πληθυντικό όταν απολογείσαι.

 Έτσι δεν είναι;

Κάπως σαν το «εμείς τα φάγαμε». Τόσοι πολλοί εμείς οι "εμείς", που να μην φταίει κανείς μας χωριστά.
Ευκολότερα λέμε: Εμείς το φάγαμε το μωρό, Εμείς τρώμε μωρά, Εμείς οι Κρόνοι, οι ευαίσθητοι και μετανιωμένοι για την αδιαφορία μας γονείς.
Το «εμείς» δρα σαν χημικός διαλύτης. Λίγο σαν τη θάλασσα. Αραιώνει δηλητήρια. 
Σαν τη θάλασσα, άμα της ρίχνεις φαρμάκι, το εξαφανίζει. 
Είναι μεγάλη αυτή.Απέραντη σε σχέση με μας. Μπορεί να κάνει πράγματα ταυτόχρονα.
Να σε γεμίζει ευτυχία /να σε πνίγει.  

Ίσως το εμείς να γιατρεύεται με το εγώ. 
(Λέω εγώ.)  
Ω, ας γίνω επιτέλους εγωίστρια. 
Ίσως το εγώ μεγαλώνει όταν προσωποποιεί το φταίω και το «τι κάνω τώρα».
Μην μου λες δεν ξέρω.
Να εδώ, ένας άνθρωπος, βρήκε τι να κάνει:

Κι άλλος ένας:
Σκίτσο Γιάννη Αντωνόπουλου http://johnantono.blogspot.gr/

Εγώ το ψάχνω.
(το ψάχνω;)

Τετάρτη 15 Απριλίου 2015

Όνειρο


Την προηγούμενη μέρα, είχα διαβάσει αυτό:
Πώς μπορείς να διαβάσεις κάτι τέτοιο και να συνεχίσεις τη μέρα σου λες και δεν το έμαθες; 
Κι όμως μπορείς. Έχεις εθιστεί στον πόνο -κυρίως τον ξένο πόνο. Έχεις αποδεχτεί πως κάποιοι άνθρωποι -πιο άτυχοι από μας- δεν βλέπουν στον ήλιο μοίρα, αλλά εμείς κοντοστεκόμαστε μόνο για όσους λέμε πως τάχα μοιάζουμε. Και μετά, πάμε παρακατω. Ψωνίζουμε, βγαίνουμε με φίλους, πίνουμε, γελάμε, κάνουμε σχέδια, όνειρα, αγαπάμε, ναι αγαπάμε, ξεχνάμε και πέφτουμε για ύπνο.

Κοιμήθηκα όμορφα.
Eίναι τώρα η ώρα να ξυπνήσω. Μα όλο το αναβάλλω. 
Η γλύκα της καθημερινής χωρίς δουλειά. 
Κι εκεί που γλυκοξυπνάω, δυο πιτσιρίκια –δυο αγόρια. Τ’ αγόρια μου;- πηδάνε στο κρεβάτι για αγκαλιές. Μα έχει χρόνια να συμβεί αυτό. Δεν τα κάνουν αυτά οι έφηβοι κι αυτά είναι μικρά και όχι δεν είναι τ’ αγόρια μου. Δυο άγνωστα παιδιά είναι, που καμιά έλλειψη οικειότητας δεν με αποτρέπει να τ’ αγκαλιάσω.
Πώς όμως βρέθηκαν εδώ;
Τη στιγμή που αναρωτιέμαι εμφανίζεται ένα ζευγάρι ενηλίκων. Οι γονείς τους θα είναι. Δείχνουν κουρασμένοι. Και πίσω τους κι άλλοι. Κόσμος πολύς στο σπίτι μας. Πώς μπήκαν; Ποιος τους έδωσε τα κλειδιά;
Ο καλός μου δυσανασχετεί μα έχει δουλειά. «Πες τους να φύγουν μέχρι να γυρίσω.»
Ο μικρός κλείνεται στο δωμάτιο και στον υπολογιστή του.
Πρέπει μόνη μου να βρω λύση.
Τους ρωτάω πως βρέθηκαν εδώ. Μιλάνε όλοι μαζί κι είναι πολλοί. Δεν μιλούν όλοι Ελληνικά και κάποιοι τα λένε σπασμένα. Πιάνω κομμάτια λέξεων, κοφτερών σαν γυαλιά. Άνεργοι, ανέστιοι, πρόσφυγες, ναυαγοί, απελπισμένοι, έχω δέκα παιδιά μου λέει ο ένας που με κάποιον μοιάζει. Μ’ αυτόν νομίζω.

Πού θα χωρέσουμε; αναρωτιέμαι. Πώς θα φτάσει το φαγητό για όλους; Άγχος πολύ μα δεν μου κάνει καρδιά να τους διώξω. Τους ζητάω να βρουν τρόπους, να σκεφτούν, να μου προτείνουν.

Κυριακή 26 Ιανουαρίου 2014

Ποιος φοβάται ποιον;

Ήθελαν να μας βοηθήσουν/(βυθίσουν)
Διαβάζω άλλα αντ’ άλλων. Συνεχώς. Εξάρθρωση αντί για αναδιάρθρωση. Μνημόσυνο αντί για μνημόνιο. Παράδοση αντί για διαπραγμάτευση. Μαγκάλι αντί για μανουάλι. Λαπετούζα αντί για Φαρμακονήσι.
Painting of a woman with her dead child by: Käthe Kollwitz Words from: Kindertotenlieder
Το μυαλό μου διαστρέφει επίσημες ανακοινώσεις. Μου ψιθυρίζει πως δεν τις διαστρέφει, μόνο επιστρέφει (το αρχικό νόημα χωρίς το περιτύλιγμα).
Είναι ένα μυαλό άρρωστο ή είν’ ο λόγος τους άρρωστος; Είναι η αλήθεια στη μέση ή η μέση είναι μέθη/πλάνη/κοινοτοπία/αποτέλεσμα παζαρέματος, που καμιά σχέση δεν έχει με την αρχική ιστορία; Βλέπω τους χαροκαμένους μετανάστες , βλέπω και τον υπουργό . Η καρδιά τρέχει να ψηφίσει. Το μυαλό στέκει αμήχανο. Είναι δυνατόν; Μα ποιος έχει συμφέρον να πει ψέματα;
Αν η ιστορία είναι τόσο προφανής, πού είναι οι συμπολίτες μου; Είναι ζωντανοί; Ο φόβος τους έχει νεκρώσει; Γιατί ελάχιστοι συζητούν γι αυτό; Και τι δικαίωμα έχει ο νεκρός ν αποφασίζει για τους ζωντανούς; Όσους απέμειναν ζωντανοί. Γιατί και η σιωπή, απόφαση είναι.
Αποδέχεσαι να δολοφονούν παιδιά; Αποδέχεσαι έστω, να πλανάται η υποψία μιας μαζικής δολοφονίας; Τι είδος είσαι; Αν εσύ φοβάσαι τόσο τους πρόσφυγες και τα μωρά τους, τόσο που δεν σε νοιάζει κι αν τα πνίξουν οι δικοί σου υπάλληλοι, τότε κι εγώ φοβάμαι εσένα.