Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μετανάστες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μετανάστες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2015

Legal Alien

Hassam, Φθινόπωρο

Πρωί συννεφιασμένο, μεσοβδόμαδο.
Χωρίς το βάρος της Δευτέρας, χωρίς την αλαφράδα της Παρασκευής.Χλιαρότητα. Απ' αυτήν που την ξερνάνε κι οι Θεοί.
Μα είμαστε στην Ελλάδα καλέ(-ή) μου κι όλες οι μέρες έχουν γίνει Δευτέρες. Ή δεύτερες.
Αν είχαμε γατίσιες ευαισθησίες, τ' αυτιά μας θα ορθώνονταν στην αλλαγή των τονισμών. Όμως οι ευαισθησίες αποκοιμήθηκαν. Μπας κι επιβιώσουν. Σαν τους αστροναύτες των διαπλανητικών ταξιδιών. Προσδοκούν να ξυπνήσουν ζωντανές στο τέλος του δρόμου. Αν στο μεταξύ, δεν συντριβεί το σκάφος.
Κανείς δεν παρακολουθεί τους χτύπους της καρδιάς τους.
Μπορεί και να σαπίζουν σε βαθιά κατάψυξη.

Παρασκευή 13 Ιουνίου 2014

Κοινωνία μου, την εικόνα σου βλέπω και ΔΕΝ σου μοιάζω



Βλέποντας την εικόνα αυτή που σχολιάστηκε από αρκετούς ευαίσθητους ανθρώπους*  Βλέποντας το βίντεο να προβάλλεται από πολύ περισσότερους μιντιανθρώπους-μισανθρώπους  Βλέποντας κάποιο αχυρένιο μαριονετάκι να κρατά αβρόχοις ποσί το πολυπόθητο για κάποιους άλλους ανθρώπους χαρτί  Βλέποντας την επονείδιστη θυμηδία που προκαλεί το «αναμνηστικό Δελτίο Αιτούντος Ασύλου» που χαρίζει μια υπάλληλος** στον προϊστάμενό της  Βλέποντας ένα αστείο να αναπαράγεται αντί να σκύβει και κρύβεται  Βλέποντας να στήνεται μια παρωδία πάνω σε καθημερινές τραγωδίες διωγμένων από την πατρίδα τους συνανθρώπων Βλέποντας να χτίζεται μια προσωπική στιγμή (sic) μηδαμινής πολιτικής αξίας με λιθαράκια που ανάλγητα συνθλίβουν ζωές κατατρεγμένων  Βλέποντας να γελά ανερυθρίαστα και σε βάρος πονεμένων ανθρώπων αυτός που υποθάλποντας και συντηρώντας καταστάσεις άφησε να συμβεί το Φαρμακονήσι…

Δυο παιδιά κυνηγούν την ευτυχία




Δεν μ’ αρέσει η Γεωγραφία. Αύριο έχουμε διαγώνισμα και δεν έχω διαβάσει. Θα ‘ πρεπε να παίρναμε απαλλαγή στα μαθήματα που βαριόμαστε. Ή να έβρισκαν έναν τρόπο να τα διδάσκουν με πιο ελκυστικό τρόπο. Όπως τα μαθαίνουμε τώρα, είναι χαμένος κόπος ν' ασχολείσαι μαζί τους. Χτες, έμεινα ξύπνιος μέχρι αργά χαζεύοντας τηλεόραση. Έβλεπα ένα ντοκιμαντέρ για τα παιδιά στη Συρία. Μάλλον θα έπρεπε να διαβάζω Γεωγραφία εκείνη την ώρα, αλλά όσα δείχνανε μου φάνηκαν πολύ πιο ενδιαφέροντα. Επίσης, έμαθα πού βρίσκεται η Συρία, γιατί κάποια στιγμή, δείξανε έναν χάρτη. Πάντως, τα παιδιά εκεί κάτω, περνάνε ζόρικα. Η γιαγιά είπε πως είμαι πολύ τυχερός που δεν είμαι στη θέση τους κι ας έχω να γράψω διαγώνισμα αύριο. 
(Γιώργος, 13 χρονών, Αθήνα)

Οι γονείς μου είναι η ασφάλειά μου. Σε κάθε πυροβολισμό, σε κάθε έκρηξη, αυτούς φέρνω στο μυαλό μου κι είναι σαν να τρέχουν κοντά μου, να με τυλίγουν σε μια κουβέρτα, να γίνομαι αόρατη. Κανείς δεν μπορεί να με δει, να με βλάψει. Εδώ και μερικούς μήνες,  δεν πηγαίνω πια σχολείο. Όταν πηγαίναμε, το βαριόμουν. Τώρα μου λείπει. Ακόμα κι οι ώρες των μαθηματικών μου λείπουν. Δεν θέλω να σκεφτώ τι άλλο μου λείπει. Είναι απ’ αυτές τις σκέψεις που κάθονται στο στομάχι σαν βαρύ φαΐ και δεν σ’ αφήνουν ν' αναπνεύσεις. Ούτε το φαΐ θέλω να σκέφτομαι, μόνο να αναπνεύσω και πάλι. Να φτάσει η ανάσα μου στ' ακροδάχτυλα. Θα φύγω με τους γονείς μου για την Ευρώπη. Θα περάσουμε νύχτα τη θάλασσα μέσα σε μια βάρκα. Θα είναι σαν εκδρομή περιπέτειας. Έτσι λέει ο μπαμπάς. 
(Λέιλα, 13 χρονών, Χαλέπι)

Πέμπτη 7 Μαρτίου 2013

Η κυρία-που-τη-λέγαμε-Σοφία


Η ανάγκη τό'φερε και ένα χειμωνιάτικο απόγευμα κατέφθασε στο πατρικό η Ετέρι, που εντέχνως αρχίσαμε να αποκαλούμε Σοφία, για να διευκολυνθούμε στην επικοινωνία, αλλά κατά βάθος για να την κρατήσουμε σε απόσταση.
Τις πρώτες μέρες τα πήγαιναν σαν τον σκύλο με τη γάτα. Καμιά δεν υποχωρούσε. Η καθεμία ήθελε να επιβάλλει την άποψή της. Η μάνα με το χειρότερο τρόπο, λες και της έπαιρνες το παγωτό από το χέρι. Η κυρία-που-τη-λέγαμε-Σοφία έσπευδε να δικαιολογηθεί, πίστευε ότι αυτό θα έσωζε το πόστο της, αλλά το έκανε άκομψα και πυροδοτούσε νέες εκρήξεις. Η πρώτη βδομάδα ήταν μια μικρή καταστροφή. Δεν προλάβαινα να απαντάω στα τηλεφωνήματα της μάνας και να μαζεύω παράπονα...έπρεπε να τα μαζέψει και να φύγει: ή εγώ ή αυτή (και πού είμαστε εμείς, μάνα; εμείς τα παιδιά σου;)

Κυριακή 3 Φεβρουαρίου 2013

Άνθρωπος στη θάλασσα


«Ενημερώνουμε το επιβατικό κοινό, ότι η κυκλοφορία των συρμών έχει προσωρινά διακοπεί μεταξύ Ταύρου και Ομόνοιας λόγω εισόδου ατόμου στις γραμμές.»

Ώστε γι αυτό έχει τόσο κόσμο στην αποβάθρα, Παρασκευή βράδυ. Δεν είναι που ξεπεράσαμε τα δύσκολα κι άρχισαν πάλι οι Έλληνες να βγαίνουν. Το τραίνο έρχεται αλλά θα μας πάει μόνο ως την Ομόνοια. Κοιταζόμαστε όλοι μ’ ανησυχία. Ένας άνθρωπος στις γραμμές του τραίνου; Αν και στην ανακοίνωση μίλησαν για άτομο. Ναι, δεν μ’ αρέσει ν’ αποκαλούν τους ανθρώπους άτομα. Δεν είμαστε άτμητοι. Δεν είμαστε σε καμιά περίπτωση η ελάχιστη μονάδα συμπαγούς ύλης. Ειδικά όταν φτάνουμε να εισερχόμαστε στις γραμμές   του τραίνου, μπορούμε να γίνουμε χίλια κομμάτια. Μπορεί να ήμαστε χίλια κομμάτια πριν καν πατήσουμε στα ηλεκτροφόρα σίδερα. Αν ήμαστε σε καράβι, θα λέγαμε «άνθρωπος στη θάλασσα», όχι άτομο στη θάλασσα.

Οι συνεπιβάτες μου είναι τρομαγμένοι. Σκέφτονται πως  άλλος ένας από μας διαμελίστηκε απ’ το τραίνο που ξεπρόβαλε στην άκρη του τούνελ, αντί για το φως που αναμέναμε. Κι αν δεν ήταν ένας από εμάς; Ένας από μας τους ταπεινωμένους, τους ευρισκόμενους στη μέση της κλίμακας της εξαθλίωσης; Κι αν ήταν ένας απ’ τους άλλους, σκέφτομαι. Ένας άνθρωπος –όχι, όχι άτομο- που την είχε ήδη κατέβει την σκάλα κι επειδή εμείς στεκόμαστε λίγο παραπάνω, τον βλέπουμε σαν άλλο είδος και σε καμιά περίπτωση σαν το αυριανό μας εγώ. Αν ήταν το φάντασμα των μελλοντικών μας Χριστουγέννων;

Γρήγορα τα βλέμματα αλλάζουν. Απ’ την ανησυχία για την ιστορία και την τύχη του πιθανού αυτόχειρα γυρνάνε στην ανησυχία για τη χάραξη νέας διαδρομής. Σχέδια ανταλλάσσονται. Θα κατέβουμε Ομόνοια, θα πάρουμε το λεωφορείο –όχι το μετρό!- Όχι, θα κατέβουμε Αττική. Πρέπει να περάσουμε το τμήμα της διαδρομής Ομόνοια-Ταύρος. Πρέπει να περάσουμε το τμήμα της διαδρομής του ατυχήματος. Το ατύχημα το έχουμε προσπεράσει ήδη. Ήταν περαστικό το φάντασμα. Θα το σκεφτούμε ίσως αργότερα, που δεν θα είναι βράδυ Παρασκευής. Ίσως όμως και όχι. Ίσως να μη ξεχάσαμε τόσο γρήγορα το  «άτομο», γιατί προσέχουμε ο ένας τις αντιδράσεις του άλλου. Ή έτσι μου φαίνεται. Κοιταζόμαστε , νομίζω, λίγο στα μάτια. Μια κοπέλα ανακαλύπτει μια ηλικιωμένη κυρία και της προσφέρει τη θέση της. Συνάδερφοι που μόλις σχόλασαν και ταξίδευαν σιωπηλά στο σπίτι, πιάνουν κουβέντα. Χαμογελούν. Είναι Παρασκευή βράδυ κι εγώ σκέφτομαι πως θα κοιτάξω αργότερα στις ειδήσεις. Τώρα πάω να συναντήσω τους φίλους μου. Τα φυλαχτά μου απ’ τα τραίνα.

Παρασκευή 28 Σεπτεμβρίου 2012

Καμιά ιδέα για να μην φαγωθούμε;

"Καλά όλα αυτά*, αλλά η σκληρή πραγματικότητα είναι μία. Δεν χωράμε σ' αυτό τον τόπο. Είμαστε πάρα πολλοί κι οι ξένοι πρέπει να φύγουν. Διαφορετικά σε λίγο θα φάμε ο ένας τον άλλο."
Το επιχείρημα το έχω ακούσει από κόσμο πολύ. Ο αριθμός των υποστηρικτών αυτής της φράσης, σε άλλες εποχές, θα ήταν τρομακτικός. Αλλά παλιά τρόμαζα στα θρίλερ. Τώρα απέκτησα αυτή τη μορφή ανοσίας που τι λες κι αναισθησία. Όλοι αυτοί που παλιά έλεγαν -ναι είμαστε πίσω σε σχέση με του δυτικούς, αλλά εμείς ρατσιστές δεν είμαστε- έχουν  δικαίωμα ψήφου και κανείς τους δεν είναι υποστηρικτής της αποχής. Όλοι αυτοί αδιαφορούν για τους μαχαιρωμένους μετανάστες,  όσα βίντεο, όσες φωτογραφίες κι αν τους δείξεις. Αδιαφορούν και για σένα και για μένα, αλλά ακόμα ντρέπονται να το πουν δυνατά. Ενδέχεται και να σε  μισούν. Γιατί είσαι δημόσιος υπάλληλος, γιατί είσαι ιδιωτικός με δουλειά, γιατί είσαι ελεύθερος επαγγελματίας και σίγουρα θα φοροδιαφεύγεις, γιατί είσαι άνεργος και καμιά φορά διαμαρτύρεσαι γι αυτό και μπορεί να τους κλείνεις το δρόμο για τη δουλειά/τα ψώνια/τον καφέ/το...σιγά μη σου δώσουμε λογαριασμό ρε φίλε.
Αλλά στ' αλήθεια τι σημαίνει αυτό το "είμαστε πάρα πολλοί;"

Σάββατο 15 Σεπτεμβρίου 2012

Στο μεταξύ η Ελλάδα ταξιδεύει...


Στους εθνικούς σου δρόμους/
λάστιχα σκασμένα και ζώα σκοτωμένα
Στου κράτους σου τους νόμους
όνειρα κλεμμένα, χαρτιά σημαδεμένα/.../
Πού'ναι το φως σου το κρυμμένο,
αυτό που χρόνια περιμένω;/
Εσύ που λες πως δεν πεθαίνεις.

Σεπτέμβρης, μήνας εσωστρεφής και μελαγχολικός. Κατ'ανάγκη τώρα πια. Ο επικήδειος των αναβολών. Μήνας εξελίξεων και οργάνωσης. Και αυτοί οργανώνονται. Πρέπει να κάνουν εντύπωση. Είναι οι πρώτες εικόνες που θα αντικρίσει ο αστός επιστρέφοντας στην καθημερινότητά του, αφήνοντας το θερμό, χαλαρό, ελληνικό καλοκαίρι ξοπίσω του.

ΕμπρησμόςΚουρείου ΜαχαίρωμαΤαξιτζή ΔολοφονίαΆνεργου ΞυλοδαρμόςΆστεγου ΣπάσιμοΠάγκουΛαϊκής ΚυνηγητόΚαθαριστήΠαρμπρίζ.

Και εμφανίζονται οι ακραιφνείς ψιθυριστές, οι όψιμοι λαθρακουστές, οι των πάντων χειροκροτητές, οι υποβολιμαίοι υποβολείς. Που τσουβαλιάζουν την ήρα με τα στάχυα. Που επαναλαμβάνουν τις αποτρόπαιες πράξεις στο διηνεκές. Και εκτός της προπαγανδιστικής επανάληψης, αρχίζουν να αντιπαραβάλλουν. Σε κάθε προμελετημένη επίθεση μία ακατανόμαστη βιαιότητα της άλλης πλευράς. 
“Τάγματα εφόδου”.Τάγματα ασφαλείας-κατ'ευφημισμό πάντα. Διακρινόμαστε για τους ευφημισμούς μας ως λαός. Είμαστε έθνος ανάδελφο, αλλά προπάντων πολιτισμένο. Έτσι πιστεύουμε και έτσι προσπαθούν να μας διδάξουν-στα σχολεία, που όπως πάντα, για άλλη μια χρονιά ξεκίνησαν με τις γνωστές ελλείψεις, το ίδιο αυτόν το μήνα. Μέσα στην πίκρα και τη μισαλλοδοξία.
Τα ακούς από μακριά. Τα διαβάζεις με γράμματα που ολοένα μικραίνουν και χάνονται, πνίγονται μέσα στο σιφόνι, κάτω από το νερό που το ξεχνάς και το αφήνεις να τρέχει..Και τριγυρίζεις στη μεγάλη πόλη που αντί για χωνευτήρι πολιτισμών, κατάντησε χωνευτήρι μαύρου κρέατος και σκουρόχρωμου δέρματος. Μυρίζει ψοφίμι και σαπίλα. Βρίθει από κουτιά μετακομίσεων και υπαίθριων αποθετών. Ξύλινα κιβώτια ενθυμημάτων και ντάνες ληγμένων προϊόντων.
Κοίτα πώς κατάντησε, να κοιμάται στο παγκάκι, τι ντροπή, θέ μου, μπροστά στα μάτια των σκυλιών μου, εκεί ακριβώς που βγαίνουν βόλτα.

Κυριακή 1 Απριλίου 2012

Σκόρπια ψέματα

Photo από ecoview.gr
Συνάδερφος έδωσε 2 ευρώ για να ψηφίσει Βενιζέλο. Δεν είναι λαμόγιο. Δεν έχει ωφεληθεί προσωπικά από το ΠΑΣΟΚ. Λέει πως έτσι θα εμποδίσει την άνοδο της  Νέας Δημοκρατίας. «Είσαι φανατική» μου λέει. «Είσαι μ’ αυτούς που πετάνε γιαούρτια. Είναι ωραίο πράγμα αυτό; Έτσι θα σωθούμε; Με τις διαδηλώσεις;» Δεν έχει σύντροφο, δεν έχει παιδιά να υπερασπίσει ούτε αγαπημένους, μόνο μια τηλεόραση μόνιμα ανοιχτή και μια πολύ κακή σχέση με τα βιβλία.  
Χθες, περπατήσαμε με το γιο μου στον Εθνικό Κήπο. Διασχίσαμε το μονοπάτι με τις πέργκολες, προσπάθησε ν’ αγγίξει το βλέμμα την άκρη των γιγάντιων φοινίκων, χαμογελάσαμε στα ξαφνιασμένα σκυλιά που βρέθηκαν απ’ το διαμέρισμα του κέντρου στον κήπο.  Επιτέλους λίγος χώρος διαθέσιμος για σκανδαλιές και ερωτοτροπίες. Χαζέψαμε τα μωρά που φορώντας γυαλιά ηλίου, κουνούσαν χαρούμενα τα πόδια τα κρεμάμενα απ’ το παγκάκι, με γλειφιτζούρι στο χέρι και ύφος «αυτή είναι ζωή». Καταλήξαμε στο Ζάππειο. Έκθεση Βρετανικών Πανεπιστημίων. Ξέρει καλά αγγλικά. Πολύ καλύτερα από μένα, αλλά δεν τολμά να μιλήσει. Μ’ άφησε να συζητάω με τους καθηγητές γι αυτόν σε τρίτο πρόσωπο. Σαν ντροπαλό φάντασμα. Ο μελλοντικός μετανάστης. Έχει τρία χρόνια μπροστά για να τελειώσει το λύκειο, μα κι αυτός κι εμείς ξεκινήσαμε να προσαρμοζόμαστε στην ιδέα. Ήρθατε νωρίς μας είπαν. Τα πράγματα θ’ αλλάξουν ως την ώρα των σπουδών. Κανείς δεν ξέρει πόσο. Πόσο χειρότερα. Αλλά πάλι, ποτέ δεν είναι νωρίς για να μαθαίνεις. Αστραφτερά χαμόγελα. Χαμόγελα ξένων. Οι ντόπιοι ντρέπονται να χαμογελάσουν μην και κατηγορηθούν στη χώρα τη γεννήτρια ενοχών.
Είδα κι άλλα χαμόγελα. Πρόσωπα ευτυχισμένα. Ξένα πρόσωπα. Βόλτα στο Etoile. Νύχτωσε ώσπου να τελειώσω με τη δουλειά, μα η Champs-Élysées  είναι γεμάτη κόσμο κι ας κοντεύουν μεσάνυχτα. Η πόλη του φωτός αστράφτει στα μάτια των τουριστών. Την ονειρεύτηκαν, τη βρήκαν. Στις διπλανές λεωφόρους, τα μάτια των ανθρώπων δεν είναι τόσο φωτεινά. Σφίγγω την τσάντα καθώς περπατάω. Σηματοδότηση αναπνοών. Στην άνοδο χαμογελάτε κι ανασαίνετε βαθιά, στην κάθοδο σκοτεινιάζετε και κοιτάτε το πεζοδρόμιο.
Ένας κόσμος μαυρόασπρος περπατάει πλάι-πλάι. Σήμερα είμαστε ντυμένοι στα μαύρα. Άλλο χρώμα δεν πουλιέται στη χώρα Εκτός κι αν είσαι αλαφροΐσκιωτος.  Οι λευκοντυμένοι νοιώθουν τυχεροί. Μας κοιτούν με διακριτικότητα. Δεν είναι πρέπον να χαζεύεις τους ανάπηρους και τους χρεωκοπημένους. Κάποιοι απ’ αυτούς υποψιάζονται  πως απλώς παίρνουν σειρά. Κι εμείς στρέφουμε τη ματιά αλλού. Ας δούμε τους μετανάστες. Αυτοί είναι πιο άθλιοι από εμάς. Βρίσκονται ήδη ένα βήμα μπροστά μας.

Κυριακή 12 Φεβρουαρίου 2012

Ταξιδεύοντας με την Gigi


Ασθμαίνουσα, όπως πάντα, έφτασα στο αεροδρόμιο. Πηγαίνοντας προς την πύλη τους είδα. Ένα νεαρό ζευγάρι έγχρωμων αλλοδαπών, να χειρονομούν έντονα. “Paris, Paris; ” Έγνεψα θετικά αμήχανα, πώς το κατάλαβαν; “Parakalw, voithisete th filh mou sto aerodromio” μου είπε ο άνδρας. Και πάλι έγνεψα θετικά και αμήχανα. Μέσα στο αεροπλάνο στη θέση μου χαλάρωσα και βυθίστηκα στα δικά μου. Βγαίνοντας στο  αεροδρόμιο στο Παρίσι και περιμένοντας τις αποσκευές, ένοιωσα τα μάτια της πάνω μου. Γύρισα και είδα το πρόσωπό της. Χαμογελούσε. Αχνοχαμογέλασα κι εγώ. Α μάλιστα. Μου έδειξε ένα χαρτί. Chatelêt-Les-Halles. “Moi aussi, j'y vais”. “I speak english and greek”. Και ξεκινήσαμε να μιλάμε λίγα ελληνικά και λίγα αγγλικά. “Eimai apo Ethiopia”. Ήταν χαμογελαστή. Την εξέτασα από πάνω μέχρι κάτω. Φτηνιάρικα χοντρά ρούχα, μια παλιομοδίτικη βαλίτσα, ένα δεύτερο μπουφάν πλεγμένο γύρω από την τσάντα. Σκέφτηκα την αξία των ρούχων μου σε σχέση με τα δικά της, ένοιωσα άβολα. Σε κάθε βήμα μας της εξηγούσα και συμφωνούσε. Χαμογελούσε και με ευχαριστούσε συνεχώς.


Κυριακή 25 Σεπτεμβρίου 2011

Καλπάζουσες παράπλευρες απώλειες

Κάποτε καμωνόμαστε πως αυτά τα θέματα ήταν σημαντικά.

 
 Υπόγεια, ανώνυμα, αθόρυβα τρέχουν οι παράπλευρες αυξήσεις. Όχι μόνο αυτές που αφορούν στους φόρους, στις εισφορές, στις κρατήσεις, στις απολύσεις. Καλπάζουν και κάτι δείκτες απόκληροι στους οικονομικούς παράδρομους.

Κυριακή 5 Ιουνίου 2011

Πήγαινε όπου αγαπάς

Πήγα σε πάρτι. Όχι απ’ αυτά τα παλιά, τα συνώνυμα της γιορτής. Ήταν συνάντηση αποχαιρετισμού. Ο Ηλίας, παλιός συμφοιτητής αλλάζει ήπειρο μαζί με τη γερμανίδα γυναίκα του, την τρυφερή Πέτρα και τα παιδιά τους, τα φιλαράκια των δικών μου.
Σε όλη τη διάρκεια της βραδιάς εικόνες έτρεχαν σε μια παραγκωνισμένη οθόνη. Φωτογραφίες από εκδρομές στην Μάνη –πατρίδα των παππούδων του, στη Γερμανία –πατρίδα της συζύγου, στη Φιλανδία –τόπο σπουδών και γνωριμίας του ζευγαριού- ταξίδια στην Ευρώπη, στην Αφρική. Οι φίλοι μου είναι άνθρωποι του κόσμου. Αφιέρωσα πολύ χρόνο σ’ αυτές τις εικόνες. Ήταν ευκολότερο να εστιάζω εκεί παρά στα ζωντανά πρόσωπα. Κυριαρχούσαν οι φατσούλες των παιδιών. Μεγάλωναν απ’ τη μια φωτογραφία στην άλλη. Η αθωότητα αυτών των βλεμμάτων διαπερνούσε την τηλεόραση και καρφωνόταν σ’ όποιον θρασύ τ’ ατένιζε κατάματα. Τελικά, ούτε κι αυτό ήταν εύκολο.

Τρίτη 17 Μαΐου 2011

Και η ζωή στην πόλη...

"Σημερα μαχαιρωσαν εναν ανθρωπο.
Ειδα την Α.και μου ειπε τι και πως. Δεν ειχα ιδεα καθ'οτι ημουν παλι σε νοσοσκομειο το πρωι οχι για δικο μου θεμα αυτη τη φορα, ετσι για αλλαγη.
Ομως, περα απο την τεραστια βια, την αδικια και οποιοδηποτε συναισθημα που πλεον δεν περιγραφεται, νιωθω και μια μεγαλη θλιψη που σιγουρα μου προκαλει, οπως σε καθεναν νομιζω, το ιδιο το γεγονος αλλα σιγουρα και το συναισθημα οτι η βια εχει μπει 'εκδικητικα' στο μυαλο ανθρωπων που πιστευα οτι ειχαν ολο το υποβαθρο για να δουν πιο καθαρα ποιος-ποιοι εχουν-εχουμε μεγαλο μερος ευθυνης για ολα οσα συμβαινουν και 'να μην εξαθλιωνουμε τους εξαθλιωμενους' οπως εγραψε και ο Μαινας στο γνωστο αρθρο.
Το αποτελεσμα ειναι ενας νεκρος και ξυλοκοποιμενοι μεταναστες, στο νοσοκομειο καποιος αν σεν απατωμαι και αν τολμησεις να πεις οτι αλλου ειναι οι πραγματικες ευθυνες και δεν οδηγει πουθενα ολο αυτο, οτι καπηλευονται τον τραγικο θανατο πολιτικες μειονοτητες που τεινουν πλεον αν γινουν πλειοψηφιες, τουλαχιστον στο μυαλο πολλων, τοτε γινεσαι 'ο τυπος που εισαι αλλου', και το χειροτερο, σου λενε 'αντε τραβα και πεστα αυτα στη γυναικα του νεκρου που τον περιμενε για να την παει στο μαιευτηριο εκεινο το βραδυ'...
Επειδη λοιπον κατα πολλους δεν μπορουμε να ξερουμε ποιοι πραγματικα το εκαναν, καλως ξυλοκοπουμε τους μεταναστες που βρηκαμε μπροστα μας γιατι
σιγουρα ηταν μεταναστες και οχι Ελληνες. Αν ομως και εκεινοι θελησουν να κανουν το ιδιο, γιατι σιγουρα Ελληνες τους ξυλοκοπησαν και οχι δικοι τους, που οδηγει ολο αυτο?
ΕΧΟΥΜΕ ΠΟΛΕΜΟ και ευτυχως δεν εχουμε παιδια για να στειλουμε εκει..."

"Η φίλη μου η Ε. ζει από παιδί στην Κυψέλη. Από τότε που την ξέρω αντιμετωπίζει όλες τις καταστάσεις και τα προβλήματα με έναν ορθολογισμό που σου τσακίζει το αντεπιχείρημα και μια γλυκειά κυνικόητα που ζηλεύεις. Θα πρέπει να ένοιωσε την πνιγηρότητα του βρόγχου της κοινωνικής βίας και της επιπολλής αντίδρασης/εθελοτυφλίας  ώστε να ξεπεράσει τα προβλήματα όρασης που τελευταία αντιμετωπίζει και να μου στείλει με email το πρώτο προσωπικού κείμενό της"

Πέμπτη 7 Απριλίου 2011

Να ψοφήσει η κατσίκα τ’αλλουνού

Στις ιδιαίτερες αρετές της ράτσας μας, ωχαδερφισμό και εαυτουλισμό, τις οποίες πολύ καλά γνωρίσαμε μέσα από τις ιστορικές εκπομπές του ΣΚΑΙ, θα πρέπει να προσθέσουμε και την έχω-έτοιμη-τη-λύση-που-ποτέ-δεν-αφορά-εμένα, πανταχού παρούσα στην εποχή της κρίσης.

Αρκετοί Έλληνες θεωρούν ότι η λύση στο πρόβλημα της ανεργίας είναι να δουλέψουν οι Έλληνες στη θέση των μεταναστών και όλους αυτούς τους μετανάστες, που τόσα χρόνια εκμεταλλευόμαστε, να τους βάλουμε στις βάρκες και να τους στείλουμε από ‘κει που ήρθαν. Ξεχνάνε σίγουρα ότι οι ίδιοι τους προσλάμβαναν, είτε γιατί γούσταραν να είναι τ’ αφεντικά είτε γιατί ήταν πολύ πιο φθηνό εργατικό δυναμικό και σκεφτόντουσαν την τσέπη τους. Εκτός αυτού διώχνοντας ή εξαφανίζοντας καλύτερα τους μετανάστες πιστεύουν επίσης ότι θα διαλυθούν και όλα τα φαινόμενα που άρχισαν να εμφανίζονται από τότε που ήρθαν αυτοί οι σιχαμεροί στη χώρα μας, ουρές στο ΙΚΑ, σκουπίδια στους δρόμους, παστωμένα λεωφορεία. Κυρίως όμως ενδιαφέρονται να σωθούν τα σκυλάκια και τα γατάκια, τα οποία τρώνε οι πεινασμένοι μετανάστες, για να μπορούν να τα πατάνε με τα αυτοκίνητά τους.

Δευτέρα 21 Μαρτίου 2011

Λίγο πριν κατέβω απ΄το τραίνο


Εδώ και αρκετό καιρό, οι γραμμές του Ηλεκτρικού ανάμεσα στην Πλατεία Αττικής και το Μοναστηράκι δεν λειτουργούν με αποτέλεσμα να μετατραπεί ο Σταθμός της Αττικής σε αφετηρία. Στο τραίνο συνωστίζονται κάτοικοι της περιοχής και επιβάτες που μετεπιβιβάζονται από τη γραμμή του μετρό. Είναι πολύ εύκολο να ξεχωρίσεις τους μεν απ’ τους δε. Όχι γιατί οι πρώτοι είναι στην πλειοψηφία τους οικονομικοί μετανάστες· και οι υπόλοιποι το ίδιο είναι. Απλώς οι κάτοικοι της περιοχής, μετά από λίγα χρόνια παραμονής στη γεμάτη καυσαέρια συνοικία, αποκτούν μια ενιαία δερματική απόχρωση -ανεξάρτητα απ’ τη φυλή τους- το παγκοσμοιοποιημένο χρώμα που μια φίλη ονομάζει εκρού του νεκρού. Το αναγνωρίζω, γιατί για καιρό προσπαθούσα να το καλύψω κάτω απ’ το μέικαπ.
Βρήκα θέση σε βαγόνι που γεμίζει σιγά-σιγά. Δίπλα στο παράθυρο. Απέναντι μου, ένας ηλικιωμένος άντρας. Τα πόδια ανοιχτά κι από τα δάχτυλα των χεριών αιωρούνται δύο χάρτινες σακκούλες γραφείου κηδειών. Μάλλον πάει σπίτι τα κόλλυβα του μνημόσυνου. Τα μάτια κόκκινα, σαν κλαμένα, μπορεί όμως και να υποφέρει από κάποια εκφυλιστική πάθηση. Άγρια και τρομαγμένα, μάτια γέρου ψυλλιασμένου  για την τελική συνάντηση. Άλλος ένας ηλικιωμένος κάθεται στα δεξιά μου δίπλα στο διάδρομο και διαγώνια ένας νεαρός με φόρμα και τσάντα γυμναστηρίου. Στη διπλανή τετράδα, δύο νεαροί μετανάστες από διαφορετικές χώρες συζητούν ελληνικά. Να που η ποικιλομορφία των μεταναστών αναβαθμίζει επιτέλους την ελληνική, σε γλώσσα διεθνή, προς δόξα των γλωσσολάγνων εθνικοφρόνων. Εκείνη, μια όμορφη μαύρη με φουντωτή αλογοουρά και τεράστιους ασημένιους κρίκους κι εκείνος αραβικής καταγωγής. Της εξηγεί ότι δεν μπορεί να βγαίνει Σάββατο βράδυ. Δουλεύει και το Σάββατο και την Κυριακή πια. Το μόνο που θέλει είναι να γυρίσει σπίτι, να κάνει μπάνιο και να κοιμηθεί. Κι αν βγει λέει, πού θα πάει; Σε φίλους να δει DVD; Προτιμάει να κοιμηθεί. Η κοπέλα θα ήθελε να βγουν, αλλά καταλαβαίνει. Όπως της λέει ο νεαρός: «εδώ ήρθαμε να δουλέψουμε» κι ο έρωτας άδικα ξοδεύει τα βέλη του στην πανοπλία της φτώχειας. Εδώ ήρθαν για να δουλέψουν.
Ένας νεαρός Έλληνας εφορμά στο βαγόνι σπρώχνοντας τους πάντες και βρίζοντας. Οι άλλοι Έλληνες αδιαφορούν κι οι ξένοι μένουν σιωπηλοί. Μια παρέα τσιγγάνων αποτελούμενη από δύο ζευγάρια κι ένα μωρό μπαίνουν κι αυτοί στο τραίνο. Ο πατέρας πασάρει την μικρούλα, που δεν είναι ούτε δύο χρονών στη μαμά της. Η νεαρή μητέρα φοράει μια φούστα τόσο μακριά που την πατάει. Τα χρώματα των ρούχων θεατρικά, η έντασή τους ζαλίζει. Με δυσκολία ισορροπεί στις σχοινένιες πλατφόρμες της. Φορτωμένη με το μωρό παραπατάει. Ρίχνει μια ματιά στο νεαρό με τ’ αθλητικά και  ζητάει τη θέση του, εκείνος κοκκινίζει λίγο και της την παραχωρεί.
Η μαμά στριμώχνει το μωρό ανάμεσα στον ηλικιωμένο με τα κόλλυβα και στην πλάτη της. Στρέφεται στην παρέα της και κουβεντιάζει χαρούμενη. Αυτή την ελαφράδα των τσιγγάνων πάντα τη ζήλευα. Το μωρό, μου γελάει. Έχει πολύ πλάκα. Τεράστια μάτια με γυριστές βλεφαρίδες, πλεκτό κεφαλομάντηλο με κρόσσια, πλουμιστά ρουχαλάκια. Θυμίζει κούκλα ντυμένη από πειραματιζόμενο κοριτσάκι. Στο ένα χέρι κρατάει μια αφόρετη φούξια πλαστική σαγιονάρα και στο άλλο ένα τυρκουάζ μπεγλέρι. Τα πιο αλλόκοτα πράγματα έλκουν την προσοχή των μωρών όλου του κόσμου. Η κούκλα εγκαταλείπει το κάθισμα. Η μάνα της δεν την αντιλαμβάνεται ή αδιαφορεί απορροφημένη στο κουβεντολόι. Η μικρή τραμπαλίζεται στο διάδρομο και κινείται προς την πόρτα. Ο παππούς δίπλα την αρπάζει απ’ το χέρι και ανταμείβεται από το επικριτικό της βλέμμα.
«Πήγαινε στη μάνα σου!», τη μαλώνει και στρεφόμενος στην τσιγγάνα, συμπληρώνει ακόμα πιο αυστηρά: «Εσύ δεν βλέπεις πού πάει το παιδί σου; Η μάνα του δεν είσαι; Θα πάει στην πόρτα και θα σκοτωθεί!» Η τσιγγάνα τον κοιτάει ανέκφραστη, κάτι λέει στη μικρή, την αρπάζει και κατεβαίνουν με την παρέα της στην επόμενη στάση. Τη θέση της καταλαμβάνει ένας ξανθός νεαρός προσηλωμένος στη μελέτη  φυλλαδίου του Πάμε Στοίχημα.
Ο παππούς με τα κόλλυβα χιμάει στον άλλο παππού:
«Τι σε νοιάζει εσένα κι ανακατεύεσαι; Αφού δεν νοιάζεται η μάνα, άσε το μωρό να σκοτωθεί; Να μείνουν και λιγότεροι! Έχουμε γεμίσει από δαύτους.»
«Δίκιο έχεις!» συμφωνεί ο συνομήλικός του.
Ντρέπομαι για τους συμπατριώτες μου. Θέλω να κρυφτώ, θέλω και να διαφωνήσω. Χαμηλώνω το βλέμμα. Πάντως η δαπεδοσκόπηση δεν είναι αποτελεσματική μέθοδος διαμαρτυρίας. Μπορεί να το βεβαιώσει και το πάτωμα. Ούτε ένα γαργαλητό δεν του προκάλεσε η ένταση της ματιάς μου.
Ο παππούς με τα κόλλυβα στρέφεται στον ξανθό με το στοίχημα.
«Όλοι λαμόγια είναι! Όλοι πουλημένοι! Να μην τους δίνεις τα λεφτά σου!»
Η έκφραση «λαμόγια» μου προκαλεί αλλεργικές αντιδράσεις εδώ και κάμποσο καιρό. Οι άνθρωποι που συνηθίζουν να τη χρησιμοποιούν, δίνουν την εντύπωση πως περισσότερο ζηλεύουν τη θέση των απατεώνων παρά προσπαθούν να τους καυτηριάσουν. 
«Μα μόνο δύο ευρώ  παίζω τη βδομάδα…» λέει ο νεαρός. «Τι άλλο να κάνω; Όλα απ’ την τηλεόραση τα βλέπω…Δύο ευρώ μόνο!» Ο ξανθός που βλέπει τη ζωή στην τηλεόραση, μιλάει πολύ καλά ελληνικά, τόσο που αναρωτιέμαι αν προέρχεται όντως από χώρα της Ανατολικής Ευρώπης ή είναι βορειοελλαδίτης.
«Η ελπίδα πεθαίνει τελευταία…» φιλοσοφεί ο διπλανός παππούς.
Οι τρεις τους αρχίζουν να συζητούν για τα στημένα παιχνίδια, για τη μαφία των ομάδων, των οργανώσεων, των στοιχημάτων και των άλλων τυχερών παιχνιδιών και για το σίγουρο Ολυμπιακού-ΑΕΚ.
«Χ θα έρθει!» δηλώνει ο παππούς με τα κόλλυβα και βουτάει το φυλλάδιο απ’ τον ξανθό.
«Εγώ νομίζω, θα κερδίσει Ολυμπιακός» , λέει ο νεαρός.
Η απουσία του άρθρου κάνει τον απέναντι παππού να τον στραβοκοιτάξει. «Ρώσος είσαι;»
«Ναι.»
«Δυο συμπατριώτες σου πορτοφολάδες θέλανε να με κλέψουν στο μετρό. Δεν θέλω να σε προσβάλλω, αλλά έτσι είναι τα πράγματα.»
Ο νεαρός σκοτεινιάζει. Έτσι είναι τα πράγματα.
Ο παππούς με τα κόλλυβα στρέφεται σε μένα.
«Αλήθεια σου λέω! Με πλευρίσανε, αλλά τους πήρα είδηση.» Το ύφος του στάζει φτηνό κρασί, ξινίλα και μοναξιά. Διψάει για κουβέντα.
«Σας το πήραν το πορτοφόλι;» ρωτάω.
«Όχι. Αφού δεν έχω. Τι να μου πάρουν; Τους πήρα είδηση όμως και κατέβηκαν στον επόμενο σταθμό. Έχουμε γεμίσει από δαύτους!»
Στον επόμενο σταθμό κατεβαίνει κι ο νεαρός Ρώσος.
Περνάμε έξω απ’ το νεκροταφείο του Κόκκινου Μύλου. Ο παππούς με τα κόλλυβα κάνει το σταυρό του.
Βοήθειά μας.    


Η εικόνα απ' τον ιστότοπο: www2.rizospastis.gr

Παρασκευή 28 Ιανουαρίου 2011

Άγιος Παντελεήμονας




«Αν βλέπεις με συμπάθεια τους Αφγανούς απεργούς πείνας, να πας να μείνεις στον Άγιο Παντελεήμονα!» Το τελικό επιχείρημα πολλών αγανακτισμένων με την κατάληψη της Νομικής.

Στον Άγιο Παντελεήμονα έγινε ο γάμος των γονιών μου. Εκεί βαφτίστηκα. Αργότερα παντρεύτηκε ο αδερφός μου και κάμποσοι κολλητοί. Έπληξα μέχρι θανάτου σε λειτουργίες διάρκειας γεωλογικών αιώνων, με αντάλλαγμα μερικές ώρες με τα φιλαράκια στην παιδική χαρά. Ναι, ομολογώ πως η επαφή μου με την εκκλησία έκρυβε πελατειακές σχέσεις.
Κι ενώ ο εντός της εκκλησίας χρόνος λίμναζε, ο εκτός, κύλαγε με χειμαρρώδεις ρυθμούς. Στα πλατύσκαλα παίζαμε στρατιωτάκια-ακούνητα-αγέλαστα και στις απίθανες κρυψώνες της πλατείας, κρατούσα την ανάσα μέχρι να περάσει αυτός που τα φύλαγε. Μιας κι οι γωνιές ανέδιδαν μυρωδιές αμμωνίας, κανείς δεν άντεχε να παραμείνει για πολύ ώρα κρυμμένος. Οι δυσάρεστες οσμές αποκαθιστούσαν ένα είδος δικαιοσύνης για τον καντέμη που βγήκε-και-τα-φυλάει-αυτός. Οι τραυματισμοί ήταν συχνοί κι όλοι διαθέταμε θαυμάσιες επιγονατίδες μόνιμης κρούστας ξεραμένου αίματος. Χαλίκια κολλάγανε στα παπούτσια, έγδερναν τις παλάμες και τα γόνατα στις πτώσεις. Οι κούνιες κι οι τσουλήθρες στην παιδική χαρά ήταν πάντα σκουριασμένες. Είχαμε μάθει ν’ αποφεύγουμε τα σχισμένα σίδερα. Σαν παιδί, ήμουν πεπεισμένη πως μια μεταλλική επιφάνεια δεν μπορεί να είναι λεία και λαμπερή. Τα περισσότερα παιχνίδια ήταν ξεχαρβαλωμένα. Γερμένα στο χώμα, χρησίμευαν σαν αναχώματα στο κυνηγητό. Βέβαια, για τη βρωμιά, τα κακοσυντηρημένα παιχνίδια και τα κοφτερά χαλίκια, κανείς δε νοιαζόταν. Όλοι τα θεωρούσαμε αυτονόητα.

Μετά το παιχνίδι, όλα τα παιδιά ζητούσαν σουβλάκια. Την επόμενη μέρα, οι μισοί από μας κοιλοπονάγαμε και νοιώθαμε δυστυχισμένοι, όμως γλυτώναμε το σχολείο και κάπως έφτιαχνε η διάθεσή μας –η ζωή δεν είναι εντελώς άδικη, ότι και να λένε. Κάτι μουρμουράγανε οι μανάδες για τα βρώμικα κρέατα και την ύποπτη προέλευσή τους. Αμφιβολίες εκφράζονταν και για το είδος των ζώων που χρησιμοποιούσαν  στα ντονέρ, αλλά στην πραγματικότητα, κανείς δεν νοιαζόταν ιδιαίτερα γι’ αυτό. Οι ίδιοι ιδιοκτήτες λειτουργούσαν τα μαγαζιά για χρόνια.

Στην εφηβεία, συναντιόμουν με τις φίλες μου στις κούνιες. Κλωτσούσαμε τα αιώνια πετραδάκια –που και που καμιά σύριγγα- κι αναλύαμε τις συμπεριφορές των καθηγητών και την αμηχανία ή το θράσος των αγοριών.
Στην πλατεία κυκλοφορούσαν διάφοροι παράξενοι τύποι, γνωστοί σε όλους. Ούτε για τις σύριγγες, ούτε για τους περίεργους νοιαζόταν κανείς.

Το πατρικό μου ήταν διαμέρισμα σε πολυκατοικία αντιπαροχής. Το παράθυρο στο παιδικό δωμάτιο έβλεπε σ’ ένα στενό, κάθετο στην Αχαρνών. Στην αριστερή πλευρά του δρόμου υπήρχε ένα νεοκλασσικό με μισάνοιχτη πόρτα και φωτάκι. Διαβάζοντας, χάζευα την κίνηση στο σπίτι της Λουίζας-έτσι έλεγαν την κοπέλα. Η Λουίζα ήταν ένα πλάσμα μυστηριώδες. Η μαμά την περιέγραφε ως μια κυρία με πολλούς φίλους. Καθώς το έλεγε αυτό, ρούφαγε τη μύτη της κι αυτό ήταν κακό σημάδι. Δεν είχα δει ποτέ την κυρία με τους πολλούς φίλους. Θα πρέπει να δούλευε περισσότερο κι απ’ την αθώα Ερέντιρα του Μαρκές, γιατί δεν προλάβαινε να ξεμυτίσει απ’ το σπίτι της. Τα πατζούρια της πάντα κλειστά κι η πόρτα να χάσκει αινιγματική και τρομακτική σαν στόμα στοιχειωμένου κάστρου. Οι φίλοι της κυρίας είχαν πολύ ενδιαφέρον, επίσης. Μπαίνανε βιαστικοί αποφεύγοντας να κοιτάξουν γύρω. Αν δεν σε βλέπω-δεν με βλέπεις, μοιάζανε να σκέφτονται. Βγαίνοντας, οι ντροπές τους εγκατέλειπαν. Πολλοί απ’ αυτούς, κούμπωναν το παντελόνι τους στο δρόμο. Μια απραγματοποίητη επιθυμία, ήταν να γίνω αόρατη και να τρυπώσω μέσα σ’ εκείνο το σπίτι. Ήθελα να ξέρω πώς ήταν, πώς μύριζε, πόσο φως είχε και κυρίως ήθελα να συναντήσω τη Λουίζα. Ήταν όμορφη; Κοίταζε τους πελάτες στα μάτια; Ήταν ζωντανό το βλέμμα της; Εντέλει, υπήρχε στ’ αλήθεια; Πώς γινόταν να την ξέρει όλη η γειτονιά εκτός από μένα;

Η περιοχή ήταν γεμάτη από σπίτια με φωτάκια κι όχι μόνο. Στο διπλανό δρόμο υπήρχε ένα διάσημο τσοντάδικο με πολύ ενδιαφέρουσες γυμνές φωτογραφίες, γεμάτες ενοχλητικά ορθογώνια χαρτάκια κολλημένα στις κορφές καμπυλών ή στα βυθίσματα εσοχών. Με τις φίλες μου, χαζεύαμε την είσοδο του κινηματογράφου πηγαίνοντας σχολείο και δίναμε σκουντιές η μια στην άλλη κρυφογελώντας. Αναρωτιόμουν, αν μεγαλώνοντας θα αποκτούσα ένα σώμα σαν αυτά στις φωτογραφίες –χωρίς τα χαρτάκια ασφαλώς. Ο κινηματογράφος ήταν διάσημος. Αν κάποιος δυσκολευόταν να καταλάβει πού μένεις, του έλεγες «κοντά στο Εσπέρια» κι οι απορίες ξεδιαλύνονταν. Κανείς δεν διαμαρτυρόταν για την τόσο ερωτική πλευρά της συνοικίας.

Χρόνο με το χρόνο, η καθημερινότητα γινόταν δυσκολότερη. Το νέφος αγαπούσε τον Άγιο Παντελεήμονα και στεφάνωνε πάντα τον ψηλό του τρούλο. Ο ουρανός έφτυνε τον αρρωστιάρικο βήχα του στα μούτρα των κατοίκων, αλλά εκείνοι έδειχναν γνήσια τεξανή περηφάνια για τη μεγαλύτερη εκκλησία των Βαλκανίων, την μόνιμα ανολοκλήρωτη.
Τα αυτοκίνητα πολλαπλασιάστηκαν τόσο, που δύσκολα αποφάσιζες να τα χρησιμοποιήσεις γιατί θα έχανες τη θέση και θα άλλαζες τουλάχιστον ένα μεταφορικό μέσο για να καλύψεις την απόσταση αυτοκινήτου-σπιτιού.
Τα σκουπίδια στοιβάζονταν σε ευωδιαστούς λόφους και σε κάθε βροχή, οι φραγμένες απορροές μετέτρεπαν τους δρόμους σε πλωτά ποτάμια. Μια και κανείς δεν διέθετε γόνδολα, δεν απολαμβάναμε τη μεταμόρφωση της γειτονιάς σε Βενετιά της Ανατολής. Ωστόσο, όλα αυτά ήταν τόσο δύσκολο να διορθωθούν, που κανείς δεν πίστευε πως άξιζε καν να προσπαθήσουμε.

Έφυγα από τον Άγιο Παντελεήμονα, λίγο πριν η συνοικία κατακλειστεί από οικονομικούς μετανάστες. Η πόλη με είχε κουράσει κι ήθελα τα παιδιά μου να μεγαλώσουν βλέποντας δέντρα, κότες, πρόβατα, γαλοπούλες και κουνέλια. Για κακή μου τύχη, η ανάπτυξη μ’ ακολούθησε. Το δάσος όπου χανόμουν με το μωρό στο μάρσιπο, μεταμορφώθηκε λίγο πριν τους Ολυμπιακούς, σε γειτονιά εξαντλημένων συντελεστών δόμησης με μπόλικους χώρους για τακτοποίηση.

Συχνά επισκέπτομαι το πατρικό μου, μια κι εκεί μένει η οικογένεια του αδερφού μου. Τα παιδιά του παίζουν στην πλατεία με τα φιλαράκια τους. Ρίχνω μια ματιά απ’ το παράθυρο του παλιού μου δωματίου. Το νεοκλασσικό της Λουίζας έγινε πολυκατοικία, αλλά διατηρούνται στην περιοχή πολλά φιλόξενα σπίτια, με όμορφες και φρέσκιες αλλοδαπές. Παιδιά, γονείς και περίεργοι τύποι έχουν γίνει πολυπολιτισμικοί. Στο δρόμο δεν ακούς πια ελληνικά. Νομίζεις πως βρίσκεσαι σε υποβαθμισμένη περιοχή του Παρισιού, ενώ περπατάς σε υποβαθμισμένη περιοχή της Αθήνας. Τα αυτοκίνητα φωλιάζουν στις ξεφουσκωμένες ρόδες τους και τα σκουπίδια σχηματίζουν τις γνώριμες πυραμίδες. Τα βρώμικα μαγαζιά της περιοχής άλλαξαν χέρια. Δεν τα έχουν πια Έλληνες, αλλά είμαι σίγουρη πως οι νέοι ιδιοκτήτες διατηρούν τη γνωστή  ποιότητα. Οι άνθρωποι είναι πιο φτωχοί κι ενώ ποτέ δεν ήταν πλούσιοι, τώρα δείχνουν επικίνδυνοι. Η εξαθλίωση φέρνει την απόγνωση και την οργή. Κυκλοφορούν αρκετοί αστυνόμοι αν και θα χρειάζονταν περισσότεροι οδοκαθαριστές.
Η αγανάκτηση αντικατέστησε την αδιαφορία. Πλέον όλοι νοιάζονται, ακόμα κι αν δεν έχουν πατήσει το πόδι τους στην «ιστορική» συνοικία.  Κι όπως φαίνεται, κατάφεραν επιτέλους να εντοπίσουν τη ρίζα των χρόνιων προβλημάτων ∙ τους μετανάστες.



Η φωτογραφία είναι από το http://www.enet.gr/