Πέμπτη, 26 Ιανουαρίου 2012

post mortem

 Ήταν χειμώνας του 1980 όταν περιχαρείς είχαμε σκαρφαλώσει στον εξώστη του Αττικόν για να δούμε τον Μεγαλέξανδρο  συνεπαρμένοι από την περίτρανη βαρύτητα των συμβολισμών του. Ασφυκτικά γεμάτος ο κινηματογράφος, χαμηλόφωνοι και βαθυστόχαστοι οι περισσότεροι εκεί μέσα, κι εμείς, οι μικρότεροι, αμυδρά πολιτικοποιημένοι, μη θέλοντας να φανούμε αδαείς σοβαροφέρναμε. Μέσα στην απόλυτη σιωπή αφεθήκαμε να περιβλέπουμε το πολυσχολιασμένο πλάνο των 360ο και των 15 λεπτών. Και αδημονούσαμε να φτάσει στο τέλος, για να ξεσπάσουν οι συζητήσεις που θα διύλιζαν και θα κατέρριπταν συμβολισμούς και προθέσεις. Λίγο η αντίδρασή μου προς τους γονείς που ακόμη δεν είχαν χωνέψει τους Κυνηγούς-νομίζω πως ποτέ δεν συγχώρησε ο πατέρας μου την προτροπή της μητέρας μου να το δούνε, λίγο θέλοντας να κρατηθώ στο γενικότερο κλίμα της εποχής, συνέχισα να βλέπω τις ταινίες του Αγγελόπουλου. Μέσα σε πολιτικοποιημένη ευφορία λοιπόν είδα το Θίασο, την Αναπαράσταση  και τους Κυνηγούς, ζορίζοντας τους περισπούδαστους προβληματισμούς μου.

Η αποδόμηση της ιστορικής περσόνας, η λατρεία των νικημένων και ο χλευασμός των νικητών.
Ιστορία της Ελλάδας, ιστορία μιας ατέλειωτης προδοσίας, χαραγμένη σε πληγές που χαίνουν και αναβρύζουν νέο αίμα.
Κυκλικότητα στο χρόνο και στο χώρο σε μια γραμμικότητα παραστάσεων εγκλωβισμένη σε συγκεκριμένο, εύφορο για την εποχή του, ιδεολογικό υπόβαθρο.

Και όσο η Ελλάδα ελάχιστα ανταποκρινόταν, τόσο η πορεία και η αναγνώριση του σκηνοθέτη στο εξωτερικό (βλέπε μόνο Ευρώπη) μεγάλωνε. Παρακολουθούσα με την άκρη του ματιού τα βραβεία και τις αναγνωρίσεις, κάπου-κάπου ένοιωθα λίγο περισσότερο Ελληνίδα.  Και συνέχιζα να βλέπω τις ταινίες του, όχι τόσο άπληστα ίσως, αλλά ως κάτι που ασυναίσθητα περίμενα για να με ταρακουνήσει από την καλοζωία μου. Ένα πνευματικό ζιζάνιο.

Έτσι είδα το Ταξίδι στα Κύθηρα   και το Μελισσοκόμο.   Οι μελωδίες και οι εικόνες τους,  προσβάλλοντας το φαντασιακό, μου καρφώθηκαν ανεπιστρεπτί.

Παιδιά αποξενωμένα από τον πατέρα τους, μια χώρα αποξενωμένη από την κληρονομιά της και πάνω απ' όλα η σιωπή γύρω τους: Σιωπή της ιστορίας, του έρωτα και του Θεού.
Το βάρος του ιστορικού παρελθόντος μπροστά στο ανέστιο μέλλον.
Η αποτυχία, προσωπική, συλλογική και εθνική.
Το προσωπικό κόστος να ζεις και να βαδίζεις σε αμφισβητούμενες περιοχές.
Το ταξίδι ως αναζήτηση του νοήματος.

Μετά κάπου κουράστηκα. Είχαμε φτάσει στην εύκολη λύση. Η Ελλάδα συνέχιζε να παρεκκλίνει, τα γούστα των περισσοτέρων να αποκλίνουν και η διάθεση για προβληματισμό και συζήτηση μετά τις ταινίες οριστικά χαμένη. Και όταν η πραγματικότητα είναι σε κρίση και η τέχνη οφείλει να βαδίσει ασυμφιλίωτα με τον περίγυρό της.
Δεν συνέχισα παρά δέκα χρόνια αργότερα με το Βλέμμα του Οδυσσέα  και την Αιωνιότητα, όπου ξανασυναντήθηκα με την εσωτερικότητά μου, χωρίς να απομακρύνομαι από την πραγματικότητα. Είχα μεγαλώσει και είχα ωριμάσει για να ξέρω τι αναζητώ σε μία παράσταση, τους χαμένους ρυθμούς της πραγματικότητας, φερέλπιδες ήχους και συγκλονιστικές εικόνες, τροφή και διέξοδο στη φαντασία.

Ένοιωσα ξανά να απομακρύνεται η ανάγκη μου να δω τις ταινίες του, τις φύλαγα για όποτε μου ξαναερχόταν αυτή τη διάθεση: της πεσιμιστικής φιλαρέσκειας και της προσωπικής ήττας, του βουλιάγματος στον καναπέ καρτερώντας την  ανάνηψη. Τότε, πήγα για πρώτη φορά στην Κερκίνη, το 2001 και αναφώνησα «να γιατί διαλέγει ο Αγγελόπουλος τη Βόρεια Ελλάδα για τα πλάνα του». Η απόλυτη θλίψη, οι ατέλειωτες ευθείες που σβήνουν στην ομίχλη,  οι γραμμές που καμπυλώνουν στον ορίζοντα, εκεί όπου το νερό της γης, η θάλασσα, η λίμνη, ενώνεται με τον ουρανό, η ισοπέδωση του εγώ, του δικού μας και των άλλων, τα αχνά ορόσημα της φύσης, που ξεπετιόνται από παντού για να σε κρατήσουν μέσα της.

Οι συμβολισμοί. Τα ταξίδια. Ο κόσμος μας. Ο Αόρατος κόσμος.  Οι μικροί και οι μεγάλοι. Η δημιουργία και η πλάση. Η φαντασία και οι ιστορίες που μας παίζει το μυαλό, αυτά που είναι ικανός να φτιάξει και να χαλάσει ο άνθρωπος. Γιατί ξέρει πολύ καλά ότι μόνο η φύση μπορεί να τον νικήσει. Ο θάνατος και η κρυάδα όταν τον αγγίζεις.

Το να ζεις στην Ελλάδα παραμένει δύσκολο, το να πιστεύεις στην Ελλάδα φαντάζει σχεδόν ακατόρθωτο, το να μετουσιώνεις τη στενάχωρη νεοελληνικότητα σε δημιουργία και κοινωνικό παρών καταντά άθλος. Στο τέλος, διαπιστώνεις με πικρία ότι «η Ελλάδα πεθαίνει».  Αλλά η δημιουργία συνεχίζεται, όπως και του Manoel di Oliveira,  του πορτογάλου ομότεχνού του που συνεχίζει αδιαλείπτως να γράφει και να σκηνοθετεί. Η δημιουργία συνεχίζεται, μέχρι κάποιο άγνωστο για μας πρόσωπο να μπει μεταξύ ημών και της αιωνιότητας.

9 σχόλια:

  1. Θυμάμαι τους γονείς να μου βάζουν φωνές που τους έστειλα να δουν το 'Ταξίδι στα Κύθηρα'...
    Η μαμά θύμωσε που γι αυτή την ταινία πέθανε ο Κατράκης.
    Εβλεπα τις ταινίες του ενώ δε μου άρεσαν ιδιαίτερα...μαζοχισμός; ή δεν καταλάβαινα;!
    Η 'Αιωνιότητα' όμως μου άρεσε τόσο και η μουσική μ' έκανε να βουρκώσω...
    Ξέρω ιστορίες για τη φοβερή τσιγκουνιά και την αλαζονεία του...
    Τελείωσαν αυτά όμως και δεν πιστεύω ακόμα πως έφυγε έτσι!
    Πως δε θα δω άλλη ταινία του...
    Δεν μπορώ να πιστέψω πως μου λείπει το πλάνο του...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. η τσιγκουνιά και η αλαζονεία του είναι από τα μελανά σημεία, πάνε πακέτο με την τελειομανία όμως...όπως λες κι εσύ θα μου/μας λείψουν τα πλάνα (και οι μουσικές που τα συνοδεύουν ή οι σιωπές)

      Διαγραφή
    2. Ναι, πήγαιναν μαζί...
      Αργησα να καταλάβω τη σημασία της σιωπής...να απολαύσω τις εικόνες...
      Πόσο ταιριαστή η μουσική της Καραίνδρου με τα τοπία....
      Εφυγε όρθιος!
      Ετσι έπρεπε να φύγει ο Αγγελόπουλος!
      Νέος και όρθιος!
      Θα συναντηθούμε στα Κύθηρα......

      Διαγραφή
  2. Και από αυτά που λες διαφαίνεται πως με το έργο του αναμετριώμαστε κάθε στιγμή. Αν αυτό δεν είναι προσφορά, τι είναι; Αν όχι ένας διαρκής και ίσως ατελής διάλογος;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. συνεχής διάλογος και αναζήτηση...ναι...ίσως λίγο ιδεολογικά και σχηματοποιημένα εγκλωβισμένα...αλλά δεν μπορούμε να τα έχουμε όλα...

      Διαγραφή
  3. λοιπόν εμένα ποτέ δεν μου "άρεσε" ο αγγελόπουλος... είχανε κάτι οι ταινίες του που με έκανε να νιώθω στενόχωρα...
    λάτρευα όμως εκείνα τα ατέλειωτα πλάνα, τα τοπία με τη μουσική της καραϊνδρου - ήταν κοντά στο δικό μου βλέμα, και ξεκούραζαν την ψυχή μου από τα γρήγορα εντυπωσιακά χολυγουντιανά...
    τον σκέφτομαι τώρα σαν τον κατράκη στα κύθηρα, να ξεμακραίνει αργά, για ώρες, μέσα στην ομιχλώδη θάλασσα... καλό του ταξίδι

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. ναι το καταλαβαίνω, κι εγώ, όπως περιέγραψα είχα τα φεγγάρια μου, ίσως ήταν περισσότερος εγκεφαλικός από ότι ενίοτε αντέχαμε...παρόλο που κινηματογραφικά διάνυσε όλη την νεώτερη ιστορία της Ελλάδας είχε τις εμμονές του που σε στεναχωρούσαν, αλλά ζούμε σε μια στενάχωρη χώρα όπως και να το κάνουμε :-|

      Διαγραφή
  4. Ξεκινώντας κάπως βαρύγδουπα θα μπορούσε κανείς να ανατρέξει στην εκστατικότητα της ύπαρξης στον Χάϊντεγγερ και επεκτείνοντάς την στην καλλιτεχνική δημιουργία να χαρακτηρίσει με αυτή και το έργο του Αγγελόπουλου. Όντως, όσα γράφει η Ρούμπη για τις περειπέτειες πρόσληψης του έργου του από εμάς του εφήβους τότε στη δεκαετία του 70 αντανακλούν και τις δικές μου εμπειρίες. Αλλά εκστατική δεν ήταν μόνο η εικαστική του γλώσσα όσον αφορά τους προσληπτικούς μας περιορισμούς, αλλά και την ιδεολογική αφασία της παραδοσιακής Αριστεράς. Όπως το "Κιβώτιο" του Άρη Αλεξάνδρου, έτσι και η τέχνη του Αγγελόπουλου εκείνης της εποχής (αλλά και μετέπειτα) θα αναλάμβανε το ρόλο του φορέα ιστορικής αυτοσυνείδησης...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Συμφωνώ με όσα λες, πώς θα μπορούσα να διαφωνήσω άραγε; Ευχαριστώ για την προσθήκη των προεκτάσεων. Σίγουρα οι ειδικότεροι έχουν (και θα έχουν) να πουν περισσότερα και συγκεκριμενέστερα σχόλια...

      Διαγραφή