Ήταν χειμώνας του 1980 όταν περιχαρείς είχαμε σκαρφαλώσει στον εξώστη του Αττικόν για να δούμε τον Μεγαλέξανδρο συνεπαρμένοι από την περίτρανη βαρύτητα των συμβολισμών του. Ασφυκτικά γεμάτος ο κινηματογράφος, χαμηλόφωνοι και βαθυστόχαστοι οι περισσότεροι εκεί μέσα, κι εμείς, οι μικρότεροι, αμυδρά πολιτικοποιημένοι, μη θέλοντας να φανούμε αδαείς σοβαροφέρναμε. Μέσα στην απόλυτη σιωπή αφεθήκαμε να περιβλέπουμε το πολυσχολιασμένο πλάνο των 360ο και των 15 λεπτών. Και αδημονούσαμε να φτάσει στο τέλος, για να ξεσπάσουν οι συζητήσεις που θα διύλιζαν και θα κατέρριπταν συμβολισμούς και προθέσεις. Λίγο η αντίδρασή μου προς τους γονείς που ακόμη δεν είχαν χωνέψει τους Κυνηγούς-νομίζω πως ποτέ δεν συγχώρησε ο πατέρας μου την προτροπή της μητέρας μου να το δούνε, λίγο θέλοντας να κρατηθώ στο γενικότερο κλίμα της εποχής, συνέχισα να βλέπω τις ταινίες του Αγγελόπουλου. Μέσα σε πολιτικοποιημένη ευφορία λοιπόν είδα το Θίασο, την Αναπαράσταση και τους Κυνηγούς, ζορίζοντας τους περισπούδαστους προβληματισμούς μου.
Η αποδόμηση της ιστορικής περσόνας, η λατρεία των νικημένων και ο χλευασμός των νικητών.
Ιστορία της Ελλάδας, ιστορία μιας ατέλειωτης προδοσίας, χαραγμένη σε πληγές που χαίνουν και αναβρύζουν νέο αίμα.
Κυκλικότητα στο χρόνο και στο χώρο σε μια γραμμικότητα παραστάσεων εγκλωβισμένη σε συγκεκριμένο, εύφορο για την εποχή του, ιδεολογικό υπόβαθρο.