Δευτέρα, 21 Μαρτίου 2011

Λίγο πριν κατέβω απ΄το τραίνο


Εδώ και αρκετό καιρό, οι γραμμές του Ηλεκτρικού ανάμεσα στην Πλατεία Αττικής και το Μοναστηράκι δεν λειτουργούν με αποτέλεσμα να μετατραπεί ο Σταθμός της Αττικής σε αφετηρία. Στο τραίνο συνωστίζονται κάτοικοι της περιοχής και επιβάτες που μετεπιβιβάζονται από τη γραμμή του μετρό. Είναι πολύ εύκολο να ξεχωρίσεις τους μεν απ’ τους δε. Όχι γιατί οι πρώτοι είναι στην πλειοψηφία τους οικονομικοί μετανάστες· και οι υπόλοιποι το ίδιο είναι. Απλώς οι κάτοικοι της περιοχής, μετά από λίγα χρόνια παραμονής στη γεμάτη καυσαέρια συνοικία, αποκτούν μια ενιαία δερματική απόχρωση -ανεξάρτητα απ’ τη φυλή τους- το παγκοσμοιοποιημένο χρώμα που μια φίλη ονομάζει εκρού του νεκρού. Το αναγνωρίζω, γιατί για καιρό προσπαθούσα να το καλύψω κάτω απ’ το μέικαπ.
Βρήκα θέση σε βαγόνι που γεμίζει σιγά-σιγά. Δίπλα στο παράθυρο. Απέναντι μου, ένας ηλικιωμένος άντρας. Τα πόδια ανοιχτά κι από τα δάχτυλα των χεριών αιωρούνται δύο χάρτινες σακκούλες γραφείου κηδειών. Μάλλον πάει σπίτι τα κόλλυβα του μνημόσυνου. Τα μάτια κόκκινα, σαν κλαμένα, μπορεί όμως και να υποφέρει από κάποια εκφυλιστική πάθηση. Άγρια και τρομαγμένα, μάτια γέρου ψυλλιασμένου  για την τελική συνάντηση. Άλλος ένας ηλικιωμένος κάθεται στα δεξιά μου δίπλα στο διάδρομο και διαγώνια ένας νεαρός με φόρμα και τσάντα γυμναστηρίου. Στη διπλανή τετράδα, δύο νεαροί μετανάστες από διαφορετικές χώρες συζητούν ελληνικά. Να που η ποικιλομορφία των μεταναστών αναβαθμίζει επιτέλους την ελληνική, σε γλώσσα διεθνή, προς δόξα των γλωσσολάγνων εθνικοφρόνων. Εκείνη, μια όμορφη μαύρη με φουντωτή αλογοουρά και τεράστιους ασημένιους κρίκους κι εκείνος αραβικής καταγωγής. Της εξηγεί ότι δεν μπορεί να βγαίνει Σάββατο βράδυ. Δουλεύει και το Σάββατο και την Κυριακή πια. Το μόνο που θέλει είναι να γυρίσει σπίτι, να κάνει μπάνιο και να κοιμηθεί. Κι αν βγει λέει, πού θα πάει; Σε φίλους να δει DVD; Προτιμάει να κοιμηθεί. Η κοπέλα θα ήθελε να βγουν, αλλά καταλαβαίνει. Όπως της λέει ο νεαρός: «εδώ ήρθαμε να δουλέψουμε» κι ο έρωτας άδικα ξοδεύει τα βέλη του στην πανοπλία της φτώχειας. Εδώ ήρθαν για να δουλέψουν.
Ένας νεαρός Έλληνας εφορμά στο βαγόνι σπρώχνοντας τους πάντες και βρίζοντας. Οι άλλοι Έλληνες αδιαφορούν κι οι ξένοι μένουν σιωπηλοί. Μια παρέα τσιγγάνων αποτελούμενη από δύο ζευγάρια κι ένα μωρό μπαίνουν κι αυτοί στο τραίνο. Ο πατέρας πασάρει την μικρούλα, που δεν είναι ούτε δύο χρονών στη μαμά της. Η νεαρή μητέρα φοράει μια φούστα τόσο μακριά που την πατάει. Τα χρώματα των ρούχων θεατρικά, η έντασή τους ζαλίζει. Με δυσκολία ισορροπεί στις σχοινένιες πλατφόρμες της. Φορτωμένη με το μωρό παραπατάει. Ρίχνει μια ματιά στο νεαρό με τ’ αθλητικά και  ζητάει τη θέση του, εκείνος κοκκινίζει λίγο και της την παραχωρεί.
Η μαμά στριμώχνει το μωρό ανάμεσα στον ηλικιωμένο με τα κόλλυβα και στην πλάτη της. Στρέφεται στην παρέα της και κουβεντιάζει χαρούμενη. Αυτή την ελαφράδα των τσιγγάνων πάντα τη ζήλευα. Το μωρό, μου γελάει. Έχει πολύ πλάκα. Τεράστια μάτια με γυριστές βλεφαρίδες, πλεκτό κεφαλομάντηλο με κρόσσια, πλουμιστά ρουχαλάκια. Θυμίζει κούκλα ντυμένη από πειραματιζόμενο κοριτσάκι. Στο ένα χέρι κρατάει μια αφόρετη φούξια πλαστική σαγιονάρα και στο άλλο ένα τυρκουάζ μπεγλέρι. Τα πιο αλλόκοτα πράγματα έλκουν την προσοχή των μωρών όλου του κόσμου. Η κούκλα εγκαταλείπει το κάθισμα. Η μάνα της δεν την αντιλαμβάνεται ή αδιαφορεί απορροφημένη στο κουβεντολόι. Η μικρή τραμπαλίζεται στο διάδρομο και κινείται προς την πόρτα. Ο παππούς δίπλα την αρπάζει απ’ το χέρι και ανταμείβεται από το επικριτικό της βλέμμα.
«Πήγαινε στη μάνα σου!», τη μαλώνει και στρεφόμενος στην τσιγγάνα, συμπληρώνει ακόμα πιο αυστηρά: «Εσύ δεν βλέπεις πού πάει το παιδί σου; Η μάνα του δεν είσαι; Θα πάει στην πόρτα και θα σκοτωθεί!» Η τσιγγάνα τον κοιτάει ανέκφραστη, κάτι λέει στη μικρή, την αρπάζει και κατεβαίνουν με την παρέα της στην επόμενη στάση. Τη θέση της καταλαμβάνει ένας ξανθός νεαρός προσηλωμένος στη μελέτη  φυλλαδίου του Πάμε Στοίχημα.
Ο παππούς με τα κόλλυβα χιμάει στον άλλο παππού:
«Τι σε νοιάζει εσένα κι ανακατεύεσαι; Αφού δεν νοιάζεται η μάνα, άσε το μωρό να σκοτωθεί; Να μείνουν και λιγότεροι! Έχουμε γεμίσει από δαύτους.»
«Δίκιο έχεις!» συμφωνεί ο συνομήλικός του.
Ντρέπομαι για τους συμπατριώτες μου. Θέλω να κρυφτώ, θέλω και να διαφωνήσω. Χαμηλώνω το βλέμμα. Πάντως η δαπεδοσκόπηση δεν είναι αποτελεσματική μέθοδος διαμαρτυρίας. Μπορεί να το βεβαιώσει και το πάτωμα. Ούτε ένα γαργαλητό δεν του προκάλεσε η ένταση της ματιάς μου.
Ο παππούς με τα κόλλυβα στρέφεται στον ξανθό με το στοίχημα.
«Όλοι λαμόγια είναι! Όλοι πουλημένοι! Να μην τους δίνεις τα λεφτά σου!»
Η έκφραση «λαμόγια» μου προκαλεί αλλεργικές αντιδράσεις εδώ και κάμποσο καιρό. Οι άνθρωποι που συνηθίζουν να τη χρησιμοποιούν, δίνουν την εντύπωση πως περισσότερο ζηλεύουν τη θέση των απατεώνων παρά προσπαθούν να τους καυτηριάσουν. 
«Μα μόνο δύο ευρώ  παίζω τη βδομάδα…» λέει ο νεαρός. «Τι άλλο να κάνω; Όλα απ’ την τηλεόραση τα βλέπω…Δύο ευρώ μόνο!» Ο ξανθός που βλέπει τη ζωή στην τηλεόραση, μιλάει πολύ καλά ελληνικά, τόσο που αναρωτιέμαι αν προέρχεται όντως από χώρα της Ανατολικής Ευρώπης ή είναι βορειοελλαδίτης.
«Η ελπίδα πεθαίνει τελευταία…» φιλοσοφεί ο διπλανός παππούς.
Οι τρεις τους αρχίζουν να συζητούν για τα στημένα παιχνίδια, για τη μαφία των ομάδων, των οργανώσεων, των στοιχημάτων και των άλλων τυχερών παιχνιδιών και για το σίγουρο Ολυμπιακού-ΑΕΚ.
«Χ θα έρθει!» δηλώνει ο παππούς με τα κόλλυβα και βουτάει το φυλλάδιο απ’ τον ξανθό.
«Εγώ νομίζω, θα κερδίσει Ολυμπιακός» , λέει ο νεαρός.
Η απουσία του άρθρου κάνει τον απέναντι παππού να τον στραβοκοιτάξει. «Ρώσος είσαι;»
«Ναι.»
«Δυο συμπατριώτες σου πορτοφολάδες θέλανε να με κλέψουν στο μετρό. Δεν θέλω να σε προσβάλλω, αλλά έτσι είναι τα πράγματα.»
Ο νεαρός σκοτεινιάζει. Έτσι είναι τα πράγματα.
Ο παππούς με τα κόλλυβα στρέφεται σε μένα.
«Αλήθεια σου λέω! Με πλευρίσανε, αλλά τους πήρα είδηση.» Το ύφος του στάζει φτηνό κρασί, ξινίλα και μοναξιά. Διψάει για κουβέντα.
«Σας το πήραν το πορτοφόλι;» ρωτάω.
«Όχι. Αφού δεν έχω. Τι να μου πάρουν; Τους πήρα είδηση όμως και κατέβηκαν στον επόμενο σταθμό. Έχουμε γεμίσει από δαύτους!»
Στον επόμενο σταθμό κατεβαίνει κι ο νεαρός Ρώσος.
Περνάμε έξω απ’ το νεκροταφείο του Κόκκινου Μύλου. Ο παππούς με τα κόλλυβα κάνει το σταυρό του.
Βοήθειά μας.    


Η εικόνα απ' τον ιστότοπο: www2.rizospastis.gr

2 σχόλια: