Σάββατο, 15 Σεπτεμβρίου 2012

Στο μεταξύ η Ελλάδα ταξιδεύει...


Στους εθνικούς σου δρόμους/
λάστιχα σκασμένα και ζώα σκοτωμένα
Στου κράτους σου τους νόμους
όνειρα κλεμμένα, χαρτιά σημαδεμένα/.../
Πού'ναι το φως σου το κρυμμένο,
αυτό που χρόνια περιμένω;/
Εσύ που λες πως δεν πεθαίνεις.

Σεπτέμβρης, μήνας εσωστρεφής και μελαγχολικός. Κατ'ανάγκη τώρα πια. Ο επικήδειος των αναβολών. Μήνας εξελίξεων και οργάνωσης. Και αυτοί οργανώνονται. Πρέπει να κάνουν εντύπωση. Είναι οι πρώτες εικόνες που θα αντικρίσει ο αστός επιστρέφοντας στην καθημερινότητά του, αφήνοντας το θερμό, χαλαρό, ελληνικό καλοκαίρι ξοπίσω του.

ΕμπρησμόςΚουρείου ΜαχαίρωμαΤαξιτζή ΔολοφονίαΆνεργου ΞυλοδαρμόςΆστεγου ΣπάσιμοΠάγκουΛαϊκής ΚυνηγητόΚαθαριστήΠαρμπρίζ.

Και εμφανίζονται οι ακραιφνείς ψιθυριστές, οι όψιμοι λαθρακουστές, οι των πάντων χειροκροτητές, οι υποβολιμαίοι υποβολείς. Που τσουβαλιάζουν την ήρα με τα στάχυα. Που επαναλαμβάνουν τις αποτρόπαιες πράξεις στο διηνεκές. Και εκτός της προπαγανδιστικής επανάληψης, αρχίζουν να αντιπαραβάλλουν. Σε κάθε προμελετημένη επίθεση μία ακατανόμαστη βιαιότητα της άλλης πλευράς. 
“Τάγματα εφόδου”.Τάγματα ασφαλείας-κατ'ευφημισμό πάντα. Διακρινόμαστε για τους ευφημισμούς μας ως λαός. Είμαστε έθνος ανάδελφο, αλλά προπάντων πολιτισμένο. Έτσι πιστεύουμε και έτσι προσπαθούν να μας διδάξουν-στα σχολεία, που όπως πάντα, για άλλη μια χρονιά ξεκίνησαν με τις γνωστές ελλείψεις, το ίδιο αυτόν το μήνα. Μέσα στην πίκρα και τη μισαλλοδοξία.
Τα ακούς από μακριά. Τα διαβάζεις με γράμματα που ολοένα μικραίνουν και χάνονται, πνίγονται μέσα στο σιφόνι, κάτω από το νερό που το ξεχνάς και το αφήνεις να τρέχει..Και τριγυρίζεις στη μεγάλη πόλη που αντί για χωνευτήρι πολιτισμών, κατάντησε χωνευτήρι μαύρου κρέατος και σκουρόχρωμου δέρματος. Μυρίζει ψοφίμι και σαπίλα. Βρίθει από κουτιά μετακομίσεων και υπαίθριων αποθετών. Ξύλινα κιβώτια ενθυμημάτων και ντάνες ληγμένων προϊόντων.
Κοίτα πώς κατάντησε, να κοιμάται στο παγκάκι, τι ντροπή, θέ μου, μπροστά στα μάτια των σκυλιών μου, εκεί ακριβώς που βγαίνουν βόλτα.


Στο δρόμο μετράς πατημένα ζώα. Γυρνάς το κεφάλι και βλέπεις τα καμένα δέντρα, εκεί στην είσοδο της πόλης, σε περιμένουν για να σου θυμίζουν, πόσο αυτοκαταστροφικός μπορείς να γίνει ο άνθρωπος όταν (ξε)φύγει από την ισορροπία του. Και την άλλη στιγμή θα το ξεχάσεις, θα κλείσεις τα μάτια, αφήνοντας τις εικόνες έξω, αλλά πώς θα ζήσεις χωρίς εικόνες; Θα τις αντικαταστήσεις με κάτι όμορφο, επίπλαστο ή αυθεντικό, κάτι που θα μπορείς να δείξεις στο παιδί σου κοιτάζοντάς το στα μάτια, αρνούμενος να του σταλάξεις το μίσος, την ασχήμια, το ψέμα, να το προφυλάξεις όσο ακόμη μπορείς.

Σιγά-σιγά τα πράγματα θα πάρουν στη θέση τους, ξεθωριάζοντας ή επιπλέοντας, κι εκεί που μου έλεγες, πιάσε μου το χέρι να περπατήσουμε μαζί, τρομάζεις να το ξεστομίσεις, γιατί δεν  το πιστεύεις πια, θα το προσπεράσεις κι αυτό και θα πεις πιο πεζά και ειλημμένα πράγματα, δεν θα φτάσουμε ποτέ στην απαρχή του κόσμου, γιατί γεννηθήκαμε στην εποχή της σήψης, στον τόπο της φιλοσοφίας, που κλώτσησε την ιστορία του και άντε τώρα να τη ξεθάψει από τα σκουπίδια, δεν είναι πρέπον, δεν φτάσαμε ακόμη μέχρι σε αυτό το σημείο, να ψάχνουμε τα σκουπίδια, έχουν σειρά άλλοι... Εσύ θα προχωράς μπροστά, δεν θα βλέπεις τα τουμπανιασμένα σκυλιά, τα κοκκαλιάρικα γατιά, τα πρόσωπα με ανοιχτό το στόμα και τη μεγάλη απορία, που δεν πρόλαβαν να δουν τη γη της καταπατημένης επαγγελίας. 

Και θα περιμένεις τη δροσιά να καθαρίσει τη σκόνη του κόσμου, θα περιμένεις τη βροχή να καταλαγιάσει την οργή του κόσμου...


3 σχόλια: