Δευτέρα, 2 Νοεμβρίου 2015

Διάνα στη Νιότη (ή αντιστρόφως)

Αυτή είναι μια ανάρτηση πέρα από τα θέματα και την τραγωδία της επικαιρότητας. Μια ανάρτηση-φυγή. Για να δικαιολογηθώ θα έλεγα πως αν δεν φύγεις, έστω και λίγο, λιώνεις. Αν δεν φύγεις, δεν ξανάρχεσαι. Σταματώ όμως τις απολογίες. Πέρα από τα παραπάνω, αυτή είναι μια ανάρτηση που θέλω να μοιραστώ.

Ανακάλυψα λοιπόν, πως διαθέτω μια υπερδύναμη.
Μπορώ να ξεχωρίζω ανθρώπους αλλά και χώρους με ψυχή. 
Θα μου πεις τώρα, πως σιγά, κι εσύ ξέρεις να το κάνεις αυτό. 
Θα σου απαντήσω πως μίλησα για υπερδύναμη, όχι για αποκλειστικότητα. 
Μπράβο σου λοιπόν κι εσένα αν κάνεις τη διάκριση, γιατί έτσι προστατεύεις τη δική σου ψυχή.

Όμως σ αυτό το ποστ δεν θα επικεντρωθώ στην ψυχή των ανθρώπων αλλά των χώρων. Ενός χώρου συγκεκριμένα. Του κινηματογράφου ΔΙΑΝΑ στο Μαρούσι.
Θα μπορούσες να περιγράψεις την αίθουσα λέγοντας πως πρόκειται για ένα παλιομοδίτικο συνοικιακό  σινεμά, με τεράστια οθόνη, βαριές κουρτίνες και απέραντη αίθουσα. Και κάπως έτσι θα έχεις αποδώσει το περίβλημα. 

Αυτό όμως που ξεχωρίζει εδώ κι αυτό που υποπτεύομαι, πως διέσωσε από το κλείσιμο τον συγκεκριμένο κινηματογράφο, είναι κάτι άυλο: η αγάπη των ιδιοκτητών του για τις καλές ταινίες. Κι αυτήν την ανασαίνεις παντού. Στα καλά συντηρημένα καθίσματα (πόσο σπάνια η συντήρηση στις ελληνικές εγκαταστάσεις εν γένει), στο πολύ καλό ηχητικό σύστημα, όπου μπορείς να παρακολουθήσεις ελληνική ταινία χωρίς υπότιτλους, στο προσεγμένο μπαράκι και στην μερακλίδικη επιλογή μπύρας μικρών παραγωγών με συνοδεία παγωμένων κρυστάλλινων ποτηριών, στο κοινό που μένει πιστό εδώ και δεκαετίες, λαχταρά την επόμενη ταινία και ξέρει τους ιδιοκτήτες με το μικρό τους, στους νέους θεατές που έρχονται και μετά ξανάρχονται γιατί εδώ ανιχνεύουν αυτόν το μοναδικό αντι-Multiplex  ζωογόνο αέρα, κυρίως όμως, στο πάθος των ανθρώπων που σε υποδέχονται και καθώς σου κόβουν το εισιτήριο αδημονούν, το βλέπεις στα μάτια τους πως αδημονούν, να απολαύσεις κι εσύ την ταινία. Όπως την απόλαυσαν κι εκείνοι –γιατί καμιά ταινία δεν περνάει στο πρόγραμμα, παρά μετά από αυστηρό ποιοτικό σκρινάρισμα. Αυτό είναι και το μοναδικό κριτήριο επιλογής. Να αρέσει δηλαδή η ταινία στους ιδιοκτήτες του σινεμά. Και παθιάζονται –είναι φανερό- για να δεις κι εσύ πόσο καλή είναι. 

Ταινίες λοιπόν, διαλεγμένες μία-μία. Μικρά αριστουργήματα, χαμηλόφωνες, ανθρώπινες, αληθινές, πανέμορφες. 
Εδώ δεν θα βρεις ειδικά εφέ, 300 νεκρούς και 5.000 τραυματίες ανά σκηνή, εκρήξεις εντυπωσιασμού, αναίτια βία, αίματα, χαζοηρωισμούς, χιουμοράκι που σε ωθεί να ρίξεις μπουνιές, μεγαλοστομίες, αέναα νικηφόρες αγάπες. Εδώ το 3D δεν απαιτείται. Χάνεσαι στην ταινία με περισσότερες των τριών διαστάσεις. 
Επίσης, δεν θα σε πρήξει ο διπλανός σου θορυβώντας, μασουλώντας, μιλώντας στο κινητό, φωνάζοντας, χαχανίζοντας, κλέβοντας σου τη σειρά, πατώντας σε στην είσοδο ή στην έξοδο. Αυτού του είδους ο διπλανός, θα πάει αλλού.

Είναι από τους ελάχιστους κινηματογράφους όπου δεν θέλω να χάσω τα προσεχώς, γιατί όλες οι επιλογές υπόσχονται μια νέα απόλαυση. Αν και σπανίως καταφέρνω να τηρήσω την υπόσχεση και να δω έστω και μία από αυτές, όταν διαλέγω ταινία, πριν από τον τίτλο, θα αναζητήσω τι παίζει η ΔΙΑΝΑ.

Κάπως έτσι προχθές, είδα τη Νιότη του Σορεντίνο. Μια ταινία που μιλάει για την ομορφιά μέσα από υπέροχες εικόνες –όχι τόσο επίμονα όσο το Grande Bellezza, αλλά περισσότερο αποτελεσματικά κατά τη γνώμη μου. 

Λέει για τη νιότη σε αντιπαραβολή κυρίως με τη φθορά και τα γηρατειά  που άλλοτε είναι ήρεμα κι ειρηνικά σαν του Φρεντ-Μάικλ Κέιν, άλλοτε ορεξάτα και ατίθασα σαν εκείνα του Μικ-Χάρβεϋ Καϊτέλ κι άλλοτε φρικτά άσχημα- στην προσπάθεια να αρνηθούν αυτό που είναι- κι επομένως κακιασμένα σαν της Μπρέντα-Τζέιν Φόντα. Σε κάθε περίπτωση όμως, τα γηρατειά αποπνέουν πίκρα. Ακόμα κι όταν όλες οι προσδοκίες της νιότης έχουν εκπληρωθεί. Ή σχεδόν όλες. 
Γιατί ποιος, όσο πλήρης κι αν νοιώθει, κατάφερε να ικανοποιήσει το σύνολο των νεανικών του υποσχέσεων;
Κανείς, όσοι σύντροφοι, όσοι πειραματισμοί κι αν έχουν περάσει απ’ τη ζωή του, δεν έχει χορτάσει τον έρωτα ή εκπληρώσει εκείνη το ένα, μακρινό, εξιδανικευμένο, ίσως κι ανάξιο λόγου απωθημένο. 
Ποιος κατάφερε να μην πληγώσει αγαπημένους , να μην συνεχίζει να τους πληγώνει, όση εμπειρία κι αν απόχτησε, όσα νυχτερινά χάδια κι αν τους κερνάει; 
Ποιος έδωσε όλα όσα χρώσταγε, όλα όσα έταξε; 
Συχνά δε, ούτε καν θυμάται τι ήταν αυτό που υποσχέθηκε. Αυτό το κάτι όμως, παραμένει ως ακαθόριστη νοσταλγία.

Πέρα όμως από μια άσκηση μνήμης, η ταινία μιλάει για το συναίσθημα το οποίο όχι μόνο δηλώνει πως είναι το σημαντικότερο στοιχείο της ζωής, αλλά το δείχνει κιόλας επί της οθόνης σε σκηνές απίστευτης έμπνευσης, μια και όλο το έργο διαποτίζεται από ένα υποβόσκον και σπανίως εκρηκτικό, πάντα όμως πλημμυρισμένο από μουσική, άλλοτε αστείο, άλλοτε παθιασμένο, συχνά αυτοσαρκαζόμενο, κάποτε αινιγματικά σιωπηλό συναίσθημα. Επικρατεί όμως το συναίσθημα της αποδοχής. Που εντέλει αντικαθιστά την πίκρα με γλύκα.

Δεν θα σας πω το πόσο απόλαυσα, πέρα από τη χαρακτηριστική φινέτσα του Σορεντίνο, άξιου διαδόχου του Φελίνι, τους ηθοποιούς. Την οικονομία των κινήσεων, την ομιλητικότητα των βλεμμάτων.
Δείτε μόνο, τις αξιολάτρευτες φάτσες αυτών των παππούδων. 
Και δείτε και την ταινία.
(κατά προτίμηση στη Διάνα.)

2 σχόλια:

  1. Αααααααααααααχ και τι δεν θα έδινα να είχαμε έναν τέτοιο κινηματογράφο στο Άργος! Όχι, κάτσε να το πω σωστά: Και τι δεν θα έδινα να είχαμε έστω έναν οποιονδήποτε κινηματογράφο στο Άργος. Ναι τους έκαναν όλους σούπερ μάρκετ. Ευτυχώς, εδώ και τρία χρόνια, άνοιξε ένας θερινός. Κάτι είναι κι αυτό...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Άσε Άννα. Τον ίδιο καημό είχα κι εγώ στο νησί. 3 θερινοί που λειτουργούσαν παλιά, γίναν εστιατόρια, πάρκινγκ, σούπερ μάρκετ.

      Διαγραφή