Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιστορίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιστορίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2015

Αλαμπουρνέζικα


Γίνονται σημεία και τέρατα. Κυρίως τέρατα. Και είναι τόσο μα τόσο βαρετό και ψυχοφθόρο να γράφεις γι αυτά. Άσε που δεν έχει και πολύ νόημα. Επί των τεράτων, έτσι κι αλλιώς, συμφωνούμε. Επί των φαρμάκων πάλι, τρέχα γύρευε. Με το που πας να ψελλίσεις μια πρόταση, θα σου την πέσουν από χίλιες μεριές. Άλλοι γιατί θεωρούν πως τους στοχοποιείς, άλλοι γιατί όντως τους στοχοποιείς και καλά κάνεις, άλλοι γιατί βλέπουν με σκεπτικισμό την οποιαδήποτε πρόταση, που δεν μπορεί, θα χει τις αδυναμίες της, μια κι ο Θεός έχει αποσυρθεί από το Τμήμα Σχεδίασης Τελείων Λύσεων. 
Μεταξύ μας τώρα, η τελευταία του Τέλεια Λύση, εκείνο το σχέδιο με τον άνθρωπο και την ελεύθερη βούληση που και καλά θα επέλεγε το Καλό και θα επιστρέφαμε όλοι στον Παράδεισο, πάει κατά διαόλου. Ούτε ο διάολος να το είχε σχεδιάσει. 
Έχω δε και κάτι υποψίες πως έχει βρει δουλειά στο εξωτερικό. Κάπου μακριά από δω όπου εκτιμούν τα θεϊκά του ταλέντα. 
Να νοιώθει άραγε πού και πού νοσταλγία για μας; 
Σκέφτεται άραγε να γυρίσει στα γεράματα ή ρίχνοντας μια βιαστική ματιά προς την αποδώ μεριά, γυρνάει από την άλλη και μουντζώνεται;

Τεσπά που λέει κι ο γιος μου. 
Για να διατηρήσω τη στοχοπροσήλωση της δικής μου ελεύθερης βούλησης, κάνω μικρές βουτιές στην ομορφιά. 
Τώρα που κρυώνει η  θάλασσα και τέλειωσαν οι μέρες της άδειας, οι βουτιές γίνονται νοητικές. 

Ελάτε όμως να βουτήξουμε παρέα.

Αυτή λοιπόν, είναι μια ιστορία που την άκουσα από την αγαπημένη μου θεία. Λέει για μια γιαγιά, που κάποτε ήταν μικρό κορίτσι. Τη λέγανε Δέσποινα κι ήτανε η πεθερά της θείας μου.

Το κορίτσι είναι το χαϊδεμένο, το κακομαθημένο του πατέρα της. Η μαμά πέθανε στη γέννα κι αδερφάκια δεν υπάρχουν.  Ο μπαμπάς είναι ζωγράφος. Τόπος του η Χίος. Ζωγραφίζει θεούς κι αγίους, τα πιο πονεμένα μάτια της Παναγιάς, τα πιο αξιαγάπητα θεία βρέφη. Κι όταν τελειώνει τη δουλειά, ο κόσμος ανατέλει στη ματιά της κόρης του. 
Παραμύθια, τραγούδια, βόλτες, παιχνίδια, όλος ο χρόνος του δικός της.

Μόνο, που σκαρφαλωμένος μια μέρα ο μπαμπάς, στο ξύλινο ικρίωμα, κάπου δεν υπολογίζει καλά το βάρος του. Διπλώνει η σκαλωσιά, γκρεμίζεται κι ο αγιογράφος. 
Ευτυχώς δεν υπέφερε. 
Έμεινε στον τόπο. 

Πεντάρφανη η μικρή και κάτι συγγενείς που δεν τους περίσσευαν τα χρήματα (κι η αγάπη κυρίως), τη στέλνουν να δουλέψει σε μια μακρινή θεία, στη μακρινή Αλεξάνδρεια. 
Υπηρέτρια η Δέσποινα. 

Και πέρασε η χαϊδεμένη μεγάλα ζόρια. Δουλειές και ξύλο και χρόνια χωρίς αγκαλιές και γλυκόλογα.
Μα έλα που όταν είναι στραμμένο το είναι σου στην αγάπη και να χάσει τον μπούσουλα η εσωτερική πυξίδα, θα βρει τον τρόπο να δείξει κατά κει όπου είναι μαθημένη.

Μια μέρα, πηγαίνει η μικρή Δέσποινα στο χασάπη να ψωνίσει το κρέας της κακιάς θείας. 
Όμορφη σαν τη χαρά της ζωής. Η Δέσποινα, όχι η θεία, που δεν μας ενδιαφέρει κιόλας.
Το χασαπόπουλο, ένας μαυρομάτης Μαλτέζος, την ερωτεύεται κι επειδή δεν μιλάει τη γλώσσα της κι έχει καταπιεί τη δική του, της προσφέρει ένα τριαντάφυλλο να συνοψίσει το περιεχόμενο της καρδιάς.

Φαντάζεστε τώρα τη σκηνή. Η μικρή μυρίζει το άνθος, κοκκινίζει ως τ’ αυτιά, τρεμοπαίζει βλεφαρίδες, χαμογελάει πιο αινιγματικά, πιο συνθηματικά, πιο ξεκάθαρα κι απ την Τζοκόντα. Ο νεαρός φουντώνει, κοιτάει τα παπούτσια του, κοιτάει τα σφάγια που κρέμονται δεξιά κι αριστερά, κοιτάει τον ξύλινο πάγκο με τα αίματα, αλλά ο δρόμος της αγάπης δεν έχει γλυτωμό κι αργά, σαν σκηνή από ταινία, γυρνάει το βλέμμα σε κείνη. 
Εδώ είμαστε λοιπόν. 
Οι πυξίδες προσανατολίζονται και δεν αλλάζουν ρότα.

Τρίτη 9 Σεπτεμβρίου 2014

Γατίσια Χαμόγελα (3η Καρτ-ποστάλ στον Τσαλαπετεινό)


Καλέ μου Τσαλαπετεινέ,

Την έλαβα την καρτ-ποστάλ σου . 'Οπως είπες κι εσύ, οι ιστορίες είναι Μπάμπουσκες. Ο μικρός εσταυρωμένος Τσαλαπετεινός με τ’ απλωμένα -γεμάτα περιστέρια- χέρια, μου θύμισε κάτι άλλο. Βλέπεις, έχω βρεθεί κι εγώ φορτωμένη περιστέρια.
Αλλά ας ξεκινήσουμε απ’ την αρχή.
Υπήρξα μοναχικό παιδί της πόλης. Χωρίς φίλους στη γειτονιά μια και το σχολείο ήταν μακριά απ’ το διαμέρισμα. Αν κι η οικογένεια απαρτιζόταν από μαμά/γιαγιά/αδερφό, για μένα, οι πιο πολύτιμες ώρες της μέρας, ξεκίναγαν όταν επέστρεφε σπίτι ο μπαμπάς.
Παραφύλαγα τον ήχο των κλειδιών κι ορμούσα στην αγκαλιά του –τάχα μου- να τον αιφνιδιάσω. Δεν ξέχναγε ποτέ να δείξει έκπληκτος και δεν του 'παιρνε πάνω από ένα κλείσιμο του ματιού για να ξεφορτωθεί τον χαρτοφύλακα και την κούραση της μέρας. Πάντα, μα πάντα, το πρόσωπό του φωτιζόταν από ένα γατίσιο χαμόγελο.
Γιατί γατίσιο;
Καταρχήν γιατί γέλαγε κάτω απ’ τα μουστάκια που δεν είχε. Ήμουν σίγουρη, πως αν είχε τον κατάλληλο γατομηχανισμό, θα συνόδευε το συγκεκριμένο χαμόγελο με γουργουρητό.  Έπειτα, το χαμόγελό του ήταν απολύτως συνωμοτικό.Σαν των γατιών. Οι γάτες έχουν πάντα ένα ύφος μυστηριώδες. Ξέρουν κάποιο μυστικό γνωστό μόνο στις ίδιες. Αυτό το ίδιο χαμόγελο, το έχω δει -σπάνιες φορές- και σ’ άλλους πατεράδες. Για έναν περίεργο λόγο, όλοι αυτοί, είναι μπαμπάδες κοριτσιών.  Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.   

Ο μπαμπάς ταξίδευε συχνά. Κι αυτό ήταν κάτι που με στενοχωρούσε. Άρχιζε να μου λείπει πριν ακόμα φύγει. Για να εξευμενίσει αυτόν τον πόνο, ο σοφός μου γάτος, είχε επινοήσει μια χαρά. Κάθε φορά που έβγαζε εισιτήριο, με έπαιρνε μαζί του στο Σύνταγμα,. Εκεί βρίσκονταν τα γραφεία της Ολυμπιακής. Αφού λοιπόν, υπέμενα την έκδοση του μακρόστενου χαρτιού, που έμοιαζε με μπλοκάκι και θα έπαιρνε τον μπαμπά μακριά, αφού χάζευα προσπέκτους με αεροπλάνα κι ονειρευόμουν σύννεφα, ουρανούς και ταξίδια, πηγαίναμε επιτέλους μια βόλτα στην πλατεία. Αυτήν με τους Ευζώνους, που καθόλου δεν με εντυπωσίαζαν και με τα περιστέρια, που λατρεύαμε κι εγώ κι εκείνος.
Αγοράζαμε  χάρτινες σακούλες με σπόρια και ταΐζαμε τα πουλιά. Μοιράζαμε μαζί με τους σπόρους, ζεστή-ζεστή ευτυχία και γατίσια χαμόγελα. Μια σακούλα ποτέ δεν ήταν αρκετή. Μόλις τα σπόρια εξαντλούνταν, έριχνα ένα παρακλητικό βλέμμα. Υποθέτω πως θα βλεφάριζα κιόλας. Πλινκ-πλινκ και σε λίγο, ανοίγαμε καινούριο σακουλάκι.
Είχαμε σύστημα.
Στην αρχή, ρίχναμε τους σπόρους μακριά και σιγά-σιγά, τους αφήναμε όλο και πιο κοντά μας. Στο τέλος, τα περιστέρια έτρωγαν απ’ το χέρι μου. Το τι χαρά έκανα μόλις ένοιωθα το αρχικό τσίμπημα στην παλάμη, δεν λέγεται. Το πρώτο γενναίο και πιο πεινασμένο πουλί πήδαγε κάποια στιγμή στο μπράτσο μου, που έτσι κι αλλιώς, έμοιαζε πολύ με κλαράκι. Μόλις στερεωνόταν κι έτρωγε από θέση προνομιακή, το ακολουθούσαν μιμητές και κατέληγα σκεπασμένη από πτηνά. Ευτυχώς, δεν είχα δει ακόμη τη σχετική ταινία του Χίτσκοκ κι έτσι η ευτυχία μου άστραφτε άθικτη.

Πολλά χρόνια αργότερα, πήγαινα να τον δω στο νοσοκομείο. Μέρες πριν, είχε βυθιστεί σ΄εναν ύπνο, που οι γιατροί χαρακτήριζαν προκαταρκτικό του μεγάλου. Δεν επικοινωνούσε πια, δεν απαντούσε, δεν ένευε, δεν άνοιγε τα μάτια. Έτσι κι αλλιώς, μόνο εκείνα βλέπαμε. Το υπόλοιπο πρόσωπο, το κάλυπτε η μάσκα που στήριζε τις τελευταίες του ανάσες. Μπήκα στο δωμάτιο κι η μαμά, κινούμενη από λόγο φαινομενικά αναίτιο, του ψιθύρισε: «ήρθε η Ντούσα σου». Έτσι μ’ έλεγε. Ντούσα-ψυχή μου. Όσο κι αν δεν το περιμέναμε, άνοιξαν τα μάτια του και μου χαμογέλασαν γατίσια.

Αυτό το βλέμμα ήταν για μένα μια καρτ-ποστάλ. Αν η καρδιά είχε τσέπες, θα έλεγα πως την φυλάω πάντα βαθιά μέσα τους. Την κοιτάω πού και πού, όπως και τώρα που σου γράφω- και κάθε-μα κάθε φόρα- νοιώθω όπως τότε που με κάλυπταν τα περιστέρια για να φάνε απ’ την χούφτα μου.