Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα καρτ-ποστάλ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα καρτ-ποστάλ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 9 Σεπτεμβρίου 2014

Γατίσια Χαμόγελα (3η Καρτ-ποστάλ στον Τσαλαπετεινό)


Καλέ μου Τσαλαπετεινέ,

Την έλαβα την καρτ-ποστάλ σου . 'Οπως είπες κι εσύ, οι ιστορίες είναι Μπάμπουσκες. Ο μικρός εσταυρωμένος Τσαλαπετεινός με τ’ απλωμένα -γεμάτα περιστέρια- χέρια, μου θύμισε κάτι άλλο. Βλέπεις, έχω βρεθεί κι εγώ φορτωμένη περιστέρια.
Αλλά ας ξεκινήσουμε απ’ την αρχή.
Υπήρξα μοναχικό παιδί της πόλης. Χωρίς φίλους στη γειτονιά μια και το σχολείο ήταν μακριά απ’ το διαμέρισμα. Αν κι η οικογένεια απαρτιζόταν από μαμά/γιαγιά/αδερφό, για μένα, οι πιο πολύτιμες ώρες της μέρας, ξεκίναγαν όταν επέστρεφε σπίτι ο μπαμπάς.
Παραφύλαγα τον ήχο των κλειδιών κι ορμούσα στην αγκαλιά του –τάχα μου- να τον αιφνιδιάσω. Δεν ξέχναγε ποτέ να δείξει έκπληκτος και δεν του 'παιρνε πάνω από ένα κλείσιμο του ματιού για να ξεφορτωθεί τον χαρτοφύλακα και την κούραση της μέρας. Πάντα, μα πάντα, το πρόσωπό του φωτιζόταν από ένα γατίσιο χαμόγελο.
Γιατί γατίσιο;
Καταρχήν γιατί γέλαγε κάτω απ’ τα μουστάκια που δεν είχε. Ήμουν σίγουρη, πως αν είχε τον κατάλληλο γατομηχανισμό, θα συνόδευε το συγκεκριμένο χαμόγελο με γουργουρητό.  Έπειτα, το χαμόγελό του ήταν απολύτως συνωμοτικό.Σαν των γατιών. Οι γάτες έχουν πάντα ένα ύφος μυστηριώδες. Ξέρουν κάποιο μυστικό γνωστό μόνο στις ίδιες. Αυτό το ίδιο χαμόγελο, το έχω δει -σπάνιες φορές- και σ’ άλλους πατεράδες. Για έναν περίεργο λόγο, όλοι αυτοί, είναι μπαμπάδες κοριτσιών.  Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.   

Ο μπαμπάς ταξίδευε συχνά. Κι αυτό ήταν κάτι που με στενοχωρούσε. Άρχιζε να μου λείπει πριν ακόμα φύγει. Για να εξευμενίσει αυτόν τον πόνο, ο σοφός μου γάτος, είχε επινοήσει μια χαρά. Κάθε φορά που έβγαζε εισιτήριο, με έπαιρνε μαζί του στο Σύνταγμα,. Εκεί βρίσκονταν τα γραφεία της Ολυμπιακής. Αφού λοιπόν, υπέμενα την έκδοση του μακρόστενου χαρτιού, που έμοιαζε με μπλοκάκι και θα έπαιρνε τον μπαμπά μακριά, αφού χάζευα προσπέκτους με αεροπλάνα κι ονειρευόμουν σύννεφα, ουρανούς και ταξίδια, πηγαίναμε επιτέλους μια βόλτα στην πλατεία. Αυτήν με τους Ευζώνους, που καθόλου δεν με εντυπωσίαζαν και με τα περιστέρια, που λατρεύαμε κι εγώ κι εκείνος.
Αγοράζαμε  χάρτινες σακούλες με σπόρια και ταΐζαμε τα πουλιά. Μοιράζαμε μαζί με τους σπόρους, ζεστή-ζεστή ευτυχία και γατίσια χαμόγελα. Μια σακούλα ποτέ δεν ήταν αρκετή. Μόλις τα σπόρια εξαντλούνταν, έριχνα ένα παρακλητικό βλέμμα. Υποθέτω πως θα βλεφάριζα κιόλας. Πλινκ-πλινκ και σε λίγο, ανοίγαμε καινούριο σακουλάκι.
Είχαμε σύστημα.
Στην αρχή, ρίχναμε τους σπόρους μακριά και σιγά-σιγά, τους αφήναμε όλο και πιο κοντά μας. Στο τέλος, τα περιστέρια έτρωγαν απ’ το χέρι μου. Το τι χαρά έκανα μόλις ένοιωθα το αρχικό τσίμπημα στην παλάμη, δεν λέγεται. Το πρώτο γενναίο και πιο πεινασμένο πουλί πήδαγε κάποια στιγμή στο μπράτσο μου, που έτσι κι αλλιώς, έμοιαζε πολύ με κλαράκι. Μόλις στερεωνόταν κι έτρωγε από θέση προνομιακή, το ακολουθούσαν μιμητές και κατέληγα σκεπασμένη από πτηνά. Ευτυχώς, δεν είχα δει ακόμη τη σχετική ταινία του Χίτσκοκ κι έτσι η ευτυχία μου άστραφτε άθικτη.

Πολλά χρόνια αργότερα, πήγαινα να τον δω στο νοσοκομείο. Μέρες πριν, είχε βυθιστεί σ΄εναν ύπνο, που οι γιατροί χαρακτήριζαν προκαταρκτικό του μεγάλου. Δεν επικοινωνούσε πια, δεν απαντούσε, δεν ένευε, δεν άνοιγε τα μάτια. Έτσι κι αλλιώς, μόνο εκείνα βλέπαμε. Το υπόλοιπο πρόσωπο, το κάλυπτε η μάσκα που στήριζε τις τελευταίες του ανάσες. Μπήκα στο δωμάτιο κι η μαμά, κινούμενη από λόγο φαινομενικά αναίτιο, του ψιθύρισε: «ήρθε η Ντούσα σου». Έτσι μ’ έλεγε. Ντούσα-ψυχή μου. Όσο κι αν δεν το περιμέναμε, άνοιξαν τα μάτια του και μου χαμογέλασαν γατίσια.

Αυτό το βλέμμα ήταν για μένα μια καρτ-ποστάλ. Αν η καρδιά είχε τσέπες, θα έλεγα πως την φυλάω πάντα βαθιά μέσα τους. Την κοιτάω πού και πού, όπως και τώρα που σου γράφω- και κάθε-μα κάθε φόρα- νοιώθω όπως τότε που με κάλυπταν τα περιστέρια για να φάνε απ’ την χούφτα μου.

Τρίτη 2 Σεπτεμβρίου 2014

Ένα παράξενο χωριό (2η Καρτ-ποστάλ στον Τσαλαπετεινό)

Καλέ μου Τσαλαπετεινέ,

Το περιστέρι που έφερε την καρτ ποστάλ σου, βολεύτηκε, ραχάτεψε και κοντεύει να πλαντάξει από το πάχος. Κάθε φορά το σπρώχνω να πετάξει, να σου φέρει την απάντηση κι αυτό έρχεται πιο κοντά και γουργουρίζει. Μαλαγάνας ο τύπος κι εγώ δεν θέλω πολύ για να μην του χαλάσω χατίρι. Μα έλα που το καλοκαίρι πάει, πέρασε κι η καρτ ποστάλ, φορτωμένη φωτογραφίες βρίκεται ακόμα εδώ. 
Ε, δεν πήγαινε άλλο. Κάθισα και του εξήγησα την κατάσταση. Μου γουργούρισε. Του είπα πως μ’ αυτά και μ’ αυτά, δυσφημεί το μεταφορικό του κλάδο κι ο ανταγωνισμός θα τον τσακίσει. Θα μείνει άνεργος. Άφησε μια αναιδέστατη κουτσουλιά στο πλακάκι και με παρακολουθούσε με αδιακρισία να την καθαρίζω. Του είπα πως θα γίνει χοντρός και πλαδαρός –που ήδη έγινε- και δεν θα τον θέλουν οι περιστέρες. Μου ‘κλεισε το μάτι και κάτι πάνω του, μου θύμισε το γουρούνι του Αρκά. Στο τέλος τσακωθήκαμε και καθίσαμε για ώρα με τις πλάτες γυρισμένες. Μετά, άρχισε τα καλοπιάσματα, εγώ έκανα τη θυμωμένη κι εκείνο, στο τέλος υποχώρησε. Είπε πως άντε, θα στη φέρει την κάρτα, αλλά αυτή είναι η τελευταία φορά που μας κάνει τον ταχυδρόμο και την επόμενη να χρησιμοποιήσουμε, λέει, το διαδίκτυο όπως όλος ο κόσμος.
Ας είναι λοιπόν.
Θα σου δείξω ένα παράξενο χωριό. Αυτή είναι η πρώτη φωτογραφία του.

Όμορφο, ε; Ένα τυπικό κυκλαδίτικο χωριό θα έλεγες. Αλλά δεν είναι. Κοίταξε καλύτερα. Πρόσεξε τις λεπτομέρειες. Την τάξη.


Τις σχεδιαστικές πινελιές.


Η απουσία ανθρώπων στα σοκάκια, δεν ήταν επιδίωξη του φωτογράφου. Ότι ώρα και να βρεθείς εκεί, επικρατεί σιωπή κι ακινησία. Πινακίδες σε προειδοποιούν να μιλάς χαμηλόφωνα. Δεν υπάρχει εδώ πλατεία ούτε καφενείο, φούρνος, ταβέρνα, ή η αυλή μιας εκκλησίας, μια παιδική χαρά, ένα μέρος βρε παιδί μου να μαζεύονται οι άνθρωποι. Όλοι δίπλα-δίπλα-να τηρούν τις προδιαγραφές της αρχιτεκτονικής παράδοσης. Και όλοι χώρια. Μόνο σ’ αυτή τη φωτογραφία, φαίνεται πως κάποιος μαθαίνει λέξεις από Θήτα.


Θάλασσα, θυμός, θάρρος, θρασύς, θάνατος, θάμβος, θέλησις. Δυσκολοπρόφερτες όλες για έναν ξένο, μα αν έχεις μάθει να λες το θήτα, έχεις κατακτήσει ένα ζόρικο κομμάτι της γλώσσας. Κι η γλώσσα είναι πατρίδα λένε. Ειδικά για τη δικιά μας, είχε πει ο Ελύτης: 
"Εάν αποσυνθέσεις την Ελλάδα, στο τέλος θα δεις να σου απομένουν μια ελιά, ένα αμπέλι κι ένα καράβι. Που σημαίνει: με άλλα τόσα την ξαναφτιάχνεις."
Ολόγυρα στο χωριό έχει ελιές, αμπέλια και πολλά καράβια παρελαύνουν στην εντυπωσιακή θαλασσινή θέα. Ωστόσο, Ελλάδα δεν θα το ΄λεγες το συγκεκριμένο μέρος κι ας έχει περάσει επιτυχώς, όλη την παραπάνω διαδικασία της αποσύνθεσης κι ανακατασκευής. 

Βλέπεις, αυτό το χωριό, το λέγανε κάποτε Μπερδεμιάρο. Οι κάτοικοι το εγκατέλειψαν. Ήταν πολύ φτωχοί και ξενιτεύτηκαν όλοι. Τα σπίτια ρήμαξαν και γκρεμίστηκαν. Μια μέρα, κάποιος Γερμανός περπάτησε στα ερείπια κι αγάπησε τον αέρα-το βασιλιά του νησιού, τα καφετιά βουνά, τ’ ασπράδι των διπλανών χωριών (που επιβίωναν ακόμα), τον ουρανό, τη θάλασσα. 
Όλο αυτό το αστραφτερό πακέτο που κάθε χρόνο ξετυλίγουμε για να μαζέψουμε τουρίστες. 
Γύρισε στον τόπο του κι έπεισε φίλους και γνωστούς να αγοράσουν μαζί, το χωριό ολόκληρο. Με πολύ μεράκι, ξαναχτίσανε τα σπίτια. Με σεβασμό στην ντόπια αρχιτεκτονική κι ευλαβεια στα μυστικά της πέτρας. Οικιστικό κανονισμό δεν χρειαστήκανε να τους οδηγεί γιατί ήταν οι ίδιοι πολύ αυστηρότεροι στην αισθητική τους προσέγγιση. Ούτε μια πέτρα δεν παρεκκλίνει από την παράδοση των χτιστών του νησιού. Άντε να ζωγραφίσουν μόνο πάνω σε κάνα βότσαλο. Να μια εικαστική παρέμβαση-δραπέτης.

Ξαναφτιάξανε έτσι, ένα κομμάτι της Ελλάδας, θα 'λεγε κανείς. 
Σύμφωνα με τις οδηγίες. 
Σύμφωνα και με τα λόγια του ποιητή. 
Από τότε, όλοι λένε το μέρος: Γερμανικό χωριό. Το παλιό του όνομα δεν του ταιριάζει πια και προφέρεται δύσκολα ακόμα κι από μας που σιγά-σιγά το ξεχνάμε.




Σκέφτομαι λοιπόν, πως αυτή θα μπορούσε να είναι και μια εικόνα από το μέλλον. Μια προοπτική, τρομακτική για τους Έλληνες και αδιάφορη για όλους αυτούς που θα μας έχουν ξεχάσει. Πράγμα όχι και τόσο δύσκολο. Εδώ, δεν θυμόμαστε εμείς ποιοι είμαστε. Μια αντίστιξη των ορισμών της πατρίδας. Και μαζί και κόντρα,  που τελικά –ας το παραδεχτούμε- είναι όμορφη σαν ζωγραφιά κι ας μην μας περιέχει. Κι η ομορφιά είναι το ισχυρότερο επιχείρημα. Ακόμα κι όταν είναι εναντίον μας.
Θα μου πεις, είναι μια εικόνα άψυχη, αλλά τότε θα έπρεπε να συζητήσουμε για το τι είναι ψυχή. Σε μια άλλη καρτ-ποστάλ ίσως, γιατί αυτή βάρυνε πολύ και με πολλούς τρόπους και ο χοντρός ταχυδρόμος με αγριοκοιτάζει.


Φιλιά.   

Υ.Γ.
Όλες οι φωτογραφίες είναι του Λεωνίδα.

Τετάρτη 20 Αυγούστου 2014

Κάθε φορά που χάνομαι - Καρτ Ποστάλ στους φίλους

Eπιστρέφοντας βρήκα πολλές κάρτες να περιμένουν να διαβαστούν στο ψηφιακό κουτί της αλληλογραφίας, κάρτες που δεν ήταν ακριβώς δικές μου, αλλά που οι φίλοι μου μοιράστηκαν και μαζί μου. Μα τον τουτάτη, δεν περίμενα μέσα στο κατακαλόκαιρο να συναντήσω τόσες και τόσες εσωτερικές αναμοχλεύσεις και φιλοσοφημένες ενδοσκοπήσεις μαζεμένες.
Φυσικά το καλοκαίρι μου διόλου δεν έμοιαζε με το 'καλοκαίρι πρίμα-βίστα' που περιγράφει η passionflower. Αυτή τη φορά θέλησα να χαθώ, σπαταλώντας το χρόνο, με το 'μυαλό άδειο από σχέδια', που λέει κι η lemon, μπας και να βρω τον εαυτό μου όπως διδάσκουν άνθρωποι πιο σοφοί από εμένα, απέτυχα όμως, όπως συνήθως συμβαίνει όταν ασχολείσαι με παραπάνω από ένα πράγματα ταυτόχρονα. 
Δεν είχα να αποφασίσω ποιο δρόμο να τραβήξω και να χαθώ, αυτόν του ολόγιομου φεγγαριού, αυτόν που απαλύνει τις ανθρώπινες ατέλειες, που αποζητά ο βιβλιοθηκάριος και φωτογραφίζει ο τσαλαπετεινός, ή αυτόν του λαμπρού ήλιου, που τσουρουφλάει θύμησες και αποθυμιές. Δεν είχα να λογοδοτήσω ή να απολογηθώ και σε κανέναν, όπως ενδόμυχα αποστρέφοταν όταν έγραφε ο silent. Δεν είχα κάποιον να συμπονέσω, όπως η ποδηλάτισσα, ούτε αναζήτησα κανέναν στο τέλος της διαδρομής, όπως η μπανάνα. 

Τετάρτη 13 Αυγούστου 2014

Η ευτυχία και πώς να την αποφύγετε (καρτ-ποστάλ στην KidsCloud)

Happiness in colors, Piet Pedersen
Ξαδεφούλα μου, αγαπημένη,

Την έλαβα την κάρτα,
Σ’ ευχαριστώ πολύ-πολύ. Πριν ακόμα δω τη δική σου, είχα ξεκινήσει, μία να σου στείλω. Μα δεν μ’ άρεσε. Μάντεψε όμως, τι θέμα είχε! Ναι, για την ευτυχία έλεγα κι εγώ. Μετά, διαπίστωσα πως εσύ τα έλεγες πολύ καλύτερα, ξαναδιάβασα όσα έγραφα κι αποφάσισα πως ήταν βλακείες. Λες και είμαι ειδήμων του θέματος. Αν και μια μορφή ειδικότητας την έχω. Είναι όμως τόσο συνηθισμένη. Όπως ο περισσότερος κόσμος, ξέρω πώς να την αποφεύγω. Είπα λοιπόν, να καταγράψω τους 10 τρόπους με τους οποίους μπορείς να κρυφτείς απ’ την ευτυχία:
  1. Να την αναβάλεις. Όπως λες και συ, περιμένοντας το Σαββατοκύριακο, την άδεια, να μεγαλώσουν τα παιδιά, να πάνε καλά στις εξετάσεις, να τελειώσεις με το φαΐ, να είναι καθαρό το σπίτι, να σχολάσεις πρώτα απ’ τη δουλειά, να χαζέψεις στον υπολογιστή, να σε αναγνωρίσει άλλη μια φορά η μητέρα σου, να κοιμηθείς πρώτα λίγο παραπάνω, να συναντήσεις τους φίλους που λείπουν. Ατέλειωτη η λίστα της ευτυχίας ως συνάρτησης του χρόνου. Ξέρεις, αυτού του τύπου που τρώει τα παιδιά του. Εμάς δηλαδή.
  2. Να τη θεωρείς κάτι τόσο μεγαλόπρεπο που δεν το φτάνεις. Να προσπαθείς συνεχώς να είσαι έτοιμη γι αυτήν. Τόσο σκληρά ώστε να είσαι πάντα ανάξια.
  3. Να πρέπει να είναι όλος ο κόσμος γύρω σου ευτυχισμένος, γιατί δεν είναι σωστό να ευτυχείς όταν γύρω σου υπάρχει τόση δυστυχία.
  4. Να έχεις την υγεία σου κι εσύ κι όσοι αγαπάς. Ακόμα κι αυτοί που δεν τους ξέρεις τόσο καλά. Και πώς μπορείς να είσαι σίγουρη πως όλα έχουν ελεγχθεί σωστά και στο βάθος που πρέπει;
  5. Να κάνεις ειρήνη με τον εαυτό σου, να τους αγαπάς όλους, να μην ανιχνεύεις ούτε σκιά μίσους, αντιπάθειας.
  6. Να περιμένεις εκείνο το ταξίδι, στον υπέροχο τόπο, που όμως –τι κρίμα- δεν ήταν όπως τον έδειχναν οι φωτογραφίες.
  7. Να περιμένεις το μεγάλο έρωτα.
  8. Να περιμένεις το τέλειο παιδί.
  9. Να είσαι ευτυχισμένη και να φοβάσαι, να τρέμεις. Πόσο θα κρατήσει; πότε θα σβήσει;
  10. Να είσαι πάλι ευτυχισμένη, αλλά τι εφιάλτης! Να μην σου βρίσκεται ένα μολύβι, ένα λάπτοπ, σύνδεση στο ίντερνετ, κάτι βρε παιδί μου, να την εξυμνήσεις, να την καταγράψεις, να τη χαράξεις στον κορμό ενός δέντρου, να υπάρξουν στοιχεία και μάρτυρες να βεβαιώσουν την παρουσία της.
(Εντάξει, ο κατάλογος είναι ατελείωτος και ο καθένας μπορεί να προσθέσει τη δική του διαφυγή, αλλά ας μείνουμε στο 10, όπως ο Μωυσής που κάπου έπρεπε να τελειώσει με τα Ου.)

Το περίεργο είναι που υπάρχουν άνθρωποι φτωχοί, άρρωστοι, αγράμματοι, με εχθρούς, με αγαπημένους που έχασαν, με πατρίδες που αποχαιρέτησαν, φυλακισμένοι, βασανισμένοι, εξαπατημένοι, ταλαίπωροι, αποτυχημένοι. Κι έχουν αυτοί οι ανάξιοι, κάτι στιγμές που μοιάζουνε θεοί. Πάνε και καταρρίπτουν όλα τα προαπαιτούμενα λες και είναι γελοία. :)
Λες και το μόνο που χρειάζεται είναι να είμαστε ζωντανοί. Λες και είναι η ευτυχία, η δίδυμη αδερφή της ζωής.

Σε φιλώ πολύ ξαδεφούλα και περιμένω να συναντηθούμε.
θα είναι μια στιγμή ευτυχίας. ;)

Παρασκευή 8 Αυγούστου 2014

Ξημέρωμα


Η πρώτη μου ερώτηση μόλις έφτανα στο νησί ήταν: “πού είναι το καλύτερο σημείο να δούμε το ηλιοβασίλεμα;”. Η μέγιστη έγνοια των καλοκαιρινών διακοπών. Έπρεπε να εντοπίσω το μέρος στο χάρτη, να εξασφαλίσω ότι την ώρα εκείνη θα είμαστε έξω, στην παραλία ή στον κατάλληλο λόφο. Ανέβλυζε σαν μια εσωτερική ανάγκη να αποτυπώσω χρώματα κι αποχρώσεις, να αποθανατίσω τη στιγμή της τελικής πτώσης του ηλιάτορα, να εντρυφήσω στην καθημερινή μικρή συντριβή του. Τα ηλιοβασιλέματα είναι τόσο δραματικά που διψασμένα τα αποζητάς όταν είσαι νέος. Με τα χρόνια εξασθένισε η ανάγκη αυτή, ίσως γιατί ολόκληρη η ζωή είχε πια γίνει δραματική.

Τώρα πλέον, στις καλοκαιρινές διακοπές, φροντίζω να ξυπνήσω πολύ πρωί, να ρουφήξω τη μέρα, πριν αυτή γεμίσει με το βουητό και τη σκόνη του κόσμου. Πριν ακόμη η ζέστη με τυλίξει στο ηδονικό της ραχάτι. Κάθομαι κι αφουγκράζομαι. Σηκώνω το βλέμμα προς το αρχέγονο φως. Μυρίζω τη πρωινή δροσιά που μπαίνει από τις χαραμάδες και τυλίγει το σώμα. Μετράω το χρόνο με ήχους και χρώματα.

Λίγο πριν το ξημέρωμα τα ζωντανά βρίσκονται σε αναστάτωση. Τα πρόβατα στη στάνη στριμώχνουν το ένα το άλλο. Οι σαύρες αφήνουν τις φωλιές τους και ξεκινάνε το κυνήγι. Τα κοκόρια δίνουν το σύνθημα βγάζοντας την πιο σπαραχτική κραυγή τους. Τότε τα τζιτζίκια πιάνουν το πιο δυνατό τους τραγούδι σαν τους κατάδικους που δεν ξέρουν τι θα τους ξημερώσει η επαύριο. Σε κρεσέντο μέχρι εξάντλησης. Η πρώτη μεγάλη παύση δίνει τη σκυτάλη στο σόλο των οργάνων μιας ιδιόμορφης πρωινής ορχήστρας. Πολύχρωμες κίσσες αναπηδούν στα δέντρα κρώζοντας αλλόφρονα. Οι σταχτιές δεκαοχτούρες γρυλίζουν κουρνιάζοντας. Τα ταπεινά σπουργιτάκια ξεμυτάνε τιτιβίζοντας από τα κεραμίδια και κατακλύζουν κλαδιά και σύρματα· κι οι σπίνοι συρρέουν στα έρημα αλώνια. Ανυπόμονοι οι γλάροι περιμένοντας την πρωινή ψαριά πετάνε σκούζοντας προς τη στεριά, αλάνθαστο σημάδι πως ο καιρός θα αλλάξει ή η ζέστη θα χειροτερέψει. Κάποια χελιδόνια που ξώμειναν τιτιβίζουν βουτώντας στις ανεπαίσθητες υδάτινες γουρνίτσες του χωματόδρομου, εκεί όπου την προηγούμενη το βράδυ κατάβρεξαν οι συστηματικοί νοικοκύρηδες, για να κρυφτούν αμέσως μετά κάτω απ' τα ξύλινα μπαλκόνια, μην τυχόν και τα προλάβει η λάβρα της ημέρας. Ένα απείθαρχο τζιτζίκι αποτολμά ένα τερέτισμα την ώρα των πουλιών, αλλά μετά από λίγο, απογοητευμένο από την έλλειψη επαναστατικότητας των υπολοίπων, σωπαίνει.

Κι άξαφνα σαν να'χουν όλα συντονίσει τα ρολόγια τους, λίγο πριν σκάσει η πρώτη ηλιαχτίδα, σταματάνε. Μια απρόσμενη, εκκωφαντική ησυχία αγκαλιάζει τα πάντα. Τότε, και μόνο τότε, ακούς τις ανθρώπινες ανάσες από τα ανοιχτά παράθυρα.
Κι όταν ο ήλιος φτάσει στις προκαθορισμένες μοίρες πάνω στον ορίζοντα, όταν σκάει ολόφρεσκος και ζωηρός, σαν παιδάκι που καλοκοιμήθηκε στην αγκαλιά της μάνας του, όταν σιγά-σιγά αρχίζει να λούζει τα σπίτια με τη λαμπεράδα του, τότε και μόνο τότε, ένα-ένα, δέκα-δέκα, εκατοντάδες, η μεγάλη συμφωνική των τζιτζικιών αναλαμβάνει πάλι δράση.

Κλείνω το παράθυρο και συνεχίζω τον ύπνο· έχω να στείλω την καρτ-ποστάλ αύριο...

Τρίτη 29 Ιουλίου 2014

Oι ταξιδιάρικες μπουγάδες (καρτ ποστάλ)


"Lined Out", Dreama's Daily

Καλέ μου Τσαλαπετεινέ,

Σκεφτόμουν να σε ρωτήσω κάτι.
Τις προάλλες, διέσχιζα τα σκιερά δρομάκια του συγκροτήματος των εργατικών πολυκατοικιών. Έκοβα δρόμο και μάζευα δροσιά για το σπίτι. Μυρίζει αλλιώτικα εδώ. Απλωμένα ρούχα, φρεσκάδα, νοιάξιμο, μαλακτικό. Εδώ οι μπουγάδες δεν κρύβονται σε εσωτερικά μπαλκόνια. Δεν προβληματίζονται με την προσβολή της αισθητικής ενός βρακιού εκτεθειμένου σε κοινή θέα. Δεν ντρέπονται ούτε για τα χρώματα ή τ’ αρώματα ούτε για τα μπαλώματα. Δεν είναι καν προκλητικές.  Είναι αυτές που είναι. Μια χρηστική παράδοση. 
Βλέπεις, στα σπίτια που πιστέψανε πως ανήκανε στη μεσαία τάξη, που λέγαμε κάποτε, τα ρούχα αποτραβήχτηκαν απ' τα μάτια του κόσμου. Μαζί τους εξαφανίστηκε και το άρωμα του φρεσκοπλυμένου. Η πολιτική ορθότης επέβαλε να μην εκθέτουμε τα εσώρουχα, τις οσμές, τα σώψυχα, τις σκέψεις μας δημοσίως. Πολλοί σταμάτησαν και να σκέφτονται. Ανέθεσαν τους λογισμούς τους στα δελτία των ειδήσεων και τις δουλειές του σπιτιού σε κυρίες των ανατολικών χωρών. Ταυτόχρονα οι μπουγάδες τους γίνανε άοσμες κι αόρατες.

"My Venice Laundry",  Terry J Lev

Κι ας είναι κοινό το τοπίο σ' όλα τα ευλογημένα μέρη της Μεσογείου. Πινελιές για ζωγράφους, φορεσιές ταξιδιάρικες, ατίθασες, να χτυπιούνται στα σχοινιά να λευτερωθούν, να τις καταλαμβάνουν λες τα στοιχειά του ανέμου.
Ίδια η αίσθηση και στα καντούνια του νησιού. Η αστική ηθική, αγκαλιά με την πολιτική ορθότητα μένουν πίσω στην πόλη να συντηρούνται απ' το αυτόματο πότισμα. Το δημόσιο άπλωμα απενοχοποιείται. Σαν το ξεγύμνωμα στην παραλία και το λιώσιμο του έρωτα. Τα φρεσκοπλυμένα λιάζονται και μπερδεύονται στον αέρα. Συχνά, τα μανταλάκια δεν επαρκούν. Οι πετσέτες ή θα τυλιχτούν -ασφυκτικά χταπόδια- στο σκοινί, ή θα ταξιδέψουν στο διπλανό σπίτι-χωριό-ξεροχώραφο-νησί, ανάλογα με το κέφι ή τη ζοχάδα του μελτεμιού. Τα μαγικά χαλιά του ανέμου και του καλοκαιριού. Τα οσφραίνεσαι και ταξιδεύεις μαζί τους. Πλανάρεις σ' ένα σεντόνι που δεν πρόλαβε να στεγνώσει. Οι βρεγμένες άκρες του, έχουν βαρύ χέρι. Κρατιέσαι απ' τα κεντήματα μιας νωπής και φουσκωτής μαξιλαροθήκης. Νομίζει κι αυτή πως σαλπάρει. Πως είναι λέει ταχύπλοο, παρασυρμένο ανεμούριο, παιδικό μπαλόνι-δραπέτης.

Και να λοιπόν, τι θέλω να σε ρωτήσω:
Εσύ, που ως πτηνό, φτερουγίζεις πότε εδώ και πότε εκεί κι έχεις τη δυνατότητα να τα βλέπεις όλα από θέση προνομιακή, θα ‘θελα να μου πεις, πώς σου φαίνονται όλα τούτα τ’ απλωμένα στα σκοινιά; Σου τραβούν την προσοχή; Φτάνει η ανθρωπίλα τους ως τον ουρανό;
(Δεν φαντάζομαι να κουτσουλάς τα μαγικά χαλιά, ε;)