Τετάρτη, 20 Αυγούστου 2014

Κάθε φορά που χάνομαι - Καρτ Ποστάλ στους φίλους

Eπιστρέφοντας βρήκα πολλές κάρτες να περιμένουν να διαβαστούν στο ψηφιακό κουτί της αλληλογραφίας, κάρτες που δεν ήταν ακριβώς δικές μου, αλλά που οι φίλοι μου μοιράστηκαν και μαζί μου. Μα τον τουτάτη, δεν περίμενα μέσα στο κατακαλόκαιρο να συναντήσω τόσες και τόσες εσωτερικές αναμοχλεύσεις και φιλοσοφημένες ενδοσκοπήσεις μαζεμένες.
Φυσικά το καλοκαίρι μου διόλου δεν έμοιαζε με το 'καλοκαίρι πρίμα-βίστα' που περιγράφει η passionflower. Αυτή τη φορά θέλησα να χαθώ, σπαταλώντας το χρόνο, με το 'μυαλό άδειο από σχέδια', που λέει κι η lemon, μπας και να βρω τον εαυτό μου όπως διδάσκουν άνθρωποι πιο σοφοί από εμένα, απέτυχα όμως, όπως συνήθως συμβαίνει όταν ασχολείσαι με παραπάνω από ένα πράγματα ταυτόχρονα. 
Δεν είχα να αποφασίσω ποιο δρόμο να τραβήξω και να χαθώ, αυτόν του ολόγιομου φεγγαριού, αυτόν που απαλύνει τις ανθρώπινες ατέλειες, που αποζητά ο βιβλιοθηκάριος και φωτογραφίζει ο τσαλαπετεινός, ή αυτόν του λαμπρού ήλιου, που τσουρουφλάει θύμησες και αποθυμιές. Δεν είχα να λογοδοτήσω ή να απολογηθώ και σε κανέναν, όπως ενδόμυχα αποστρέφοταν όταν έγραφε ο silent. Δεν είχα κάποιον να συμπονέσω, όπως η ποδηλάτισσα, ούτε αναζήτησα κανέναν στο τέλος της διαδρομής, όπως η μπανάνα. 


Αυτό που έκανα φέτος το καλοκαίρι είναι να κοιτάζω επίμονα κι αυθάδικα τα πρόσωπα των ανθρώπων τριγύρω μου, όλων αυτών που συναντούσα σε παραλίες, λαγκάδια ή πανηγύρια, σε καφενεία, μπαρ και ουζερί. Κι όπως η anagennimeni είδα κι εγώ παιδιά σκυμένα στα πι-εσ-πί τους, μεσήλικες στα σμαρτφόνια τους, ταξιδευτές ανισόρροπους κι εκνευρισμένους, μανάδες που έσκουζαν στα ατίθασα πουλαράκια και πατεράδες ανυπόμονους με τα πείσμονα γουρουνάκια τους. Πουθενά όμως, ακόμη και στα νεαρά-και πιθανολογώ ερωτευμένα-ζευγάρια δεν διάβασα χαρούμενα πρόσωπα. Σπάνια διέκρινα την ανεμελιά του καλοκαιριού εκεί που καθρεφτίζεται η ψυχή, ακόμη πιο σπάνια ξεχώρισα τη θερινή ραστώνη να διαπερνά τις εκφράσεις τους ή την απόλαυση του επιτέλους λίγο περισσότερου χρόνου με τους φίλους ή την οικογένεια. Μόνο ένα φόβο ένιωσα, έναν απροσδιόριστο φόβο ριζωμένο βαθιά μέσα τους, μην τυχόν και κάποιος τους απευθύνει το λόγο κι αναγκαστούν να αραδιάσουν τα συνήθη ψέματα, πώς είστε, μια χαρά, αφήνοντας τις πολύχρωμες μπουγάδες τους να προδίδουν τα υπόλοιπα. Είμαι πεπεισμένη δε ότι αυτή η λειψή χαρά δεν έγκειται στη βία και στους πολέμους που άκουγαν και διάβαζαν στις ειδήσεις, ότι δεν είναι η εύθραυστη ευτυχία που τρομάζει τον βιβλιοθηκάριο και είναι βέβαιο ότι δεν άκουσαν ποτέ την Βέλγα να διαμηνύει “τελικά μόνο όποιος καταφέρει να μην τον κυριεύουν οι φόβοι του, μπορεί να είναι ευτυχισμένος”...
Απόμακρο όνειρο έχει καταντήσει η αναζήτηση της ευτυχίας γι'αυτούς που την έψαξαν σε σπίτια, οικόπεδα και αγοραία πράγματα. Γιαυτούς που δεν διάβασαν τις συμβουλές της kidscloudgr και την απάντηση της οιονεί ξαδέρφη της nefosis. Για τους περισσότερους που δεν έχουν κατασταλάξει, όπως το χαμένο επεισόδιο στα καθημερινά, απλά και κοντινά 

Κι έπειτα ξαναγύρισα, χωρίς να αμφισβητώ τι είναι η πατρίδα τελικά, απορρίπτοντας το αφοπλιστικό 'πατρίδα είναι η παιδική ηλικία', που αφήνει χώρο στην προϋπόθεση 'αρκεί να είναι καλή', και υιοθετώντας αυτόν της renata's: Ναι, πατρίδα είναι η καρδιά. Το καταλαβαίνουμε μεγαλώνοντας αυτό. Κι εκεί στέκει η πατρίδα μου πια, στα μοιράσματα και στις κοινές απολαύσεις.


*εικόνα από την εικονογράφηση του βιβλίου: Open House for Butterflies: Ruth Krauss’s Final and LoveliestCollaboration with Maurice Sendak


2 σχόλια:

  1. Σαν να βλέπω όλες τις καλοκαιρινές μας κάρτες απλωμένες σε ένα τραπέζι, δίπλα σε ανοιχτό παράθυρο. Ευχαριστούμε!

    ΑπάντησηΔιαγραφή