Τρίτη, 9 Σεπτεμβρίου 2014

Γατίσια Χαμόγελα (3η Καρτ-ποστάλ στον Τσαλαπετεινό)


Καλέ μου Τσαλαπετεινέ,

Την έλαβα την καρτ-ποστάλ σου . 'Οπως είπες κι εσύ, οι ιστορίες είναι Μπάμπουσκες. Ο μικρός εσταυρωμένος Τσαλαπετεινός με τ’ απλωμένα -γεμάτα περιστέρια- χέρια, μου θύμισε κάτι άλλο. Βλέπεις, έχω βρεθεί κι εγώ φορτωμένη περιστέρια.
Αλλά ας ξεκινήσουμε απ’ την αρχή.
Υπήρξα μοναχικό παιδί της πόλης. Χωρίς φίλους στη γειτονιά μια και το σχολείο ήταν μακριά απ’ το διαμέρισμα. Αν κι η οικογένεια απαρτιζόταν από μαμά/γιαγιά/αδερφό, για μένα, οι πιο πολύτιμες ώρες της μέρας, ξεκίναγαν όταν επέστρεφε σπίτι ο μπαμπάς.
Παραφύλαγα τον ήχο των κλειδιών κι ορμούσα στην αγκαλιά του –τάχα μου- να τον αιφνιδιάσω. Δεν ξέχναγε ποτέ να δείξει έκπληκτος και δεν του 'παιρνε πάνω από ένα κλείσιμο του ματιού για να ξεφορτωθεί τον χαρτοφύλακα και την κούραση της μέρας. Πάντα, μα πάντα, το πρόσωπό του φωτιζόταν από ένα γατίσιο χαμόγελο.
Γιατί γατίσιο;
Καταρχήν γιατί γέλαγε κάτω απ’ τα μουστάκια που δεν είχε. Ήμουν σίγουρη, πως αν είχε τον κατάλληλο γατομηχανισμό, θα συνόδευε το συγκεκριμένο χαμόγελο με γουργουρητό.  Έπειτα, το χαμόγελό του ήταν απολύτως συνωμοτικό.Σαν των γατιών. Οι γάτες έχουν πάντα ένα ύφος μυστηριώδες. Ξέρουν κάποιο μυστικό γνωστό μόνο στις ίδιες. Αυτό το ίδιο χαμόγελο, το έχω δει -σπάνιες φορές- και σ’ άλλους πατεράδες. Για έναν περίεργο λόγο, όλοι αυτοί, είναι μπαμπάδες κοριτσιών.  Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.   

Ο μπαμπάς ταξίδευε συχνά. Κι αυτό ήταν κάτι που με στενοχωρούσε. Άρχιζε να μου λείπει πριν ακόμα φύγει. Για να εξευμενίσει αυτόν τον πόνο, ο σοφός μου γάτος, είχε επινοήσει μια χαρά. Κάθε φορά που έβγαζε εισιτήριο, με έπαιρνε μαζί του στο Σύνταγμα,. Εκεί βρίσκονταν τα γραφεία της Ολυμπιακής. Αφού λοιπόν, υπέμενα την έκδοση του μακρόστενου χαρτιού, που έμοιαζε με μπλοκάκι και θα έπαιρνε τον μπαμπά μακριά, αφού χάζευα προσπέκτους με αεροπλάνα κι ονειρευόμουν σύννεφα, ουρανούς και ταξίδια, πηγαίναμε επιτέλους μια βόλτα στην πλατεία. Αυτήν με τους Ευζώνους, που καθόλου δεν με εντυπωσίαζαν και με τα περιστέρια, που λατρεύαμε κι εγώ κι εκείνος.
Αγοράζαμε  χάρτινες σακούλες με σπόρια και ταΐζαμε τα πουλιά. Μοιράζαμε μαζί με τους σπόρους, ζεστή-ζεστή ευτυχία και γατίσια χαμόγελα. Μια σακούλα ποτέ δεν ήταν αρκετή. Μόλις τα σπόρια εξαντλούνταν, έριχνα ένα παρακλητικό βλέμμα. Υποθέτω πως θα βλεφάριζα κιόλας. Πλινκ-πλινκ και σε λίγο, ανοίγαμε καινούριο σακουλάκι.
Είχαμε σύστημα.
Στην αρχή, ρίχναμε τους σπόρους μακριά και σιγά-σιγά, τους αφήναμε όλο και πιο κοντά μας. Στο τέλος, τα περιστέρια έτρωγαν απ’ το χέρι μου. Το τι χαρά έκανα μόλις ένοιωθα το αρχικό τσίμπημα στην παλάμη, δεν λέγεται. Το πρώτο γενναίο και πιο πεινασμένο πουλί πήδαγε κάποια στιγμή στο μπράτσο μου, που έτσι κι αλλιώς, έμοιαζε πολύ με κλαράκι. Μόλις στερεωνόταν κι έτρωγε από θέση προνομιακή, το ακολουθούσαν μιμητές και κατέληγα σκεπασμένη από πτηνά. Ευτυχώς, δεν είχα δει ακόμη τη σχετική ταινία του Χίτσκοκ κι έτσι η ευτυχία μου άστραφτε άθικτη.

Πολλά χρόνια αργότερα, πήγαινα να τον δω στο νοσοκομείο. Μέρες πριν, είχε βυθιστεί σ΄εναν ύπνο, που οι γιατροί χαρακτήριζαν προκαταρκτικό του μεγάλου. Δεν επικοινωνούσε πια, δεν απαντούσε, δεν ένευε, δεν άνοιγε τα μάτια. Έτσι κι αλλιώς, μόνο εκείνα βλέπαμε. Το υπόλοιπο πρόσωπο, το κάλυπτε η μάσκα που στήριζε τις τελευταίες του ανάσες. Μπήκα στο δωμάτιο κι η μαμά, κινούμενη από λόγο φαινομενικά αναίτιο, του ψιθύρισε: «ήρθε η Ντούσα σου». Έτσι μ’ έλεγε. Ντούσα-ψυχή μου. Όσο κι αν δεν το περιμέναμε, άνοιξαν τα μάτια του και μου χαμογέλασαν γατίσια.

Αυτό το βλέμμα ήταν για μένα μια καρτ-ποστάλ. Αν η καρδιά είχε τσέπες, θα έλεγα πως την φυλάω πάντα βαθιά μέσα τους. Την κοιτάω πού και πού, όπως και τώρα που σου γράφω- και κάθε-μα κάθε φόρα- νοιώθω όπως τότε που με κάλυπταν τα περιστέρια για να φάνε απ’ την χούφτα μου.

6 σχόλια:

  1. Τα τσιμπήματα πουλιών στην παλάμη, τσιμπήματα μνήμης. Τσιμπήματα και στην καρδιά.
    Να σαι καλά παιδί του πατέρα με το γατίσιο χαμόγελο.



    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. αγαπημένη απασχόληση των παιδιών το τάισμα των περιστεριών της πλατείας, ακόμη και σήμερα...όταν το πετυχαίνεις
    (ειλικρινά συγκινητικό)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Μήπως ήσουν το διπλανό κοριτσάκι, το φορτωμένο με το άλλο μισό σμήνος περιστεριών;

      Διαγραφή
  3. Σκουπιδάκια στα μάτια μου διαβάζοντάς το...

    ΑπάντησηΔιαγραφή