Παρασκευή, 26 Σεπτεμβρίου 2014

Νύχτα στο Ουαλικό χωριό

Φτάσανε στο χωριό με το τελευταίο λεωφορείο. Μόνο οι δυο τους κατέβηκαν στη στάση. Ψιλόβρεχε.
(Όπως πάντα.)
Οι ομπρέλες άχρηστες. Η βροχή σε βρίσκει ότι κι αν κάνεις. Από πάνω, από κάτω, απ' το πλάι. Εδώ, όλα είναι βροχή. Οι ντόπιοι μουλιάζουν και μέσα τους. Κι όποιος μένει καιρό, γίνεται κι αυτός βροχή. Όσο κι αν προσπαθεί να αντικαταστήσει τη βροχή με μπύρα.
Σκοτείνιαζε.
(Λίγο περισσότερο από πάντα.)

Κι ενώ δεν ήταν μαθημένοι στο σκοτάδι και την υγρασία, για λόγο μυστήριο κι ίσως λίγο άρρωστο, εκείνος είπε:
- Πάμε μια βόλτα;
- Πού; ρώτησε εκείνη, λες κι είχε νόημα ο ακριβής καθορισμός του τόπου.
- Να, εδώ παρακάτω.
(Πάντα αυτά τα λόγια-συνδετικοί ιστοί των σιωπών που τα 'χουν εννοήσει όλα.)

Πάνε λοιπόν.
Τα τελευταία σπίτια -όπως και τα πρώτα- είναι πέτρινα. Από τα κενά τους ξεφυτρώνουν λογιών-λογιών ασυνάρτητες πρασινάδες. Παιδιά της βροχής. Στα πεζούλια γλάστρες που κανείς δεν νοιάζεται να ποτίσει.

Στα παράθυρα κατοικίδια.
Στην αρχή ζωντανά.
'Οσο πλησιάζουν τη σκοτεινή εκκλησία, αυτήν που σκύβει λες πάνω απ' το χωριό, τα ζώα μοιάζουν αληθινά, αλλά αν κοιτάξεις πιο προσεκτικά, είναι λούτρινα στην αρχή, πορσελάνινα στο τέλος του δρόμου.
Οι ζωντανοί αποσύρονται.
Οι άνθρωποι αόρατοι.

Φτάσανε πια στο αρχαίο κοιμητήριο. Εδώ κι οι πρασινάδες ακόμα, κρατάνε την ανάσα τους.
Στον περίβολο μερικά γηραλέα πεύκα με το κορμί τους τυλιγμένο στους κισσούς. Σε μερικούς απ' αυτούς, κάποιοι κόψαν τις ρίζες, να σταματήσουν το αγκάλιασμα που είχε μετατραπεί ήσυχα-ήσυχα σε στραγγάλισμα. Τα φύλλα πέσανε και τα κλαδιά των κισσών ξεραθήκανε.  'Οτι απόμεινε, κάνει τα δέντρα να μοιάζουν ανατριχιασμένα.
Οι σφραγισμένες πόρτες της εκκλησίας φουσκώνουν. Διακόσια χρόνια τώρα, μαζεύουν πόνο. Μια μέρα θ' ανοίξουν. Θα ξεβράσουν τις συλλογές τους.
Γάμοι και βαφτίσια δεν έχουν γίνει εδώ. Τα μωρά που μπήκαν, μοιάζανε κοιμισμένα, αλλά -δες εδώ- δεν ήταν.

Μαύρες πέτρες ολόγυρα, αλλά η πρώτη, είναι η σκοτεινότερη.
Εδώ ο Ρόμπερτ κι η Ελίζαμπεθ, έθαψαν πριν δυο αιώνες το μωρό τους. Πάει τόσος καιρός κι όταν διαβάζεις τα λόγια, όλα είναι τριγύρω. Η βροχή εκείνης της μέρας, η οδύνη, η μητέρα, ο πατέρας να την στηρίζει.
(Πάντα να παριστάνει το δυνατό.)

Ο Ρόμπερτ κι η Ελίζαμπεθ έχουν πεθάνει πριν χρόνια αλλά ο πόνος τους χαραγμένος στον τάφο μένει και μένει. Λες κι οι μυτερές κορφές της εκκλησίας τρυπήσανε τη φούσκα του χρόνου, αυτήν που περιβάλει τον κόσμο μας, κι άφησαν από κει να ξεχυθεί βροχή κι οδύνη. Ποτίσανε το χώμα, γίνανε ο τόπος.
Οι χαρές δεν καταφέρνουν ν' αφήσουν τόσο βαθύ αποτύπωμα. Είναι μόνο της στιγμής η έντασή τους. Αν αρπάξεις την ένταση, αν κρατήσεις στα χέρια την άμμο της στιγμής, τότε θα κάνεις ένα μπάλωμα στο χρόνο. Άτεχνο, κακοραμμένο μα με τη δική σου αναγνωρίσιμη τεχνική.
(αν)


Παραταγμένες οι γρανιτένιες στήλες, μια ιστορία η καθεμιά που δεν θες να διαβάσεις, μα λες κι έχουν νύχια και σ' αρπάζουνε.
Να δες με!
Φαντάσου με!
Ζωντάνεψε με!
Έφυγα και χάθηκα;
Αυτό ήταν;
Αυτό είμαι;
(Κι εσύ; Να ρωτάς πάντα: Τι είσαι εσύ;)

Εκείνος αποφασίζει να δει κι άλλα.
(Πάντα, ανάμεσα στα μάτια του και τον κόσμο, μια φωτογραφική μηχανή. Φρουρός και φίλτρο.)

Εκείνη έχει μόνο τους φακούς επαφής της. Υπέρλεπτους.
Στρέφεται στην άλλη μεριά του φράχτη.
(Πάντα υπάρχει άλλη μεριά.)

Πρόβατα. Αποφορά ζωής.
(Ο θάνατος πίσω μυρίζει μούχλα και φωνάζει, μα τώρα υπάρχει κι αυτή η όψη.)

Δεν θα γυρίσει.
Θα βαδίσει αργά-αργά.
Δεν θα κολλήσει στη λάσπη.
Δεν θα βουλιάξει.
Θα κοιτάει τα πρόβατα.
Θα περπατάει με το ρυθμό που μασάνε ξανά και ξανά το χορτάρι.
(Το ποτισμένο απ' τη βροχή κι απ' την οδύνη που ξεχείλισαν από την τρύπα του χρόνου.)

Αλλά, θα πρέπει να σταθεί. Να κοιτάξει πίσω.
Πού είναι εκείνος;
Μαζί θα φύγουν απ' το θάνατο.
(Πάντα να νομίζουν πως μπορούν να του το σκάσουν.)




Όλες οι φωτογραφίες είναι του Λεωνίδα.

Ποστ αφιερωμένο στο φίλο μου το Γιώργο, γνωστό και ως βιβλιοθηκάριο. Τον Τζίμινι Κρίκετ των βαριεστημένων βλογεράδων.

6 σχόλια: