Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ουαλία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ουαλία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 3 Οκτωβρίου 2014

Devil's Bridge


Λέει το παραμύθι:

Πριν από πολλά-πολλά χρόνια, ο Διάβολος έμαθε για έναν τόπο όμορφο σαν παιδικό όνειρο.


Απαλές κοιλάδες, πράσινοι λόφοι, λίμνες, ποτάμια, ρουμάνια και ρυάκια, μοσχοβολιά νοτισμένης γης, φορτωμένες μηλιές, όλων των λογιών τα ψιλόλιγνα δέντρα, αγριολούλουδα και φτέρες παντού.
 


Αποφάσισε το δίχως άλλο, να κάνει το μέρος δικό του.
Με ένα ΠΑΦ βρέθηκε στο φαράγγι του ορμητικού ποταμού Rheidol.



 Εκεί, σε ένα δασωμένο πέρασμα, πάνω από τους καταρράκτες, τον καλημέρισε μια γιαγιά με ύφος ανήσυχο:
-Χάγια, του είπε στη γλώσσα των ντόπιων.
-Γεια σου και σένα κυρά, της ανταπάντησε ο Διάβολος. Πώς παν' τα κέφια; Σαν λίγο σκεφτική μου φαίνεσαι.
-Αχ και πώς να μην είμαι ξένε! Η χαζή η αγελάδα μου, πέρασε το βράδυ τα νερά και σήμερα που φούσκωσε με τη βροχή το ποτάμι, δεν μπορεί να γυρίσει. Κι έμεινε απέναντι η καλή μου η αγελάδα, που μου δίνει κάθε μέρα το γάλα της. Αχ!
-Μην σε νοιάζει χρυσή μου κυρία! Εγώ θα στα ρυθμίσω όλα! Αύριο το πρωί, θα σου 'χω έτοιμη την πιο όμορφη πέτρινη γέφυρα που 'χεις φανταστεί! Μόνο, να... θέλω να μου υποσχεθείς, κάτι. Ένα τιποτένιο αντάλλαγμα.
- Α, ναι; Μπορείς να κάνεις τέτοιο πράγμα; Θα με σώσεις! Αλλά ποιο είναι αυτό το τιποτένιο αντάλλαγμα; Χρυσάφι δεν έχω να σου δώσω.
- Δεν θέλω χρυσάφι, αποκρίθηκε ο διάβολος. Θέλω μόνο να μου τάξεις την ψυχή του πρώτου ζωντανού πλάσματος που θα διαβεί το γεφύρι. Εντάξει;
- Εντάξει, συμφώνησε η γιαγιά και οι σκιές απ' τα πανύψηλα ντόπια έλατα, τα πεύκα και τα πλατάνια, παρέλασαν πίσω απ' το βλέμμα της- όλες μαζί.

Γύρισε σπίτι της πιο ανήσυχη απ' όσο είχε φύγει.
Ποιος να΄ταν ο άγνωστος;
Από πού ξεφύτρωσε;
Πώς θα κατάφερνε -αν όντως έλεγε αλήθεια- να χτίσει σε μια νύχτα γεφύρι, στο πιο γρήγορο ποτάμι του τόπου και μάλιστα στο πιο απότομο κομμάτι του;
Και πώς θα γλίτωνε την ψυχή της; μια και- ποιος άλλος απ' την ίδια, θα ήταν το πρώτο ζωντανό πλάσμα που θα περνούσε το πρωί τη γέφυρα;
Εκεί που έσπαγε το κεφάλι της, ένα γουφ, της απέσπασε την προσοχή.
Ο παιχνιδιάρης σκύλος της, στριφογυρνούσε την ουρά κι αποζητούσε γελαστά χάδια.
Καθώς του έξυνε τη ράχη, σκέφτηκε πόση παρηγοριά είναι ένας σκύλος για τον άνθρωπο και πώς όλες οι έγνοιες ρουφιούνται και λιώνουν στη ζεστασιά του ζώου.
Και όπως ήταν φυσικό, η γιαγιά χαμογέλασε.

Την άλλη μέρα, όπως της είχε υποσχεθεί ο διάβολος, είδε μπροστά της, το πιο κομψό, σκαλισμένο πέτρα-πέτρα, κι όσο χρειάζεται καμπυλωτό κι ελκυστικό γεφύρι. Κι εκεί, στην απέναντι όχθη, η καλή και χαζή ασπρόμαυρη αγελάδα μασούλαγε (καταπώς έκανε πάντα) κι έδιωχνε τις πρωινές μύγες με την ουρά της.
Με ένα ΠΑΦ, ο διάβολος εμφανίστηκε από το δικό του τόπο- το Πουθενά, και τρίβωντας τα χέρια του, είπε στη γιαγιά:
-Χάγια καλή μου κυρά! Να εδώ μπροστά σου, το δικό μου κομμάτι της συμφωνίας μας. Μην ξεχάσεις ότι μου έταξες εσύ! Το πρώτο ζωντανό πλάσμα που θα διαβεί το γεφύρι, θα 'ναι δικό μου!
- Χάγια, το θυμάμαι, απάντησε η γιαγιά και βγάζοντας από την τσέπη της ένα κομμάτι ψωμί το πέταξε στην απέναντι άκρη του γεφυριού.
Ο σκύλος με την αεικίνητη ουρά, όρμησε κι όλος χαρά, πέρασε τη γέφυρα κι έφαγε το ψωμί.
Αν ο Διάβολος ήταν θνητός, θα πάθαινε αποπληξία.
-Με ξεγέλασες! Τι να την κάνω την ψυχή του σκύλου; Αυτή χαρίζεται μόνο στους ανθρώπους! Δεν θέλω να το ξέρω αυτό το μέρος! φώναξε στην κυρά και με ένα ΠΑΦ εξαφανίσθηκε.

Από τότε το γεφύρι ονομάστηκε του Διαβόλου, αν και ο Διάβολος δεν θέλει να 'χει καμιά σχέση μαζί του. Γιατί, μια και ο Διάβολος νικήθηκε, άφησε πίσω του ένα χάδι μαγείας.
Είναι τόσο ωραία εδώ, που κάθε ξένος, νοιώθει πως είναι στην πατρίδα του. Λογικό, μια και κοινή μας μάνα είναι η ομορφιά.
Επίσης, ίσως όχι και τόσο τυχαία, οι περισσότεροι ντόπιοι έχουν σκύλους. Συνήθως δύο ή τρεις ο καθένας. Όσοι περισσότεροι φυλάνε την ψυχή σου, τόσο το καλύτερο. Κι όλοι οι σκύλοι είναι φάτσες και χαϊδεμένοι. Στους δρόμους, δεν κυκλοφορεί ούτε ένα αδέσποτο.

To όνομα του τόπου προφέρεται σαν τραγούδι αλλά μόνο από όσους έχουν την κατάλληλα μελωδική φωνή. Δοκιμάστε ελεύθερα και δείξτε ιδιαίτερη τρυφερότητα σ' αυτό το Αχ στο τέλος: Pontarfynach

Όλες οι φωτογραφίες είναι του Λεωνίδα.

Παρασκευή 26 Σεπτεμβρίου 2014

Νύχτα στο Ουαλικό χωριό

Φτάσανε στο χωριό με το τελευταίο λεωφορείο. Μόνο οι δυο τους κατέβηκαν στη στάση. Ψιλόβρεχε.
(Όπως πάντα.)
Οι ομπρέλες άχρηστες. Η βροχή σε βρίσκει ότι κι αν κάνεις. Από πάνω, από κάτω, απ' το πλάι. Εδώ, όλα είναι βροχή. Οι ντόπιοι μουλιάζουν και μέσα τους. Κι όποιος μένει καιρό, γίνεται κι αυτός βροχή. Όσο κι αν προσπαθεί να αντικαταστήσει τη βροχή με μπύρα.
Σκοτείνιαζε.
(Λίγο περισσότερο από πάντα.)

Κι ενώ δεν ήταν μαθημένοι στο σκοτάδι και την υγρασία, για λόγο μυστήριο κι ίσως λίγο άρρωστο, εκείνος είπε:
- Πάμε μια βόλτα;
- Πού; ρώτησε εκείνη, λες κι είχε νόημα ο ακριβής καθορισμός του τόπου.
- Να, εδώ παρακάτω.
(Πάντα αυτά τα λόγια-συνδετικοί ιστοί των σιωπών που τα 'χουν εννοήσει όλα.)

Πάνε λοιπόν.
Τα τελευταία σπίτια -όπως και τα πρώτα- είναι πέτρινα. Από τα κενά τους ξεφυτρώνουν λογιών-λογιών ασυνάρτητες πρασινάδες. Παιδιά της βροχής. Στα πεζούλια γλάστρες που κανείς δεν νοιάζεται να ποτίσει.

Στα παράθυρα κατοικίδια.
Στην αρχή ζωντανά.
'Οσο πλησιάζουν τη σκοτεινή εκκλησία, αυτήν που σκύβει λες πάνω απ' το χωριό, τα ζώα μοιάζουν αληθινά, αλλά αν κοιτάξεις πιο προσεκτικά, είναι λούτρινα στην αρχή, πορσελάνινα στο τέλος του δρόμου.
Οι ζωντανοί αποσύρονται.
Οι άνθρωποι αόρατοι.

Φτάσανε πια στο αρχαίο κοιμητήριο. Εδώ κι οι πρασινάδες ακόμα, κρατάνε την ανάσα τους.
Στον περίβολο μερικά γηραλέα πεύκα με το κορμί τους τυλιγμένο στους κισσούς. Σε μερικούς απ' αυτούς, κάποιοι κόψαν τις ρίζες, να σταματήσουν το αγκάλιασμα που είχε μετατραπεί ήσυχα-ήσυχα σε στραγγάλισμα. Τα φύλλα πέσανε και τα κλαδιά των κισσών ξεραθήκανε.  'Οτι απόμεινε, κάνει τα δέντρα να μοιάζουν ανατριχιασμένα.
Οι σφραγισμένες πόρτες της εκκλησίας φουσκώνουν. Διακόσια χρόνια τώρα, μαζεύουν πόνο. Μια μέρα θ' ανοίξουν. Θα ξεβράσουν τις συλλογές τους.
Γάμοι και βαφτίσια δεν έχουν γίνει εδώ. Τα μωρά που μπήκαν, μοιάζανε κοιμισμένα, αλλά -δες εδώ- δεν ήταν.

Μαύρες πέτρες ολόγυρα, αλλά η πρώτη, είναι η σκοτεινότερη.
Εδώ ο Ρόμπερτ κι η Ελίζαμπεθ, έθαψαν πριν δυο αιώνες το μωρό τους. Πάει τόσος καιρός κι όταν διαβάζεις τα λόγια, όλα είναι τριγύρω. Η βροχή εκείνης της μέρας, η οδύνη, η μητέρα, ο πατέρας να την στηρίζει.
(Πάντα να παριστάνει το δυνατό.)

Ο Ρόμπερτ κι η Ελίζαμπεθ έχουν πεθάνει πριν χρόνια αλλά ο πόνος τους χαραγμένος στον τάφο μένει και μένει. Λες κι οι μυτερές κορφές της εκκλησίας τρυπήσανε τη φούσκα του χρόνου, αυτήν που περιβάλει τον κόσμο μας, κι άφησαν από κει να ξεχυθεί βροχή κι οδύνη. Ποτίσανε το χώμα, γίνανε ο τόπος.
Οι χαρές δεν καταφέρνουν ν' αφήσουν τόσο βαθύ αποτύπωμα. Είναι μόνο της στιγμής η έντασή τους. Αν αρπάξεις την ένταση, αν κρατήσεις στα χέρια την άμμο της στιγμής, τότε θα κάνεις ένα μπάλωμα στο χρόνο. Άτεχνο, κακοραμμένο μα με τη δική σου αναγνωρίσιμη τεχνική.
(αν)


Παραταγμένες οι γρανιτένιες στήλες, μια ιστορία η καθεμιά που δεν θες να διαβάσεις, μα λες κι έχουν νύχια και σ' αρπάζουνε.
Να δες με!
Φαντάσου με!
Ζωντάνεψε με!
Έφυγα και χάθηκα;
Αυτό ήταν;
Αυτό είμαι;
(Κι εσύ; Να ρωτάς πάντα: Τι είσαι εσύ;)

Εκείνος αποφασίζει να δει κι άλλα.
(Πάντα, ανάμεσα στα μάτια του και τον κόσμο, μια φωτογραφική μηχανή. Φρουρός και φίλτρο.)

Εκείνη έχει μόνο τους φακούς επαφής της. Υπέρλεπτους.
Στρέφεται στην άλλη μεριά του φράχτη.
(Πάντα υπάρχει άλλη μεριά.)

Πρόβατα. Αποφορά ζωής.
(Ο θάνατος πίσω μυρίζει μούχλα και φωνάζει, μα τώρα υπάρχει κι αυτή η όψη.)

Δεν θα γυρίσει.
Θα βαδίσει αργά-αργά.
Δεν θα κολλήσει στη λάσπη.
Δεν θα βουλιάξει.
Θα κοιτάει τα πρόβατα.
Θα περπατάει με το ρυθμό που μασάνε ξανά και ξανά το χορτάρι.
(Το ποτισμένο απ' τη βροχή κι απ' την οδύνη που ξεχείλισαν από την τρύπα του χρόνου.)

Αλλά, θα πρέπει να σταθεί. Να κοιτάξει πίσω.
Πού είναι εκείνος;
Μαζί θα φύγουν απ' το θάνατο.
(Πάντα να νομίζουν πως μπορούν να του το σκάσουν.)




Όλες οι φωτογραφίες είναι του Λεωνίδα.

Ποστ αφιερωμένο στο φίλο μου το Γιώργο, γνωστό και ως βιβλιοθηκάριο. Τον Τζίμινι Κρίκετ των βαριεστημένων βλογεράδων.