Τρίτη, 2 Σεπτεμβρίου 2014

Ένα παράξενο χωριό (2η Καρτ-ποστάλ στον Τσαλαπετεινό)

Καλέ μου Τσαλαπετεινέ,

Το περιστέρι που έφερε την καρτ ποστάλ σου, βολεύτηκε, ραχάτεψε και κοντεύει να πλαντάξει από το πάχος. Κάθε φορά το σπρώχνω να πετάξει, να σου φέρει την απάντηση κι αυτό έρχεται πιο κοντά και γουργουρίζει. Μαλαγάνας ο τύπος κι εγώ δεν θέλω πολύ για να μην του χαλάσω χατίρι. Μα έλα που το καλοκαίρι πάει, πέρασε κι η καρτ ποστάλ, φορτωμένη φωτογραφίες βρίκεται ακόμα εδώ. 
Ε, δεν πήγαινε άλλο. Κάθισα και του εξήγησα την κατάσταση. Μου γουργούρισε. Του είπα πως μ’ αυτά και μ’ αυτά, δυσφημεί το μεταφορικό του κλάδο κι ο ανταγωνισμός θα τον τσακίσει. Θα μείνει άνεργος. Άφησε μια αναιδέστατη κουτσουλιά στο πλακάκι και με παρακολουθούσε με αδιακρισία να την καθαρίζω. Του είπα πως θα γίνει χοντρός και πλαδαρός –που ήδη έγινε- και δεν θα τον θέλουν οι περιστέρες. Μου ‘κλεισε το μάτι και κάτι πάνω του, μου θύμισε το γουρούνι του Αρκά. Στο τέλος τσακωθήκαμε και καθίσαμε για ώρα με τις πλάτες γυρισμένες. Μετά, άρχισε τα καλοπιάσματα, εγώ έκανα τη θυμωμένη κι εκείνο, στο τέλος υποχώρησε. Είπε πως άντε, θα στη φέρει την κάρτα, αλλά αυτή είναι η τελευταία φορά που μας κάνει τον ταχυδρόμο και την επόμενη να χρησιμοποιήσουμε, λέει, το διαδίκτυο όπως όλος ο κόσμος.
Ας είναι λοιπόν.
Θα σου δείξω ένα παράξενο χωριό. Αυτή είναι η πρώτη φωτογραφία του.

Όμορφο, ε; Ένα τυπικό κυκλαδίτικο χωριό θα έλεγες. Αλλά δεν είναι. Κοίταξε καλύτερα. Πρόσεξε τις λεπτομέρειες. Την τάξη.


Τις σχεδιαστικές πινελιές.


Η απουσία ανθρώπων στα σοκάκια, δεν ήταν επιδίωξη του φωτογράφου. Ότι ώρα και να βρεθείς εκεί, επικρατεί σιωπή κι ακινησία. Πινακίδες σε προειδοποιούν να μιλάς χαμηλόφωνα. Δεν υπάρχει εδώ πλατεία ούτε καφενείο, φούρνος, ταβέρνα, ή η αυλή μιας εκκλησίας, μια παιδική χαρά, ένα μέρος βρε παιδί μου να μαζεύονται οι άνθρωποι. Όλοι δίπλα-δίπλα-να τηρούν τις προδιαγραφές της αρχιτεκτονικής παράδοσης. Και όλοι χώρια. Μόνο σ’ αυτή τη φωτογραφία, φαίνεται πως κάποιος μαθαίνει λέξεις από Θήτα.


Θάλασσα, θυμός, θάρρος, θρασύς, θάνατος, θάμβος, θέλησις. Δυσκολοπρόφερτες όλες για έναν ξένο, μα αν έχεις μάθει να λες το θήτα, έχεις κατακτήσει ένα ζόρικο κομμάτι της γλώσσας. Κι η γλώσσα είναι πατρίδα λένε. Ειδικά για τη δικιά μας, είχε πει ο Ελύτης: 
"Εάν αποσυνθέσεις την Ελλάδα, στο τέλος θα δεις να σου απομένουν μια ελιά, ένα αμπέλι κι ένα καράβι. Που σημαίνει: με άλλα τόσα την ξαναφτιάχνεις."
Ολόγυρα στο χωριό έχει ελιές, αμπέλια και πολλά καράβια παρελαύνουν στην εντυπωσιακή θαλασσινή θέα. Ωστόσο, Ελλάδα δεν θα το ΄λεγες το συγκεκριμένο μέρος κι ας έχει περάσει επιτυχώς, όλη την παραπάνω διαδικασία της αποσύνθεσης κι ανακατασκευής. 

Βλέπεις, αυτό το χωριό, το λέγανε κάποτε Μπερδεμιάρο. Οι κάτοικοι το εγκατέλειψαν. Ήταν πολύ φτωχοί και ξενιτεύτηκαν όλοι. Τα σπίτια ρήμαξαν και γκρεμίστηκαν. Μια μέρα, κάποιος Γερμανός περπάτησε στα ερείπια κι αγάπησε τον αέρα-το βασιλιά του νησιού, τα καφετιά βουνά, τ’ ασπράδι των διπλανών χωριών (που επιβίωναν ακόμα), τον ουρανό, τη θάλασσα. 
Όλο αυτό το αστραφτερό πακέτο που κάθε χρόνο ξετυλίγουμε για να μαζέψουμε τουρίστες. 
Γύρισε στον τόπο του κι έπεισε φίλους και γνωστούς να αγοράσουν μαζί, το χωριό ολόκληρο. Με πολύ μεράκι, ξαναχτίσανε τα σπίτια. Με σεβασμό στην ντόπια αρχιτεκτονική κι ευλαβεια στα μυστικά της πέτρας. Οικιστικό κανονισμό δεν χρειαστήκανε να τους οδηγεί γιατί ήταν οι ίδιοι πολύ αυστηρότεροι στην αισθητική τους προσέγγιση. Ούτε μια πέτρα δεν παρεκκλίνει από την παράδοση των χτιστών του νησιού. Άντε να ζωγραφίσουν μόνο πάνω σε κάνα βότσαλο. Να μια εικαστική παρέμβαση-δραπέτης.

Ξαναφτιάξανε έτσι, ένα κομμάτι της Ελλάδας, θα 'λεγε κανείς. 
Σύμφωνα με τις οδηγίες. 
Σύμφωνα και με τα λόγια του ποιητή. 
Από τότε, όλοι λένε το μέρος: Γερμανικό χωριό. Το παλιό του όνομα δεν του ταιριάζει πια και προφέρεται δύσκολα ακόμα κι από μας που σιγά-σιγά το ξεχνάμε.




Σκέφτομαι λοιπόν, πως αυτή θα μπορούσε να είναι και μια εικόνα από το μέλλον. Μια προοπτική, τρομακτική για τους Έλληνες και αδιάφορη για όλους αυτούς που θα μας έχουν ξεχάσει. Πράγμα όχι και τόσο δύσκολο. Εδώ, δεν θυμόμαστε εμείς ποιοι είμαστε. Μια αντίστιξη των ορισμών της πατρίδας. Και μαζί και κόντρα,  που τελικά –ας το παραδεχτούμε- είναι όμορφη σαν ζωγραφιά κι ας μην μας περιέχει. Κι η ομορφιά είναι το ισχυρότερο επιχείρημα. Ακόμα κι όταν είναι εναντίον μας.
Θα μου πεις, είναι μια εικόνα άψυχη, αλλά τότε θα έπρεπε να συζητήσουμε για το τι είναι ψυχή. Σε μια άλλη καρτ-ποστάλ ίσως, γιατί αυτή βάρυνε πολύ και με πολλούς τρόπους και ο χοντρός ταχυδρόμος με αγριοκοιτάζει.


Φιλιά.   

Υ.Γ.
Όλες οι φωτογραφίες είναι του Λεωνίδα.

4 σχόλια:

  1. Όλα έχουν την δική τιυς κλίμακα. Οι άνθρωποι φεύγουν αλλά η ζωή μένει. Η ζωή αλλάζει αλλά ο πλανήτης μένει.. Η διαφορά του Γερμανικού χωριού από ένα Ελληνικό με Έλληνες μ'εσα μπορεί να είναι η διαφορά του αποσταγμένου νερού και του νερού της πηγής. Αλλά το πιο σημαντικό που λέει για μένα η ανάρτηση είναι ότι πιθανόν να κοιτάμε το μέλλον του τόπου που δεν του φερθήκαμε οπως έπρεπε για να συνεχίσει να είναι δικός μας...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Όντως η ανάρτηση λέει ότι κοιτάμε ένα πιθανό μέλλον, που αν και δεν είναι άσχημο, είναι κάτι λιγότερο από αυτό που αξίζει στον τόπο. Ένα μέλλον ελλιπές. Όχι επειδή ο "δικός μας" τρόπος είναι καλύτερος, αλλά επειδή είναι ο τρόπος του γηγενούς και όχι του τουρίστα- σε πολύ αδρές γραμμές. Παλιά οι Έλληνες συμπεριφέρονταν περισσότερο ως γηγενείς-άνθρωποι γεννημένοι από τη συγκεκριμένη γη, που τη σέβονταν και την αφουγκράζονταν. Κάτι που μετά το 2ο ΠΠ, αρχίσαμε σταδιακά και όχι αναίτια να ξεχνάμε.

      Διαγραφή
  2. όντως θυμίζει τα χωριά της Γερμανίας (αυτά με τα ομοιόμορφα κουρτινάκια), άτεγκτα, υποδειγματικά, άνευρα...κρατάμε πάντα το θετικό για ένα πιο ανθρώπινο καλύτερο μέλλον

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Με ξέρεις τώρα, αν δεν απαντήσω με κάρτα στην κάρτα, σχόλιο δεν τολμώ να αφήσω!

    Σε ευχαριστώ για το ταξίδι σε ένα χωριό που αγνοούσα, σε ευχαριστώ και για τη λίστα με τις λέξεις που αρχίσουν από Θ. Θα μόνο πρόσθετα τη θαλπωρή. ;-)


    ΑπάντησηΔιαγραφή