Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πατρίδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πατρίδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 28 Οκτωβρίου 2014

Σημαιοφόρος

-Σημαιοφόρος!!! φώναξε, ούρλιαξε σχεδόν, κάνοντας την ομήγυρη να γυρίσει να την κοιτάξει πριν αρχίσει να χαχανίζει, κι έφυγε τρέχοντας για το σπίτι της να το προλάβει στη μάνα και στην αγαπημένη της γιαγιά που καθόταν στην πεζούλα. Ήταν τόσο μα τόσο περήφανη που μαζί με το παρεάκι της θα παρέλαυναν στην πλατεία του χωριού. Ήταν τόσο μα τόσο ευτυχισμένη που θα κρατούσε τη σημαία, που θα την παιάνιζε στον αέρα, που θα την έγερνε σαν επιτάφιο λουλούδι μπροστά στο μνημείο των πεσόντων. Ήταν τόσο ξεμυαλισμένη που δεν πρόσεξε το χρόνο που κυλούσε σαν νερό μες στην κλεψύδρα.

Κι ύστερα από κάμποσο καιρό, που δεν μετριέται στις συνηθισμένες μονάδες ιστορικού χρόνου, αλλά με βουναλάκια έγνοιας και φροντίδας, που γράφεται πάνω σε ανθρώπινες ρυτίδες και ξεθωριάζει τις ατίθασες τρίχες...

...ξύπνησε και είδε την πατρίδα της αδύναμη και σκυθρωπή, ένιωσε κάμποσους γενναίους να έχουν σκύψει το κεφάλι, διαισθάνθηκε τα όρνια να παραφυλάνε, άκουσε για μπουραντάδες και ταγματασφαλίτες, έμαθε για δοσίλογους και μαυραγορίτες, για θηριωδίες και εξορίες, είδε τους παλιούς συμμαθητές της να φεύγουν για να πάρουν μέρος σε άλλους πολέμους, σε χώρες μακρινές, για να τιμωρήσουν λαούς που κάποιοι άλλοι - οι δυνατοί - είχαν κατονομάσει εχθρούς, έβλεπε να χτίζουν φυλακές εκεί όπου, όπως είχε μάθει, έπρεπε να χτίζονται σχολειά, έβλεπε να υψώνονται τείχη στα σύνορα που είχαν καταλυθεί, είδε να εξευτελίζονται άνθρωποι που τολμούσαν να αντιστέκονται, συνάντησε συνανθρώπους της να στήνονται στην ουρά για ένα πιάτο ζεστό φαΐ, είδε ήρωες να προπηλακίζονται, σιδερόφραχτους φύλακες να στιβάζουν ολοένα και περισσότερους πολίτες του κόσμου σε σύγχρονα στρατόπεδα, διάβασε για μετανάστες που αφήνονται και πνίγονται στα γαλανά νερά της χώρας της, είδε τους φυλακισμένους να πολλαπλασιάζονται και τους αδύναμους να μεταμορφώνονται σε ακόμη πιο αδύναμους, βίωσε τη διαφορετικότητα να καταδιώκεται, είδε αντί για αγάπη να μοιράζεται όξος και χολή, άκουσε τους οιονεί οικουμενικούς αρχιιερείς να προσεύχονται μόνο για την εν Χριστώ αδελφότητα, γνώρισε οικογένειες που περίμεναν τον έναν να φροντίσει όλους τους άλλους, παιδιά, μανάδες και παπούδες, έχασε φίλους που ξενιτεύτηκαν, δάκρυσε με ζώα που βασανίζονται, κάγχασε με ανθρώπους της τέχνης και του λόγου που αλληλοεξευτελίζονται, έζησε επίορκους γιατρούς, ωνησμένους δικαστές και μηχανικούς που ξεπουλιούνται, συνάντησε εργάτες να αλαλιάζουν στην προσπάθειά τους να τα φέρουν πέρα, είδε πατριδοκάπηλους και αρχαιολάγνους να πρωτοστατούν σε λάθος μέρη με αχρεία περιβολή, είδε τη δημοσιότητα να ευτελίζεται και την εντιμότητα να βασανίζεται...

Κι έτσι όταν άκουσε τις εορταστικές πρωινές καμπάνες, γύρισε το πλευρό και απλά σκέφτηκε τα μάλλινα ρούχα που έπρεπε να βγάλει από τις ναφθαλίνες.


Τρίτη 2 Σεπτεμβρίου 2014

Ένα παράξενο χωριό (2η Καρτ-ποστάλ στον Τσαλαπετεινό)

Καλέ μου Τσαλαπετεινέ,

Το περιστέρι που έφερε την καρτ ποστάλ σου, βολεύτηκε, ραχάτεψε και κοντεύει να πλαντάξει από το πάχος. Κάθε φορά το σπρώχνω να πετάξει, να σου φέρει την απάντηση κι αυτό έρχεται πιο κοντά και γουργουρίζει. Μαλαγάνας ο τύπος κι εγώ δεν θέλω πολύ για να μην του χαλάσω χατίρι. Μα έλα που το καλοκαίρι πάει, πέρασε κι η καρτ ποστάλ, φορτωμένη φωτογραφίες βρίκεται ακόμα εδώ. 
Ε, δεν πήγαινε άλλο. Κάθισα και του εξήγησα την κατάσταση. Μου γουργούρισε. Του είπα πως μ’ αυτά και μ’ αυτά, δυσφημεί το μεταφορικό του κλάδο κι ο ανταγωνισμός θα τον τσακίσει. Θα μείνει άνεργος. Άφησε μια αναιδέστατη κουτσουλιά στο πλακάκι και με παρακολουθούσε με αδιακρισία να την καθαρίζω. Του είπα πως θα γίνει χοντρός και πλαδαρός –που ήδη έγινε- και δεν θα τον θέλουν οι περιστέρες. Μου ‘κλεισε το μάτι και κάτι πάνω του, μου θύμισε το γουρούνι του Αρκά. Στο τέλος τσακωθήκαμε και καθίσαμε για ώρα με τις πλάτες γυρισμένες. Μετά, άρχισε τα καλοπιάσματα, εγώ έκανα τη θυμωμένη κι εκείνο, στο τέλος υποχώρησε. Είπε πως άντε, θα στη φέρει την κάρτα, αλλά αυτή είναι η τελευταία φορά που μας κάνει τον ταχυδρόμο και την επόμενη να χρησιμοποιήσουμε, λέει, το διαδίκτυο όπως όλος ο κόσμος.
Ας είναι λοιπόν.
Θα σου δείξω ένα παράξενο χωριό. Αυτή είναι η πρώτη φωτογραφία του.

Όμορφο, ε; Ένα τυπικό κυκλαδίτικο χωριό θα έλεγες. Αλλά δεν είναι. Κοίταξε καλύτερα. Πρόσεξε τις λεπτομέρειες. Την τάξη.


Τις σχεδιαστικές πινελιές.


Η απουσία ανθρώπων στα σοκάκια, δεν ήταν επιδίωξη του φωτογράφου. Ότι ώρα και να βρεθείς εκεί, επικρατεί σιωπή κι ακινησία. Πινακίδες σε προειδοποιούν να μιλάς χαμηλόφωνα. Δεν υπάρχει εδώ πλατεία ούτε καφενείο, φούρνος, ταβέρνα, ή η αυλή μιας εκκλησίας, μια παιδική χαρά, ένα μέρος βρε παιδί μου να μαζεύονται οι άνθρωποι. Όλοι δίπλα-δίπλα-να τηρούν τις προδιαγραφές της αρχιτεκτονικής παράδοσης. Και όλοι χώρια. Μόνο σ’ αυτή τη φωτογραφία, φαίνεται πως κάποιος μαθαίνει λέξεις από Θήτα.


Θάλασσα, θυμός, θάρρος, θρασύς, θάνατος, θάμβος, θέλησις. Δυσκολοπρόφερτες όλες για έναν ξένο, μα αν έχεις μάθει να λες το θήτα, έχεις κατακτήσει ένα ζόρικο κομμάτι της γλώσσας. Κι η γλώσσα είναι πατρίδα λένε. Ειδικά για τη δικιά μας, είχε πει ο Ελύτης: 
"Εάν αποσυνθέσεις την Ελλάδα, στο τέλος θα δεις να σου απομένουν μια ελιά, ένα αμπέλι κι ένα καράβι. Που σημαίνει: με άλλα τόσα την ξαναφτιάχνεις."
Ολόγυρα στο χωριό έχει ελιές, αμπέλια και πολλά καράβια παρελαύνουν στην εντυπωσιακή θαλασσινή θέα. Ωστόσο, Ελλάδα δεν θα το ΄λεγες το συγκεκριμένο μέρος κι ας έχει περάσει επιτυχώς, όλη την παραπάνω διαδικασία της αποσύνθεσης κι ανακατασκευής. 

Βλέπεις, αυτό το χωριό, το λέγανε κάποτε Μπερδεμιάρο. Οι κάτοικοι το εγκατέλειψαν. Ήταν πολύ φτωχοί και ξενιτεύτηκαν όλοι. Τα σπίτια ρήμαξαν και γκρεμίστηκαν. Μια μέρα, κάποιος Γερμανός περπάτησε στα ερείπια κι αγάπησε τον αέρα-το βασιλιά του νησιού, τα καφετιά βουνά, τ’ ασπράδι των διπλανών χωριών (που επιβίωναν ακόμα), τον ουρανό, τη θάλασσα. 
Όλο αυτό το αστραφτερό πακέτο που κάθε χρόνο ξετυλίγουμε για να μαζέψουμε τουρίστες. 
Γύρισε στον τόπο του κι έπεισε φίλους και γνωστούς να αγοράσουν μαζί, το χωριό ολόκληρο. Με πολύ μεράκι, ξαναχτίσανε τα σπίτια. Με σεβασμό στην ντόπια αρχιτεκτονική κι ευλαβεια στα μυστικά της πέτρας. Οικιστικό κανονισμό δεν χρειαστήκανε να τους οδηγεί γιατί ήταν οι ίδιοι πολύ αυστηρότεροι στην αισθητική τους προσέγγιση. Ούτε μια πέτρα δεν παρεκκλίνει από την παράδοση των χτιστών του νησιού. Άντε να ζωγραφίσουν μόνο πάνω σε κάνα βότσαλο. Να μια εικαστική παρέμβαση-δραπέτης.

Ξαναφτιάξανε έτσι, ένα κομμάτι της Ελλάδας, θα 'λεγε κανείς. 
Σύμφωνα με τις οδηγίες. 
Σύμφωνα και με τα λόγια του ποιητή. 
Από τότε, όλοι λένε το μέρος: Γερμανικό χωριό. Το παλιό του όνομα δεν του ταιριάζει πια και προφέρεται δύσκολα ακόμα κι από μας που σιγά-σιγά το ξεχνάμε.




Σκέφτομαι λοιπόν, πως αυτή θα μπορούσε να είναι και μια εικόνα από το μέλλον. Μια προοπτική, τρομακτική για τους Έλληνες και αδιάφορη για όλους αυτούς που θα μας έχουν ξεχάσει. Πράγμα όχι και τόσο δύσκολο. Εδώ, δεν θυμόμαστε εμείς ποιοι είμαστε. Μια αντίστιξη των ορισμών της πατρίδας. Και μαζί και κόντρα,  που τελικά –ας το παραδεχτούμε- είναι όμορφη σαν ζωγραφιά κι ας μην μας περιέχει. Κι η ομορφιά είναι το ισχυρότερο επιχείρημα. Ακόμα κι όταν είναι εναντίον μας.
Θα μου πεις, είναι μια εικόνα άψυχη, αλλά τότε θα έπρεπε να συζητήσουμε για το τι είναι ψυχή. Σε μια άλλη καρτ-ποστάλ ίσως, γιατί αυτή βάρυνε πολύ και με πολλούς τρόπους και ο χοντρός ταχυδρόμος με αγριοκοιτάζει.


Φιλιά.   

Υ.Γ.
Όλες οι φωτογραφίες είναι του Λεωνίδα.

Παρασκευή 31 Ιανουαρίου 2014

Pωτούσε για την ποιότητα


Vincent Van Gogh
Τελικά, η λέξη 'ποιότητα' τακίμιασε με το Θεό, την Πατρίδα, την Αλληλεγγύη, τη Δημοκρατία. Λέξεις κουρσεμένες, όλες τους. Κλειδωμένες στ΄ αμπάρια υπηρετούν σκοπούς αλλότριους. Μοιάζουν να έχουν ξεχάσει κι οι ίδιες πια ποιες είναι. Λέξεις-Καταφύγια πειρατών και σφετεριστών. Λέξεις ποτισμένες με δύναμη, που τους όρμησαν καιροσκόποι και ψεύτες.
Στο όνομα του Θεού κηρύχτηκαν διαβολεμένοι πόλεμοι. 
Την αλληλεγγύη τη μετέτρεψαν σε φόρο των αμάχων.
Ας πιάσει και κάποιος την Απελπισία, να της αλλάξει το νόημα παρακαλώ. Κι ένας άλλος θρασύς, ας ασχοληθεί λίγο με την Ντροπή.

(Ευτυχώς, υπάρχει ακόμα η ποίηση να μας λυτρώνει:

Pωτούσε για την ποιότητα των μαντηλιών
και τι κοστίζουν με φωνή πνιγμένη,
σχεδόν σβησμένη απ’ την επιθυμία.
Κι ανάλογα ήλθαν οι  απαντήσεις,
αφηρημένες, με φωνή χαμηλωμένη, 
με υπολανθάνουσα συναίνεση.
Κ.Π. Καβάφης)


Δευτέρα 16 Ιουλίου 2012

Mην αλλάξεις τίποτα

Να ξυπνάς Κυριακή, στις πέντε το πρωί. Να πηγαίνεις στην Ομόνοια. Κατασκόταδο εντός κι εκτός. Να περιμένεις το πούλμαν για το πρώτο επισκεπτήριο στην Τρίπολη. Κόσμος άσχετος, κακόκεφος, αγουροξυπνημένος. Αξύριστοι πατεράδες, μανάδες με φακιόλια. Κοπέλες βαμμένες κατά το εγχειρίδιο του Cosmopolitan (μα τι ώρα σηκώθηκαν για να προλάβουν να ομορφύνουν;). Οι συνοδοιπόροι σου. Δεν τους έχεις διαλέξει κι ακόμα σιχαίνεσαι να επιλέγουν άλλοι για σένα. Απεχθάνεσαι το τυχαίο. Διανύεις την εποχή της παντοδυναμίας σου. Της υποτιθέμενης βέβαια, αλλά τι σημασία έχει; Λες κι υπάρχει μια αλήθεια για όλες τις ώρες. Λες και δεν είναι αληθινό ότι πιστεύουμε στο βάθος της καρδιάς μας ετούτη εδώ τη στιγμή. Κι ας είναι άλλο απ’ αυτό που θα μας παθιάσει τον άλλο μήνα. Αυτοί λοιπόν είναι οι συνεπιβάτες. Οι απ’ έξω. Γιατί μέσα, ταξιδεύει μαζί σου η αγωνία. Ο στραγγαλιστής των ομαλών χτύπων της καρδιάς σου. Σου ψιθυρίζει όλη την ώρα: «Τι του έχουν κάνει; Θα ‘χει αλλάξει;». Θείοι, μεγαλύτεροι, γνωστοί επαναλαμβάνουν αφόρητα κλισέ: Ο στρατός θα τον κάνει άντρα. Αλλά εσύ ξέρεις περισσότερο απ’ όλους τους, πόσο άντρας είναι. Ξέρεις τα χέρια του, την ένταση του αγγίγματος του, τον τρόπο που σε κοιτάει, το πώς σε λέει «κοριτσάκι μου». Και δεν θέλεις τίποτα ν’ αλλάξει. Ούτε το μήκος των μαλλιών του, ούτε η μυρωδιά, ούτε ένα γραμμάριο απ’ το βάρος του.  Δεν θες να συνηθίσει να τρώει σκουπίδια. Δεν τον θες υπάκουο και προσκυνημένο, δεν σ’ ενδιαφέρει να μάθει να στρώνει το κρεβάτι του –θες το δικό σας μονίμως τσαλακωμένο.  Δεν θέλεις να τον δεις να κρατάει όπλο. Σας αηδιάζουν και τους δύο. Δεν έχει ανάγκη τις σφαίρες τους. Σε παρακολουθεί κι είναι πάντα εύστοχος. Ξέρει τι περιμένεις. Ξέρει την ώρα. Γιατί είσαι η πατρίδα του κι είναι η δικιά σου. Είστε τόσο νέοι. Θα δίνατε τη ζωή σας ο ένας για τον άλλο και κανείς –πέρα από σας- δεν μπορεί να σας εκπαιδεύσει σ’ αυτό.  Δώσε του κουράγιο.
Και καλό σας ταξίδι.


Στο αφιέρωμα συμμετέχουν:

Πέμπτη 5 Ιουλίου 2012

Tι είναι η πατρίδα μου;

Αν ρωτούσα έναν πολύ αγνό άνθρωπο, ένα παιδί,  τι είναι η πατρίδα, θα μου απαντούσε: η αγκαλιά της μάνας. Ο έφηβος θα έδειχνε τους φίλους και το κορίτσι  που ερωτεύτηκε. Ίσως το καλοκαίρι στο χωριό της γιαγιάς.
Φωτό του Λεωνίδα