Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άνοιξη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άνοιξη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 7 Μαΐου 2015

Άνοιξη, άνοιξε, γιατί δεν αντέχω



The air was thick like honey


Looking through the room


The room had open windows 


To let the springtime through 




Ανοίγεις το παράθυρο, σε πνίγει η γλυκύτητα, απότομα το ξανακλείνεις, σε πνίγουν οι σκέψεις, κι αυτό επαναλαμβάνεται πολλές φορές, μέχρι να ταϊστεί και να χορτάσει το θυμικό σου. Γυρίζω το κεφάλι και τη βλέπω σκεφτική-έτσι-λέω-εγώ-τώρα, μέχρι κι εσύ νομίζεις ότι αν μπορούσε να σκεφτεί θα αναρωτιόταν  τι θα μας ξημερώσει, αλλά αν είχε φωνή θα μας ρωτούσε, πώς να τα προλάβουμε κι αυτή τη φορά· να μυρίσουμε χορτάρια τρυφερά, να κρυφτούμε πίσω από πυκνές συστάδες θάμνων, να κυλιστούμε στους απαλούς αγρούς, να ρουφήξουμε απ’τα πέταλα τις δροσοσταλίδες μιας αυγής, να σκάψουμε το ξεραμένο χώμα μέχρι να αποκαλύψουμε τη δροσιά που κρύβει μέσα του, να τα ρημάξουμε όλα μέχρι να βρούμε αυτό που ίσως και να αναζητούσαμε-έχοντας ξεχάσει τι,
κι εκεί, σαν το βρούμε, να απλωθούμε, να ξεχαστούμε, να μείνουμε μέχρι να περάσει αυτή η αναπάντεχη εποχή, μέχρι να ξαναμπούμε στα κουκούλια μας, ένας γύρος όλος-κι-όλος, ένας κύκλος τριγύρω μας, ένας κύκλος-γύρος.
Αυτή η εποχή σε ξεθεώνει, σε τραντάζει συθέμελα, σε κάνει να τα θέλεις όλα, ξανά και πάντα από την αρχή, όπως τότε στις λείες θύμησες των παιδικών σου χρόνων, σου τάζει μέλι στ’ακροδάχτυλα, σου σφραγίζει με γύρη τα χείλη, σε γεμίζει με ηδονές λεμονανθών, κόκκινης φράουλας και καψαλισμένης καραμέλας. Και σαν ξεφύγεις, σταματάς σε κάθε νεραντζιά της πόλης ρουφώντας το άρωμά της, κοιτάς τον ουρανό, σκοντάφτοντας στα ρείθρα του δρόμου, σου ξεφεύγουν ματιές στα παλίμψηστα στενά κι ανακαλύπτεις στις γωνιές τα ξέφτια του χειμώνα, και αναβλύζει μέσα σου η επιθυμία να τα μπαλώσεις όλα αυτά πριν προχωρήσεις στη καθυστερημένη-πια-διεκπεραίωση των τετριμμένων. Και να’σαι πάλι πίσω από το παράθυρο, με τις εικόνες στο τζάμι κολλημένες-είναι αυτές ή είσαι εσύ; Είναι η έφηβη που σε απορρίπτει ή η ενήλικη που σε ζυγιάζει; Είναι η νιότη σου που σε προκαλεί; Οι θάλασσες που περιμένουν να σε αγκαλιάσουν, οι αέρηδες να σε ξελογιάσουν, η άνοιξη που σε εκλιπαρεί, κι εσύ εκεί, κολλημένη στο τοίχο, να κοιτάς το παράθυρο που δεν λέει να ανοίξει.

Πέμπτη 9 Απριλίου 2015

Άνοιξη - Ανάσταση

Η μεγάλη βδομάδα, μου θύμιζε πάντα παρατεταμένη κηδεία. Οφείλεις να είσαι σοβαρή, να νιώθεις κατάνυξη, να ρίξεις έστω ένα δάκρυ θρησκευτικής συγκίνησης. Αυτό υπαγορεύει η παράδοση, έτσι έλεγε κι η μαμά μου και μ' έτρεχε σε μακρόσυρτες κι ακαταλαβίστικες λειτουργίες.
Δεν το κατάφερα ποτέ.
Όπως σε όλες τις κηδείες -όσο καλός και νάταν ο μακαρίτης- καταλήγω να χασκογελάω, να λέω σαχλαμάρες,  να αντιδρώ με κάθε διαθέσιμο αντίδοτο του θανάτου.


Αν είχα μεγαλώσει σε χώρα κεντροευρωπαϊκή, μπορεί να βίωνα διαφορετικά αυτή την περίοδο. Μπορεί να την έβλεπα ως εβδομάδα των Παθών. Θα με βοηθούσαν το βάρος του ουρανού και τα γεροντίστικα νύχια της φύσης.

Εδώ όμως, η άνοιξη είναι έφηβη. Κάθε χρόνο. Εκρήγνυται ολούθε. Προκαλεί, χειρότερη κι από αντιεξουσιαστή που μόλις πέταξε μολότωφ στα ΜΑΤ.

Όσο και να μπουμπουνίζει ο ετοιμοθάνατος χειμώνας, η ανθοφορία έχει καταγραφεί στις αναμνήσεις και στα κύτταρά μου. Φουντώνει από μέσα, διακλαδίζεται στο κορμί, ραντίζει τον αέρα με χαμομήλι και ρίγανη. Αυτή η γιορτή είναι σαφώς προσανατολισμένη στην Ανάσταση και σ' ότι αντίστοιχο γιόρταζαν οι άνθρωποι πριν απ' αυτήν.

Τώρα κλείνω το μάτι στο θάνατο. Νανουρίζω τους εφιάλτες και τους βάζω για ύπνο. Τους αφήνω να ονειρευτούν ανενόχλητοι τα χειρότερα. Τους ρίχνω μια πικεδένια κουβερτούλα για να τους ξυπνήσω πάλι το φθινόπωρο.

Όσο μας τρόμαξαν, μας τρόμαξαν. Ήταν χειμώνας και μπορούσαν. Τώρα βγάζουμε καλοκαιρινά κι ονειρευόμαστε παραλίες.
Κλεμμένο από τον Νταλικιέρη


Πέμπτη 17 Απριλίου 2014

Από κόσμο σε κόσμο

Υπερήρωας φωτογραφημένος απ' το Λεωνίδα
Βγαίνω στο δρόμο για τη μαμά. Χειροτέρεψε πολύ αυτές τις μέρες. Δυσκολεύομαι να την ταΐσω. Εκείνη, μόνο με κοιτάζει. Το φοβάμαι λίγο το βλέμμα της άλλης όχθης, το βλέμμα των άστεγων, των ζητιάνων, των αδέσποτων, των πλασμάτων του πλανήτη της απόγνωσης. Μ' αγριεύουν τα μάτια των πρώην γήινων που με αναζητούν.
Θέλω να παραμείνω στα οικεία, αλλά δεν είμαι και σίγουρη.  Εμείς, λέει (βρείτε το υποκείμενο του ρήματος), είμαστε οι κάτοικοι του πραγματικού κόσμου. (Του ποιου;)
Για κάποιους, η πραγματικότητα ταυτίζεται με τον κόσμο των αγορών, του ρεαλισμού και της ελεύθερης οικονομίας. 
Για άλλους πάλι, είναι απλώς άνοιξη. Τουλάχιστον, μέχρι ν’ αλλάξει ο καιρός. 
Περιπλανιέμαι ανάμεσα στον κόσμο της μαμάς, του ρεαλισμού και των ανθισμένων αυλών, εκτελώντας αιφνιδιαστικές επισκέψεις. Τις καταδύσεις των ερωτοχτυπημένων, τις έχω αφήσει κάτι χρόνια πίσω, αλλά τα σπλατς απ΄ τις βουτιές των άλλων, με νοτίζουν ακόμα.
Και καθώς αναπολώ την απελπισία του έρωτα και τις μισόκλειστες αναμνήσεις, χάνω το δρόμο. Δεν οδηγώ πια στη μαμά. Έστριψα αλλού. Διστάζω να το βαφτίσω λάθος, μεγάλη κουβέντα το λάθος και το σωστό. Συνεχίζω να οδηγώ ανάμεσα σε οδούς χιλιοπατημένες, που τις παρατηρώ όμως τώρα, λες και τις πρωτοβλέπω. Ούτε τους κήπους είχα προσέξει ούτε τα λουλούδια τους. Κάτι λίγο με σκουντούσαν οι μοσχοβολιές της πασχαλιάς, αλλά βλέπεις, βιαζόμουν πάντα. Αγκάθια, κοψίματα, χρώματα, τσουκνίδες, μολόχες, πόνοι και γιατρειές, όλα δίπλα-δίπλα. Η πραγματικότητα της άνοιξης είναι γιορτή. Για τον κόσμο των αγορών, όσα βλέπουν αυτή τη στιγμή τα μάτια μου, έχουν εξοριστεί στο γκέτο των ασήμαντων. Οι εποχές αντικαταστάθηκαν από λευκό θόρυβο με μια πράξη νομοθετικού περιεχόμενου που κανείς δεν διάβασε. Κοίτα να δεις τώρα. Χωρίς αλλαγές περνάει ο χρόνος και στον κόσμο της μαμάς. Εκεί το πραξικόπημα το διέπραξε η άνοια. Όπως και να ‘χει, τα ερωτικά γκρεμοτσακίσματα βρέθηκαν εκτός νόμου εδώ κι εκτός μνήμης εκεί. Γι αυτό κι αποτελούν πράξη αντίστασης απέναντι στη βαρβαρότητα της σαφήνειας και των κοφτερών προτάσεων. Ταυτόχρονα όμως, οι περιφρονημένες από τους τεχνοκράτες ευαισθησίες, αντιμιλούν στη λησμονιά και στο θάνατο. Άμα χάνεις το δρόμο σου, καταλήγεις να σκέφτεσαι πως η κοινή λογική κι η άνοια συμμαχούν ενάντια στην άνοιξη, που τις έχει γραμμένες αμφότερες.

Κυριακή 23 Φεβρουαρίου 2014

Μισοάδειο

*
Να την πάρει και να φύγουν.
Πάνω σε μια μηχανή. Η μηχανή του κι η μηχανή της.
Να σηκώνεται στους αναβατήρες και να φωτογραφίζει.
Αστικό τοπίο. Κρανίου τόπος. Από τότε που έσκυψαν το κεφάλι κι αρνήθηκαν τον πλησίον τους. Εξοχές. Τόποι υπό εξαφάνιση. Στέρφα γη. Από τότε που αδειάσαν όλα τα βαρέλια κρυφά, ασυνείδητα, αδιάφορα, μέσα στο ποτάμι.
Κάθε τόσο το μάτι της πιάνει κάποιο γατί με φουσκωμένη κοιλιά που ξέφυγε τον ανθρώπινο έλεγχο· κάποιο σκυλί που τρέχει να κρυφτεί. Παραδομένα στη μοναδική επιλογή που καταλαβαίνουν, τη φυσική, αναζητάνε τις καβάτζες τους. Έξω κάνει άνοιξη.

Παρασκευή 21 Φεβρουαρίου 2014

Η άνοιξη στη φύση και στη ζωή

 Πήγαινα στη 1η Λυκείου. Σε θηλέων (ουφ!). Η φιλόλογος, μια πονηρή και όξινη πενηντάρα με τη φωνή της Άννας Παναγιωτοπούλου, κυρτωμένη, παρατημένη χρόνια απ’ τον άντρα της (ο άτιμος όχι μόνο την είχε εγκαταλείψει με δυο παιδιά, της είχε αφήσει αμανάτι και την ανυπόφορη μάνα του), μας έβαλε στην έκθεση, ένα κάπως πιο απαιτητικό θέμα: "η άνοιξη στη φύση και στη ζωή". 
Τις σαχλαμάρες που γράψαμε τότε, μας τις διάβαζε στα δύο επόμενα χρόνια, κατά τα οποία συνέχιζε να μας διδάσκει. Όσες τόλμησαν να γράψουν για τον έρωτα, λοιδωρήθηκαν -ανώνυμα πάντα- χειρότερα απ΄ όλες .
Πιο πολύ, την είχε ευθυμήσει η περιγραφή με το παγκάκι μιας δύστυχης συμμαθήτριας:
"Άνοιξη είναι ένα αγόρι κι ένα κορίτσι που φιλιούνται στο παγκάκι του πάρκου, ενώ τα πουλιά κελαηδούν." (τι τα 'θελε κι αυτή τα πουλιά;)
"Άνοιξη είναι δύο γερόντια που ψάχνουν τις χαμένες τους μασέλες στο παγκάκι, ενώ τις έχουν φορέσει δυο κάργιες και κράζουν ψευδά", μας έλεγε η καθηγήτρια-τρολ.

Τρίτη 30 Απριλίου 2013

Κόκκινο

Αμέτρητοι οι τρόποι να κοιτάξεις τον κόσμο. Από μακριά, από κοντά. Ματιές σε σημείο ιδιαίτερο εστιασμένες, ανεστίαστες, θολές, πολύπλοκες, φαντασιακές, χαμένες.

Πέμπτη 11 Απριλίου 2013

Καλημέρα

Άνοιξα σήμερα το mail κι ο καλός μου, είχε στείλει αυτήν την φάτσα. Για να την παρατηρήσω έστριψα το λαιμό μου στο όριο του κρατς-κρουτς. Αγνόησα τη φαγούρα απ' τα τσιμπητερά φύλλα, στραβώθηκα απ' το κίτρινο του λουλουδιού και μάτωσα στις κόκκινες απολήξεις των σέπαλων. Έτσι σιωπηλή έρχεται η παρηγοριά. Δεν γουρλώνει τα μάτια, δεν φωνασκεί, δεν διακόπτει τις σκέψεις σου. Μοσχοβολάει, στέκεται στην άκρη κι αν την προσέξεις, σου λέει καλημέρα.

Δευτέρα 25 Φεβρουαρίου 2013

Απόδραση

Κλέψτε μια στιγμή απ' τη βδομάδα κι αφήστε με να σας πάω μια βόλτα.

Να πάρουμε το καράβι.

Να ξαναδώσουμε στο κόκκινο τη λυτρωτική του θέση.

Να στολίσουμε τις πόρτες που περιμένουν φίλους.
Ν' απλώσουμε τα φτερά μας στον άνεμο, μέχρι να σπάσουν. Όμορφα ξοδεμένα.

Να δακρύσουν τα μάτια μας κοιτάζοντας τον ουρανό.
Ώσπου να κουραστεί ο ήλιος.


(Οι φωτογραφίες είναι του Λεωνίδα)


Κυριακή 22 Απριλίου 2012

Κίτρινο, ζωντανό και χαϊδεμένο


Ο γλυκια μου αυθορμητη
γη ποσο συχνα εχουν
τα ξεμωραμενα

δαχτυλα
ασελγων φιλοσοφων τσιμπησει
και
ψαχουλεψει

εσενα
, εχει ο ατακτος αντιχειρας
της επιστημης κεντηξει
τη δικη σου

ομορφια . ποσο
συχνα εχουν οι θρησκειες παρει
εσενα πανω στ ασαρκα γονατα τους
ζουλωντας και

ραπιζοντας σε πως επρεπε να συλλαβεις
θεους

(αλλα
πιστη

στο ασυγκριτο
ανακλιντρο του θανατου του δικου σου
ρυθμικου
εραστη

απαντας

σε αυτους μονο με

την ανοιξη

E.E. Cummings, LA GUERRE ΙΙ (μτφ σωκράτης λ. σκαρτσης)

Κυριακή 15 Μαΐου 2011

Ανοιξιάτικη Πάρνηθα.

Επειδή υπάρχουν και άλλα πράγματα εκτός του μνημονίου.
Μπορείτε να μεγαλώσετε λίγο τις φωτογραφίες με κλικ.