Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σχολείο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σχολείο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 11 Μαρτίου 2015

Ελληνική Δημόσια Εκπαίδευση, αυτή η άρρωστη

Νικόλαος Γκύζης
Πήγαινα σε δημόσιο. Περπατούσα κάθε μέρα 20 λεπτά σε μια από τις πιο υποβαθμισμένες περιοχές της Αθήνας. Άγιος Παντελεήμονας-Πλατεία Βάθης. Συνεργεία, μπουρδέλα, καυσαέρια, καμάκια. Μερικές φορές σκεφτόμουν πως για να φτάσω στο σχολείο, διέσχιζα  ναρκοπέδιο. Το κτίριο έμοιαζε κι αυτό με μεγάλο συνεργείο ή με φυλακή. Όπως μοιάζουν σχεδόν όλα τα δημόσια σχολεία της Πρωτεύουσας ακόμα και σήμερα.
Εκεί τέλειωσα Γυμνάσιο και Λύκειο. Υπήρχαν καθηγητές φασίστες και καθηγητές δημοκράτες. Κάποιοι απ’ αυτούς δίδασκαν σε φροντιστήρια, άλλοι ήταν χωρισμένοι  κι εγκαταλειμμένοι και πάλευαν να μεγαλώσουν τα παιδιά τους σέρνοντας και μεταφέροντας απόρριψη, άλλοι ήταν μοναχικοί και παράξενοι, άλλοι ήταν διαβαστεροί κι εμπνευστικοί άνθρωποι. Είχαμε απ΄ όλα τα είδη. Όλα όμως αυτά τα περίεργα πουλιά που ήταν οι δάσκαλοι μας, είχαν έναν κοινό στόχο. Να μην χάνουν μαθητές. Να μην απομονώνουν κανέναν. Να μην κυνηγούν ιδιαίτερα.  Να μην αφήνουν κανέναν πίσω. Με τα στραβά και τα καλά τους, το ψιλοκατάφερναν. Δεν ξέρω αν ήταν αποτέλεσμα τύχης ή σωστής επιλογής φροντιστήριων, αλλά το ποσοστό επιτυχίας στα ΑΕΙ –αν αυτό κάτι σημαίνει- του υποβαθμισμένου εκείνου σχολείου –συνεργείου-φυλακής ήταν πολύ ψηλό. Υπήρχε επίσης κι ένα διάχυτο αίσθημα αγάπης και νοιαξίματος μεταξύ δασκάλων- μαθητών αλλά και μεταξύ συμμαθητών. Ότι βλέπαμε, αναπαράγαμε.

Φαντάζομαι πως το σχολείο μου δεν αποτελούσε εξαίρεση στο σύνολο των δημόσιων μεταπολιτευτικών σχολείων.
Αναπόφευκτα το συγκρίνω με τα σχολεία των παιδιών μου. Κυρίως με το δημόσιο γυμνάσιο όπου φοιτά ο μικρότερος γιος μου. Δεν ξέρω πόσο ταπεινωμένοι αισθάνονται οι δάσκαλοί του. Η αλήθεια είναι πως ποτέ δεν έχουν απεργήσει στα τρία χρόνια που τους ξέρω, οπότε μάλλον ευχαριστημένοι θα είναι με τα όσα συμβαίνουν τον τελευταίο καιρό στην εκπαίδευση. Αν δεν είναι ευχαριστημένοι είναι σιωπηρά συνένοχοι και δεν ξέρω ποιο είναι το χειρότερο. Το σίγουρο είναι πως δεν αμείβονται χειρότερα από τους δικούς μου δασκάλους.

Αναρωτιέμαι λοιπόν, τι είναι αυτό που τους κάνει τόσο αδιάφορους απέναντι στους μαθητές τους; Με μια-δυο εξαιρέσεις, θα έλεγα πως οι δημόσιοι αυτοί δάσκαλοι είναι σχεδόν εχθρικοί προς τα παιδιά. Είναι αυτή η εικόνα της σημερινής μας κοινωνίας γενικότερα; Διόλου απίθανο.
Θα αναφέρω ένα τυπικό περιστατικό του συγκεκριμένου σχολείου:

Τετάρτη 12 Νοεμβρίου 2014

Συζητώντας για τις καταλήψεις

O σχολικός εκφοβισμός ορίζεται ως η επαναλαμβανόμενη ψυχολογική ή σωματική βία από ένα παιδί ή ομάδα παιδιών σε ένα άλλο παιδί.
Για το θέμα έχουν ανοίξει πολλές συζητήσεις , έχουν ασχοληθεί ειδικοί κι έχουν δοθεί συμβουλές αντιμετώπισης. Όχι, πως λύθηκαν έτσι τα προβλήματα, αλλά τουλάχιστον αναγνωρίσαμε το πρόβλημα και ψάχνουμε για λύσεις. Οι πιο πολλοί συμφωνούν πως το παιδί πρέπει να μιλήσει στους γονείς και στους εκπαιδευτικούς. Κυρίως το σχολείο είναι αυτό που θα αντιμετωπίσει το θέμα κι αν δεν μπορεί ή αρνείται να παραδεχθεί την ύπαρξή του, τότε, όπως λένε οι ειδικοί, το θύμα του εκφοβισμού θα πρέπει να αλλάξει σχολείο.
Τι γίνεται όμως όταν ο σχολικός εκφοβισμός ασκείται από τους ίδιους τους εκπροσώπους του σχολείου;
Πρόσφατα μάθαμε γι αυτόν τον λαμπρό εκπαιδευτικό του 4ου Γυμνασίου Δάφνης. Έδωσε τα ονόματα ανήλικων μαθητών στην αστυνομία για να αποτρέψει την κατάληψη του σχολείου. Προφανώς, πέτυχε το στόχο του. Όπως έμαθα, ο σύλλογος γονέων του σχολείου, συμφώνησε με τις ενέργειες του εκπαιδευτικού. Εξάλλου, τι άλλο έκανε ο ανθρωπάκος, από το να εφαρμόσει το στυλ και τις πρακτικές της εκλεγμένης κυβέρνησης και των Υπουργών Παιδείας;

Όπως φαίνεται, η κίνηση του παραπάνω κυρίου, αποτέλεσε παράδειγμα μίμησης και για άλλους σχολικούς διευθυντές.

Ο νεαρός μου εκλέχτηκε στο 15μελές. Πολύ το χάρηκε. Κάθε τόσο έρχεται και μου λέει τις ιδέες και τους προβληματισμούς του. Η εκλογή του τον σπρώχνει να παρατηρεί, να σκέφτεται, να προτείνει, να παρεμβαίνει. Επίσης, το Γυμνάσιο, στην επίσημη ιστοσελίδα του, συνεχάρη τους μαθητές που εξελέγησαν.
Επίσημα λοιπόν, φαίνεται πως το σχολείο επικροτεί την ύπαρξη συλλογικοτήτων των μαθητών.
Χτες όμως, ο μικρός ήταν ιδιαίτερα σφιγμένος. Μου εκμυστηρεύτηκε πως τους κάλεσε ο γυμνασιάρχης και πριν καν αναρωτηθούν οι ίδιοι, τους είπε να μην περάσει απ το μυαλό τους καμιά ιδέα για κατάληψη, γιατί θα καλέσει την αστυνομία. Θα δώσει και τις διευθύνσεις των σπιτιών τους, για να ‘ρθουν να συλλάβουν τους γονείς οι αστυνόμοι. Τους κούνησε το δάχτυλο και πρόσθεσε:
«Ξέρω καλά που μένετε. Όλοι σας! Γι αυτό προσέξτε καλά! »
«Πώς αντιδράσατε;»,  τον ρώτησα.
«Ε, ο πρόεδρος είπε ότι δεν είναι δικό μας θέμα η Τράπεζα Θεμάτων, γιατί εμείς δεν είμαστε στο Λύκειο αλλά στο Γυμνάσιο. Εξάλλου, δεν είχαμε -καν- σκεφτεί να κάνουμε Κατάληψη. Μας είπαν κιόλας, πως τα μαθήματα που θα χάναμε, θα τα κάναμε στις διακοπές των Χριστουγέννων και δεν θέλουμε να χάσουμε τις διακοπές μας.»

Έχετε παρατηρήσει τα έντομα που τα ψεκάζεις με εντομοκτόνο; Πώς κουλουριάζονται και μικραίνουν πριν παραδώσουν το πνεύμα; Ε, αυτή την εικόνα έφτιαξε το μυαλό μου για τα 14χρονα του 15μελούς.

Ξεκίνησα λοιπόν μια μακριά κουβέντα με τον συρρικνωμένο εκπρόσωπο. Του είπα πως σε 6 μήνες που θα τελειώσει την 3η Γυμνασίου, η Τράπεζα Θεμάτων θα γίνει δικό του θέμα. Το αν συμφωνεί ή όχι, το αν θέλει να αγωνιστεί ή όχι γι αυτό, είναι δική του απόφαση κι επομένως δική του ευθύνη. Για να αποφασίσει όμως, θα πρέπει να ενδιαφερθεί και να μάθει τα αρνητικά και τα θετικά. Του είπα ότι τις Καταλήψεις δεν τις κάνουν οι μαθητές για να χάσουν το μάθημα. Αν το βλέπουν έτσι, κάτι δεν πάει καλά. Η απώλεια διδακτικών ωρών, έστω κι αυτών των βαρετών με τις οποίες ταλαιπωρεί τους μαθητές, το -αποτυχημένο σε όλες τις αξιολογήσεις- εκπαιδευτικό μας σύστημα, είναι απώλεια μιας ευκαιρίας γνώσης -της μόνης που τους παρέχει η δημόσια εκπαίδευση- άρα είναι η προσωπική θυσία των μαθητών στους όποιους αγώνες αποφασίζουν να δώσουν. Όπως, όταν απεργεί ένας εργαζόμενος, χάνει το μεροκάματο και διακινδυνεύει τη δουλειά του. Έχει όμως ζυγίσει στο μυαλό του πως ότι διεκδικεί, αξίζει παραπάνω από αυτή την απώλεια. Τουλάχιστον, έτσι θα έπρεπε να κάνει. Διαφορετικά δεν κάνει αγώνα, μας κοροϊδεύει.

Θα πρέπει λοιπόν κι οι μαθητές να ξέρουν τι διεκδικούν και τι θυσιάζουν. Διαφορετικά δεν έχει νόημα να αγωνίζονται. Του είπα επίσης, να αγνοήσει κι αυτός κι οι συμμαθητές του, τις απειλές του Δ/ντή. Του εξήγησα πως στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο άνθρωπος αυτός ενήργησε άστοχα και πως ο τρόπος για να προστατευθείς από κάποιον εκβιασμό είναι να ζητήσεις βοήθεια και να κοινοποιήσεις την απειλή σε όσο μπορείς περισσότερο κόσμο. Και φυσικά του είπα ότι θα είμαι δίπλα του σε ότι αποφασίσει. Αρκεί ν’ αποφασίσει ξέροντας τι θέλει, τι θυσιάζει και χωρίς φόβο.

Συζητήσαμε και για το εκπαιδευτικό σύστημα γενικότερα. Ότι καλό θα ήταν να υπάρχουν πολλοί καθηγητές, να έχουν μικρότερα τμήματα, πολλές διδακτικές ώρες κι επιλογές μαθημάτων. Μου είπε ότι αυτό είναι υπερβολικό. Ότι δεν γίνεται (η συρρίκνωση που λέγαμε). Του απάντησα πως γίνεται, αν υπάρχει απόφαση και διατεθούν χρήματα. Χρήματα που έτσι κι αλλιώς, εμείς οι γονείς δίνουμε στα φροντιστήρια για να διδαχθούν τα παιδιά πώς να αριστεύσουν σε ένα αναποτελεσματικό σύστημα.

Παρατήρησε πως όταν απεργούν οι καθηγητές του, προβάλουν το θέμα των μισθών τους κι ελάχιστα μιλούν για τις γενικότερες ανάγκες της Παιδείας. Του απάντησα, πως  κανονικά θα έπρεπε μαθητές και καθηγητές να έχουν κοινούς στόχους. Πως ένας καλός καθηγητής είναι ένας καλά αμοιβόμενος και αξιοπρεπής άνθρωπος. Πως μερικές φορές, οι ενήλικες δεν σκέφτονται ωριμότερα απ’ τα παιδιά. Ενίοτε, η παιδική ματιά είναι καθαρότερη κι αυτήν την καθαρότητα πρέπει να τη διαφυλάξουν. 
Κυρίως να μην αφήνουν το φόβο να επηρεάζει τις αποφάσεις τους.

Δεν ξέρω αν κατάφερα να συνεφέρω το ποδοπατημένο πνεύμα του παιδιού. Κι όσο κι αν μίλαγα, όσο κι αν τσέκαρα πως με προσέχει, αναρωτιόμουν για το τι μπορεί να διορθωθεί σε έναν κόσμο που έχει γυρίσει ανάποδα και όπου, αυτό το ανάποδο μοιάζει να αρέσει.

Δευτέρα 5 Μαΐου 2014

12 κύματα

Φωτογραφία του Λεωνίδα
Μερικές στιγμές ορμούν απροειδοποίητα. Κύματα βουβά στην αρχή, ρουφήχτρες κανονικές στη συνέχεια, με τις πέτρες τους, το ανακάτεμα, την αναμπουμπούλα και όλα τους τα σχετικά. Δεν λέω για τα άσχημα κύματα. Για τα άλλα μιλάω που βάλθηκαν να σε πνίξουν στη χαρά. Κι αν ήσουν κι ασπρόρουχο, θα σε είχαν κάνει λαμπίκο.
 
Παράδειγμα 1ο:
Είσαι μαμά με ολόφρεσκο πρωτάκι. Προσεγγίζεις ακροπατώντας –όπως υπέδειξε η δασκάλα- στο χώρο όπου το πιτσιρίκι προσπαθεί να γράψει την πρώτη-πρώτη αντιγραφή. Νάτο σκυμμένο, ολότελα συγκεντρωμένο σε ένα «Α». Και με το Ααα της καρδιάς σου, ο αέρας δεν επαρκεί, τον έχεις καταπιεί σε μια αχόρταγη ανάσα. Τα μάτια σου ανοιγοκλείνουν, τραβάνε αλλεπάλληλες νοητικές φωτογραφίες που εγχαράσσονται στο πιο ανθεκτικό κομμάτι του ψυχικού σκληρού σου δίσκου. Κανείς δεν σε έχει προετοιμάσει γι αυτό το ξαφνικό σοκ ευτυχίας, συγκίνησης και χαζομαμαδίασης, μα αν ρωτήσεις τις άλλες μαμάδες, το βλέπεις πως ξέρουν. Όλες προσπαθείτε να καταπιείτε τον ίδιο κόμπο, μα αυτός εκεί. Αντιστέκεται. Και γεννάει χαμόγελα και κάμποσα πλημμυρισμένα βλέμματα.

Παρασκευή 21 Φεβρουαρίου 2014

Η άνοιξη στη φύση και στη ζωή

 Πήγαινα στη 1η Λυκείου. Σε θηλέων (ουφ!). Η φιλόλογος, μια πονηρή και όξινη πενηντάρα με τη φωνή της Άννας Παναγιωτοπούλου, κυρτωμένη, παρατημένη χρόνια απ’ τον άντρα της (ο άτιμος όχι μόνο την είχε εγκαταλείψει με δυο παιδιά, της είχε αφήσει αμανάτι και την ανυπόφορη μάνα του), μας έβαλε στην έκθεση, ένα κάπως πιο απαιτητικό θέμα: "η άνοιξη στη φύση και στη ζωή". 
Τις σαχλαμάρες που γράψαμε τότε, μας τις διάβαζε στα δύο επόμενα χρόνια, κατά τα οποία συνέχιζε να μας διδάσκει. Όσες τόλμησαν να γράψουν για τον έρωτα, λοιδωρήθηκαν -ανώνυμα πάντα- χειρότερα απ΄ όλες .
Πιο πολύ, την είχε ευθυμήσει η περιγραφή με το παγκάκι μιας δύστυχης συμμαθήτριας:
"Άνοιξη είναι ένα αγόρι κι ένα κορίτσι που φιλιούνται στο παγκάκι του πάρκου, ενώ τα πουλιά κελαηδούν." (τι τα 'θελε κι αυτή τα πουλιά;)
"Άνοιξη είναι δύο γερόντια που ψάχνουν τις χαμένες τους μασέλες στο παγκάκι, ενώ τις έχουν φορέσει δυο κάργιες και κράζουν ψευδά", μας έλεγε η καθηγήτρια-τρολ.

Πέμπτη 5 Σεπτεμβρίου 2013

Πρώτη μέρα σχολείο

Ο μεγαλύτερος κατά πέντε χρόνια αδερφός μου είχε ξεκινήσει το σχολείο. Το απεχθανόταν. Κάθε πρωί έφευγε απ’ το σπίτι με κλάματα. Ένα-ένα αποσπούσαν δαχτυλάκια από γαντζωμένα αντικείμενα. "Άδραξε τη σταθερότητα του σπιτιού" έμοιαζε να είναι το μοτίβο των πρώτων σχολικών του χρόνων. Απορούσα. Για μένα το σχολείο αποτελούσε ένα όνειρο. Είχα νοητά ζωγραφίσει τους τοίχους με ζωηρά χρώματα. Γελαστούς ήλιους, φουσκωτά σύννεφα, λουλούδια. Χώρους να περιβάλλουν χαρούμενα παιδιά. Τους μελλοντικούς μου φίλους. Όλους και όλες όμορφους κι ευτυχισμένους. Η τάξη όπου λαχταρούσα να βρεθώ βρισκόταν δίπλα σ’ έναν κήπο χωρίς φράκτες. Το πιο πολύ μάθημα γινόταν έξω κι η δασκάλα... ω, η δασκάλα, ήταν ένας κλώνος της μαμάς και του μπαμπά. Είχε το βλέμμα της αγάπης, το χαμόγελο της παρηγοριάς και την παιχνιδιάρικη διάθεση, όπου κάθε νέα γνώση ήταν κοινή κατάκτηση εκπαιδευτή κι εκπαιδευόμενου, κατάληξη ενός τρεχαλητού, μιας μαντεψιάς, ενός κυνηγιού θηασυρού. Κι αυτό ήταν το σχολείο όπου ήθελα τόσο πολύ να πάω. Αυτό ήταν το σχολείο όπου ήμουν σίγουρη ότι θα βρεθώ. Ναι, η ανάμνηση είναι τόσο έντονη που την θυμάμαι ακόμα. Δεν έχω ιδέα πώς βρέθηκε στο μυαλό μου.
Τα χρόνια πέρασαν κι ήρθε η ώρα να πάω στη 1η δημοτικού. Με τη μαμά και τη γιαγιά στο σπίτι, δεν είχε υπάρξει η ανάγκη παιδικού σταθμού ή νήπιου. Η εικόνα του ονειρικού και απολύτως εφικτού κατά την φτωχή μου αντίληψη σχολείου βρισκόταν αμετακίνητη στο νου μου.
Η πρώτη μου επαφή με το σχολείο ήταν κάπως έτσι:

Δευτέρα 22 Απριλίου 2013

Πιτσιρίκια-σχολείο-Βαρκελώνη.



5 το πρωί, έξω απ’ το σχολείο. Νύστα, υγρασία κι αποχωρισμός. Αλλ' αυτά δεν μετράνε. Η ατόφια χαρά είναι εδώ. Η χαρά του μικρού τον κάνει ν’ αναπηδάει μαζί με τη βαλίτσα κι ο δικός μου ενθουσιασμός είναι ανείπωτος.
Φεύγει για έξι μέρες στην Ισπανία. Τα μάτια του καίνε στην κοινή πυρά των πιτσιρικιών της 1ης Γυμνασίου. 47 τον αριθμό, περιμένουν το πούλμαν για το αεροδρόμιο. Τα ίδια συναισθήματα διακρίνουμε εμείς οι γονείς και στο πρόσωπο της επικεφαλής καθηγήτριας, της συντονίστριας του απογευματινού προγράμματος «στα μουσεία του Κόσμου».
Πράδο, Ρένια Σοφία, Τολέδο, Σαραγόσα, Βαρκελώνη, Φιγκέρες.
Οι μαμάδες συγκρατούμε ανεπιτυχώς την τάση να χοροπηδήσουμε μαζί με τα παιδιά μας.
Έχουμε διαβάσει και ξαναδιαβάσει το πρόγραμμα της εκδρομής. Ονειρευόμαστε πως ταξιδεύουμε μαζί τους.
Ονειρευόμαστε στη χώρα όπου τα όνειρα λοιδορούνται.
Ταξιδεύουμε.
Ζούμε πάνω απ΄ τις δυνάμεις μας.  Γιατί τα ταξίδια κοστίζουν και βρισκόμαστε σε κρίση. Επίσης, τα ταξίδια είναι ο καλύτερος τρόπος να μάθεις γεωγραφία, ιστορία, πολιτισμό. Να γνωρίσεις ανθρώπους, ν’ ανοίξεις τα μάτια σου. Άρα, είναι πέρα για πέρα εκτός των στόχων της φυλακής που πήρε το σχήμα της χώρας.
Είμαι τόσο, μα τόσο χαρούμενη! Μια χαρά ισάξια με την είδηση της εγκυμοσύνης. Χαρά παιδική. Για τα παιδιά.
Το παιδί μου δραπετεύει! Πρόκειται για ομαδική απόδραση δεκατριάχρονων. Η ομαδικότητα πολλαπλασιάζει τη δύναμη της φωτιάς.
Δραπετεύουν με το μόνο τρόπο που αξίζει να φεύγει κανείς απ’ την χώρα του: σε μια εκδρομή. Όχι ως μετανάστες αλλά ως εξερευνητές. Ως άνθρωποι που ανοίγουν τα φτερά της αυτονομίας και "σκίζουν τη θολή γραμμή των οριζόντων". Σκίζουν! 
Δεν είμαι απλά χαρούμενη.
Πανηγυρίζω.

Πέμπτη 28 Μαρτίου 2013

Φυλακές vs σχολεία 1-0;


Μεγάλωσα με την ιδέα ότι «εκεί που ανοίγει ένα σχολείο, κλείνει μια φυλακή».*
Σιγά-σιγά το ενσωμάτωσα στις ακλόνητες πεποιθήσεις μου. Κι όταν έρχεται η
η εξουσία να διατρανώνει με παρρησία ότι είναι αναγκαίο να χτιστούν κι άλλες φυλακές, πιο “ασφαλείς”, να προσλάβει κι άλλους φύλακες, πιο “σκληρούς”, να σφίξει κι άλλο τον κλοιό γύρω τους, με βαράει εκεί ακριβώς όπου πονάω.
Η πρόταση στην οποία καταφεύγει η εξουσία, όταν της λείπει το δεκανίκι της, όταν θέλει εύκολα να ξεφύγει από τις ευθύνες της, όταν βιάζεται να καθησυχάσει τους παραδομένους, χειροπόδαρα δεμένους και ληθαργικούς πολίτες της με χτυπά πισώπλατα.

Κατά διαβολική σύμπτωση-όπως συμβαίνει πάντα όταν ο ζωή θέλει να σου επιστήσει την αμέριστη προσοχή σου, την ίδια μέρα διαβάζω για την πιο «συγκινητική ιστορία» που παρουσιάστηκε σε μια καλοργανωμένη-από νέους και καλοστημένη-για νέους εκδήλωση. Αναθαρρώντας, εκλαμβάνω το «συν+κινητική» με την αρχαιότατη έννοια, αυτήν που εξαγάγαμε στους αγγλοσάξονες. Και αναζητώ τη μοναδική ομιλία του δασκάλου κ. Κλήμη Πυρουνάκη, για τη δουλειά του οποίου είχα και στο παρελθόν ακούσει από πάμπολλους γνωστούς. Του ανθρώπου που με μόχθο και σθένος, εδώ και πολλά χρόνια, αγωνίζεται για τη δημιουργία σχολείων δεύτερης ευκαιρίας μέσα στις φυλακές. Και εις πείσμα των αντίξοων συνθηκών το πετυχαίνει.

-Όταν έρχεται ο κρατούμενος στο σχολείο, το μάτι του είναι επίπεδο, είναι απρόσωπο γιατί έχει χάσει τη δυνατότητα να έχει βάθος πεδίου. Όσο απελευθερώνεται από τις ενοχές και τις φοβίες, το μάτι του αποκτά την ίδια ανθρώπινη φυσιογνωμία. Να είναι καθαρό, γεμάτο με όνειρα και αυτό βέβαια αντανακλά την ψυχή του και αρχίζει η αναμόρφωση.**

Και αντιπαραβάλλω τη βία που με ζώνει με το όραμα και την αγάπη. Τη φαυλότητα και την προχειρότητα με την αφοσίωση και τον κόπο. Ασπίδες φωτός στο σκοταδισμό της περιόδου.

- Έχουν ανάγκη από επικοινωνία. Οι παραμελημένοι δεν έχουν δεχτεί ποτέ αγάπη. To 95% των περιπτώσεων των εγκλείστων είναι άνθρωποι χωρίς αγάπη, που θέλουν να τους κοιτάξεις στα μάτια να τους πιάσεις το χέρι και να τους μιλήσεις.

...και να τους γνωρίσεις…να τους μάθεις και να σε μάθουν…ενδιαφέρον, αγάπη, χρόνος, ουσία, ελευθερία…πολύτιμα, γιαυτό και περιζήτητα.



*«Celui qui ouvre une porte d'école, ferme une prison», από το λόγο του Victor Hugo στη «Βουλή των Ομοτίμων» της Γαλλίας, της οποίας ήταν μέλος, το 1847.

**Από τη συνέντευξη του ανθρώπου που συγκίνησε το κοινό του TEDxAUEB και έκανε όλη την αίθουσα να χειροκροτεί όρθια....

Δευτέρα 17 Δεκεμβρίου 2012

Kατασκευάζοντας το φονιά


Nα σου τηλεφωνούν στις 10 το βράδυ από το σύλλογο γονέων του σχολείου για έκτακτη συνεδρίαση, δεν το λες και χαλαρωτικό.

-        Και ποιο είναι το θέμα; Ρωτάω

-        Μεταγράφεται στο σχολείο μας ένα παιδί με παραβατική συμπεριφορά από προβληματική οικογένεια. Το έχουν διώξει απ’ όλα τα σχολεία της περιοχής. Θα έρθετε;

-        Θα έρθω.
Kαι πήγα. Κι εγώ και ο μικρός είμαστε καινούριοι στο σχολείο κι άμαθοι σε τέτοιου είδους προβλήματα. Τι κάνουν εδώ; Πώς  τ’ αντιμετωπίζουν; Τι θα απογίνει το συγκεκριμένο παιδί; Γιατί είναι βίαιο; Μπορούμε ως γονείς να το βοηθήσουμε; Να βοηθήσουμε τα παιδιά μας να το αποδεχτούν; Αυτά τα παρανοϊκά σκεφτόμουν εκείνη τη νύχτα, πριν φτάσω στο σχολείο.  
Στο σχολείο, οι γονείς έχουν συζητήσει το «πρόβλημα» πριν ακόμα τη συγκέντρωση. Το όνομά του Ιάκωβος. Όπως Τζακ, Τζέησον, Χάνιμπαλ.
Οι γονείς αγχωμένοι. Παίρνουμε καρέκλες από τις αίθουσες και καθόμαστε σε κύκλο στην αυλή –παρά το κρύο- γιατί κάποιοι δεν μπορούν χωρίς τσιγάρο. Παρά τον ανοιχτό αέρα,  την απόσταση, ένα σύννεφο νικοτίνης ίπταται πάνω απ’ τα κεφάλια μας. Τόσο πυκνό που θα μπορούσαμε να το τυλίξουμε και ως τουρμπάνι.
Μια κυρία απέναντι είναι έτοιμη να κλάψει. Άλλαξε το παιδί της σχολείο για ν’ αποφύγει τον Ιάκωβο και ο Ιάκωβος-το τέρας, την ακολουθεί παντού. Αυτήν και το γιο της.  Της δίνουν το λόγο για να μας περιγράψει τη συμπεριφορά του Ιάκωβου.

Τρίτη 11 Σεπτεμβρίου 2012

Δεν θέλω να πάω σχολείο

Οι εφιάλτες μου έχουν να κάνουν με σχολικές εξετάσεις. Ή που θα γράφω διαγώνισμα αδιάβαστη ή που θα έχω βρεθεί σε αίθουσα μεταξύ αγνώστων ή που θα έχω καθυστερήσει κι όλο θα τρέχω και δεν θα φτάνω. Τόσα χρόνια μετά το λύκειο, με λες και τυχερή που ότι χειρότερο καταγράφηκε στο υποσυνείδητο έχει να κάνει με το άγχος των μαθημάτων της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Και ήμουν και πολύ καλή μαθήτρια, όχι άριστη γιατί βαριόμουν να διαβάζω τα πάντα, αλλά με λαμπρές επιδόσεις σε ότι αγαπούσα. Αλλά ο εφιάλτης, εφιάλτης.
Θα πρέπει να μεταδίδω φρικτούς αρνητισμούς στα παιδιά μου, όσο κι αν προσπαθώ να παραστήσω την άνετη. Χτυπάει σήμερα το ξυπνητήρι μαζί με τα δόντια μου. Λες και τηλεμεταφέρθηκα στη Σιβηρία κι ενώ έτοιμη είμαι να φωνάξω «Δεν θέλω να πάω σχολείο», φοράω το κυριακάτικο χαμόγελο κι ετοιμάζω πρωινό με ευχές.