Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παιδί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παιδί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 27 Ιουλίου 2016

Είκοσι

Είκοσι λοιπόν.
Είκοσι χρόνια πριν, ονειρευόμουν πως κολυμπούσα σε μια θάλασσα ήρεμη.
Θα ’ρθεις; σε ρώτησα.
Μου έτεινες το χέρι και ήρθες. Το όνειρο κατέκλυσε την πραγματικότητα. Έτσι κάνουν τα όνειρα που ξέρουν τη δουλειά τους κι ας μην τα κατανοούμε με την πρώτη.
Όχι με έναν πόνο, αλλά σε έναν εύκολο μάλλον τοκετό. Πόσο λυπάμαι που δεν σε άρπαξα τότε. Που μόνο σε δείξανε και δεν σε πήρα αγκαλιά πριν σε πλύνουν/τυλίξουν/ετοιμάσουν.
Δεν σε διεκδίκησα εγώ κι εσύ πάντα, ελάχιστα διεκδικείς. Διακριτικός κι απόμακρος. Τρυφερός και βαθύς.

Το πρόσωπό σου, μόλις γεννήθηκες, άχρονο, σοφό και μαζί απορημένο, παραμένει ξεκάθαρο στο μυαλό μου. Τα μάτια σου απαράλλαχτα. Ούτε που σου πάει ο νους πως διατηρείς , είκοσι χρόνια τώρα, το ίδιο βλέμμα.  

Πριν γεννηθείς, σε λαχταρούσα. Μόλις γεννήθηκες, τρομοκρατήθηκα. Δεν ήμουν έτοιμη. Λίγο μετά, άρχισες να μου μαθαίνεις πώς να είμαι μαμά. Ήρεμα και διακριτικά. Λίγο-λίγο, συνεχίζω να μεγαλώνω και να μαθαίνω μαζί σου.

Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2015

Λίγο πριν τις εκλογές

«Μαμά, τι ήλιος είναι αυτός;»

18 χρόνια δεν τον είχε προσέξει. Έφτασαν 4 μήνες στην Ουαλία, για να εκπλαγεί απ’ το φως της Ελλάδας.

Τι σας λέω τώρα.

Εδώ γίνονται σημαντικές εκλογές, λέει, και σε μένα λείπει το αγόρι που ήδη «σταδιοδρομεί» ως μετανάστης.
Ούτε το χρέος, ούτε οι δόσεις, ούτε τα ευρώ και οι δραχμές. Άσχετες σκέψεις στροβιλίζονται στο κεφάλι μου. 
Αχ, να ‘παιρνα κιμά να του φτιάξω παστίτσιο / μανταρίνια που του αρέσουν / μήλα με μέλι και κανέλα / αυτή η μπλούζα πόσο θα του πήγαινε / ανοιχτή πληγή το άδειο του κρεβάτι / και κάτι ρούχα που ξέχασε τα Χριστούγεννα, πλύθηκαν, αρωματίστηκαν, σιδερώθηκαν –με χάδια στρώνουν καλύτερα- και πάει, κρύφτηκαν στην ντουλάπα.
Κρύβομαι κι εγώ και περιμένω.

Γιατί έτσι είναι η αγάπη. Εγωιστική, αυτιστική, μονόχνωτη, απάνθρωπη σχεδόν.
Ο πλανήτης να καίγεται, αυτός που λείπει, μεγαλώνει.Γίνεται γίγαντας. Τα σβήνει όλα.
Τη δική του φωνή λαχταράω ν’ ακούσω.
Το βλέμμα του γυρνάει τη γη.
Χωρίς αυτό, η καρδιά χτυπάει από ρουτίνα. Άψυχα κι αδιάφορα.
Κακομαγειρεμένο κάθε φαί κι οι άλλοι αγαπημένοι θαμποί.

Μην με ρωτάτε για εκλογές.
Θα μπορέσει να ζήσει ευτυχισμένο τ’ αγόρι εδώ;  Θα βρεθούν στην πατρίδα οι φίλοι και το κορίτσι που αγαπάει;  

Τ’ άλλα είναι θόρυβος.

Πέμπτη 22 Μαΐου 2014

Λίγο πριν τις εξετάσεις

Από σήμερα ξεκινάει την προετοιμασία για τις εξετάσεις του Γυμνασίου. Αφού διαβάσει, θέλει, να κάνουμε μαζί ένα «πέρασμα». Το πέρασμα αυτό αποτελεί αφορμή για κάλυψη πολλών  παράπλευρων αναγκών:
Όπως:
  • Δικαιολογία για αγκαλιά. Βλέπεις μεγαλώσαμε μεν κι έχουμε και μια εικόνα εφήβου να ταΐσουμε, αλλά η ανάγκη για τρυφερότητα-κι άλλη τρυφερότητα κι ακόμα περισσότερη αγάπη- δεν έχει μικρύνει.
  • Μια και θα ‘μαστε δίπλα-δίπλα, θα βρούμε  χρόνο να συζητήσουμε για τόσα θέματα: παιδεία, φιλικές σχέσεις , πολιτική, εκλογές, φασισμό,  ρατσισμό, φόβο και οπωσδήποτε για το σεξ.
  • Ε, θα κάνουμε και μια επανάληψη στα μαθήματα.

Και μια πρόγευση από τα quotes του τελευταίου διμήνου:

Δευτέρα 5 Μαΐου 2014

12 κύματα

Φωτογραφία του Λεωνίδα
Μερικές στιγμές ορμούν απροειδοποίητα. Κύματα βουβά στην αρχή, ρουφήχτρες κανονικές στη συνέχεια, με τις πέτρες τους, το ανακάτεμα, την αναμπουμπούλα και όλα τους τα σχετικά. Δεν λέω για τα άσχημα κύματα. Για τα άλλα μιλάω που βάλθηκαν να σε πνίξουν στη χαρά. Κι αν ήσουν κι ασπρόρουχο, θα σε είχαν κάνει λαμπίκο.
 
Παράδειγμα 1ο:
Είσαι μαμά με ολόφρεσκο πρωτάκι. Προσεγγίζεις ακροπατώντας –όπως υπέδειξε η δασκάλα- στο χώρο όπου το πιτσιρίκι προσπαθεί να γράψει την πρώτη-πρώτη αντιγραφή. Νάτο σκυμμένο, ολότελα συγκεντρωμένο σε ένα «Α». Και με το Ααα της καρδιάς σου, ο αέρας δεν επαρκεί, τον έχεις καταπιεί σε μια αχόρταγη ανάσα. Τα μάτια σου ανοιγοκλείνουν, τραβάνε αλλεπάλληλες νοητικές φωτογραφίες που εγχαράσσονται στο πιο ανθεκτικό κομμάτι του ψυχικού σκληρού σου δίσκου. Κανείς δεν σε έχει προετοιμάσει γι αυτό το ξαφνικό σοκ ευτυχίας, συγκίνησης και χαζομαμαδίασης, μα αν ρωτήσεις τις άλλες μαμάδες, το βλέπεις πως ξέρουν. Όλες προσπαθείτε να καταπιείτε τον ίδιο κόμπο, μα αυτός εκεί. Αντιστέκεται. Και γεννάει χαμόγελα και κάμποσα πλημμυρισμένα βλέμματα.

Πέμπτη 5 Σεπτεμβρίου 2013

Πρώτη μέρα σχολείο

Ο μεγαλύτερος κατά πέντε χρόνια αδερφός μου είχε ξεκινήσει το σχολείο. Το απεχθανόταν. Κάθε πρωί έφευγε απ’ το σπίτι με κλάματα. Ένα-ένα αποσπούσαν δαχτυλάκια από γαντζωμένα αντικείμενα. "Άδραξε τη σταθερότητα του σπιτιού" έμοιαζε να είναι το μοτίβο των πρώτων σχολικών του χρόνων. Απορούσα. Για μένα το σχολείο αποτελούσε ένα όνειρο. Είχα νοητά ζωγραφίσει τους τοίχους με ζωηρά χρώματα. Γελαστούς ήλιους, φουσκωτά σύννεφα, λουλούδια. Χώρους να περιβάλλουν χαρούμενα παιδιά. Τους μελλοντικούς μου φίλους. Όλους και όλες όμορφους κι ευτυχισμένους. Η τάξη όπου λαχταρούσα να βρεθώ βρισκόταν δίπλα σ’ έναν κήπο χωρίς φράκτες. Το πιο πολύ μάθημα γινόταν έξω κι η δασκάλα... ω, η δασκάλα, ήταν ένας κλώνος της μαμάς και του μπαμπά. Είχε το βλέμμα της αγάπης, το χαμόγελο της παρηγοριάς και την παιχνιδιάρικη διάθεση, όπου κάθε νέα γνώση ήταν κοινή κατάκτηση εκπαιδευτή κι εκπαιδευόμενου, κατάληξη ενός τρεχαλητού, μιας μαντεψιάς, ενός κυνηγιού θηασυρού. Κι αυτό ήταν το σχολείο όπου ήθελα τόσο πολύ να πάω. Αυτό ήταν το σχολείο όπου ήμουν σίγουρη ότι θα βρεθώ. Ναι, η ανάμνηση είναι τόσο έντονη που την θυμάμαι ακόμα. Δεν έχω ιδέα πώς βρέθηκε στο μυαλό μου.
Τα χρόνια πέρασαν κι ήρθε η ώρα να πάω στη 1η δημοτικού. Με τη μαμά και τη γιαγιά στο σπίτι, δεν είχε υπάρξει η ανάγκη παιδικού σταθμού ή νήπιου. Η εικόνα του ονειρικού και απολύτως εφικτού κατά την φτωχή μου αντίληψη σχολείου βρισκόταν αμετακίνητη στο νου μου.
Η πρώτη μου επαφή με το σχολείο ήταν κάπως έτσι:

Δευτέρα 17 Ιουνίου 2013

O Ασπιρινάς

dreancom.com
Ένα παραμύθι για καληνύχτα είναι ένα κοτσύφι. Στη ράχη του  κουρνιάζει το πιτσιρίκι σφίγγοντας στη χούφτα ένα μοναδικό εισιτήριο για την ονειροχώρα. Κρατηθείτε απ΄τις φτερούγες (απαλά όμως, ε;). Θα πετάξουμε.

Φοράει λευκή ποδιά, γυαλιά με χρυσό σκελετό, έχει γαλάζια  -λίγο χαζά- μάτια, μια συμπαθητική καραφλίτσα και κόκκινα μωρουδιακά μάγουλα. Είναι κάπου στα -άντα –κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά πόσο- και είναι ο γιατρός του χωριού. Όλη τη μέρα κάθεται στο γραφείο του και φτιάχνει σαΐτες. Κι ενώ έχει καταναλώσει τόνους χαρτί προκαλώντας τη μήνη των οικολόγων, δεν έχει καταφέρει να πετύχει το στόχο του, δηλαδή τον οφθαλμιατρικό πίνακα που κρέμεται πίσω απ ΄την πόρτα. Τα ξέρω αυτά, γιατί έχω ρωτήσει το δημιουργό του. Τον μπαμπά μου δηλαδή.

Πέμπτη 30 Μαΐου 2013

Χρονοκάψουλα

Δεν  φιλοσοφώ. Μόνο παρατηρώ.
Μου φαίνεται πιο άσπρη σήμερα. Αν και τα μαλλιά της είναι χρόνια έτσι, το δέρμα της δείχνει κι αυτό πάλλευκο. Μέχρι κι οι πανάδες ξεθωριάσανε. Τα γαλάζια μάτια σχεδόν δεν ξεχωρίζουν πια απ’ τα’ ασπράδι. Κι έτσι ολόλευκη κι ομοιόμορφη, τόσο διαφορετική απ’ την πολύχρωμη μητέρα που θυμάμαι, μοιάζει για λίγο, για μια στιγμούλα, πανέμορφη κι αερική. Λεία κι αγγελική.
Με κοιτάει κι εκείνη όπως κι εγώ; Με συγκίνηση; Για ένα τόσο δα κομματάκι χρόνου έτσι νομίζω κι ύστερα με απορία νηπίου ρωτάει:

-Είσαι λίγο μικρότερη από μένα εσύ, ε; 6 μήνες; 7; Τι; Περισσότερο;
-Περισσότερο.
-Δηλαδή πόσο;
-Πόσο λες;
-8 μήνες;

Κοίτα τώρα κάτι χρονοταξίδια που κάνει ο νους. Scotty, beam me up!
 Ο γιος μου είναι πρωτάκι κι έχει καρφώσει αυτά τα τεράστια μάτια στο πρόσωπο και ψάχνει.

-Μαμά, πόσο χρονών είσαι;
-Πόσο με κάνεις;
-Ε, είσαι μεγάλη εσύ...
-Πόσο μεγάλη;
-Ε, είσαι ….πάνω από 12;
- Ναι.
-13;
-Παραπάνω.
-14!
-Ανέβαινε.
-15; Είσαι 15!
-Πιο πολύ.
-Πιο πολύ;; 16;
Μετράγαμε έτσι ένα-ένα τα χρόνια και στα 19 βαρέθηκα. Του είπα ναι. Στο επόμενο πάρτυ οι μαμάδες των συμμαθητών με ρωτούσαν γιατί είπα στο παιδί ότι είμαι μόνο 19, με αποτέλεσμα οι γιοι τους να τις λένε γριές.

Κι άμα το καλοσκεφτείς, οι δυο κουβέντες είναι ολόιδιες. Μόνο που τη μια την κοιτάς καθώς φεύγεις και την άλλη καθώς έρχεσαι, αλλά στη συνάντησή τους δεν υπάρχει παρά ένα χαμόγελο. Τώρα αν είναι κεράσι ή πικραμύγδαλο, μικρή διαφορά έχει. Και τα δυο μια κοινή γλύκα την έχουνε.
Ξεχάστηκα, ενώ είπα να μην φιλοσοφήσω, αλλά ξέρετε τι λένε για το χούι.

Δευτέρα 3 Δεκεμβρίου 2012

Το κεφάλαιο της αναπαραγωγής

Σήμερα ο μικρός έκανε στη Βιολογία το πολυαναμενόμενο κεφάλαιο που μιλάει για τη λειτουργία της αναπαραγωγής. Το  κείμενο που ακολουθεί είναι η ιστορία που ζητάει το βιβλίο να συμπληρώσουν οι μαθητές. Ο μικρός συγγραφέας (επιστήμων και άνθρωπος) της οικογένειας, αφιέρωσε το κείμενό του στον Einstein.

Ακολουθεί η ιστορία του νεαρού (και ίσως μελλοντικού) επιστήμονα.

H περιπέτεια του Σπερματοζωαρούλη


Από το mitrotita-library.blogspot.com

O Σπερματοζωαρούλης 14554 κοίταξε γύρω του και είδε τ’ αδέρφια του να κουνάνε το μαστίγιό τους  και να τρέχουν μέσα σε μια σήραγγα. Τεντώθηκε και άρχισε και αυτός να τρέχει. Έπρεπε να φτάσει πρώτος στην αγαπημένη του Ωαρούλα. Θα τα κατάφερνε; Θα προλάβαινε; Θα έφτανε πρώτος στον τόπο συνάντησης; Θα ήταν η αγαπημένη εκεί ή θα ‘χε φύγει; Κούνησε σαν τρελός το μαστίγιό του και βρέθηκε επικεφαλής. «Ζήτω!!! …Σου έρχομαι!» φώναξε και όρμησε μπροστά.
Ο Σπερματοζωαρούλης με αριθμό 14554 είχε ένα μεγάλο δίλημμα, να πάει στην αριστερή σάλπιγγα ή στη δεξιά; Τελικά, αποφάσισε να πάει στην αριστερή.
Ένας φίλος του με αριθμό 666 δεν ήξερε πού να πάει και αυτοκτόνησε.
Ο Σπερματοζωαρούλης 14554 πήρε τη σωστή απόφαση. Τότε, είδε ένα χοντρό Ωάριο και έτρεξε γρήγορα για να το φτάσει, αλλά τον πρόλαβε ένας μπούλης σπερματοζωάριο που τον έσπρωξε και τον έβγαλε νοκ άουτ. Ο Μπούλης μπήκε στο χοντρό ωάριο.
Στη συνέχεια, ο Σπερματοζωαρούλης είδε ένα όμορφο ωάριο με αριθμό 14900 (επρόκειτο για περίπτωση διδύμων). Ο 14554 κούνησε πολύ γρήγορα το μαστίγιό για να φτάσει την ομορφούλα του. Τελικά, τα κατάφερε και έφτιαξαν με την αγαπημένη του το ζυγωτό 14784.
Όταν τα δίδυμα γεννήθηκαν, ο Μπούλης βγήκε χοντρός και χαζός. Αντιθέτως, ο 14784 βγήκε καλός και όμορφος και όταν μεγάλωσε, έγινε γιατρός του ΕΟΠΥΥ.

Αφιερωμένο -όπως είπαμε- στον Einstein.

Πέμπτη 26 Μαΐου 2011

Με το όπλο στο χέρι

Ο Γιώργος είναι δέκα χρονών, με φακίδες διάσπαρτες κάτω από αεικίνητα πράσινα μάτια. Πυροβολεί με ερωτήσεις εύστοχες, αγαπάει το ποδόσφαιρο, το μπάσκετ, τη μουσική, το χορό, το θέατρο,  ξεφουρνίζει ατάκες, βαριέται γρήγορα τους πλατειασμούς και τις ανέμπνευστες διδασκαλίες,  αλλά χαρίζει τη σειρά του στα στενοχωρημένα φιλαράκια για να τα παρηγορήσει. Με λίγα λόγια, είναι το μοναχοπαίδι που χαίρονται να μεγαλώνουν οι γονείς του, μόνο που…
Μόνο που.. ένας λόγος ασήμαντος και άσχετος , όπως ο τόπος κατοικίας, ανατρέπει τα  σενάρια και φαλτσάρει -που να πάρει. Ο Γιώργος μένει στην Κυψέλη και στην περιοχή του δεν κυκλοφορείς πια μετά τις δέκα το βράδυ. Βέβαια, τα δεκάχρονα αυτή την ώρα βρίσκονται στο κρεβάτι, αλλά και νωρίτερα τα πράγματα δεν είναι ρόδινα. Ποτέ δεν υπήρχαν χώροι για βόλτα και παιχνίδι, ποτέ η γειτονιά δεν ήταν καθαρή και στο δρόμο, οι εκνευρισμένοι οδηγοί συνεχίζουν να μην αφήνουν τα πιτσιρίκια να περνούν στο απέναντι πεζοδρόμιο όπου μένει ο φίλος, μα τώρα τα σκουπίδια και τ’ αυτοκίνητα δεν είναι παρά μύγες στη ράχη του ελέφαντα. Τώρα το ρεμάλι της Φωκίωνος Νέγρη είναι ο φόβος ο ίδιος, σπινταριστός, ακοίμητος, με το στιλέτο στο χέρι, ν’ αδιαφορεί για τις  ιστορίες  των ανθρώπων όπως αδιαφορούν κι οι πολιτικοί οι σκυμμένοι πάνω απ’ το πρόβλημα της βίας.
Τα παιδιά της γειτονιάς παρατηρούν, σχολιάζουν και παίρνουν θέση.  Μία μόνο  θέση, την ίδια για όλους. Όποιος μιλάει πιασιάρικα επικρατεί.  Όποιος έχει την προφανή λύση, πείθει και τους άλλους.
Τις προάλλες, ο Γιώργος έχωσε στην τσέπη την απάντηση προς το φόβο κι αφού στάθηκε μπροστά στη μαμά του, την έφερε ενώπιον των ευθυνών της. Να τι της είπε:

Τετάρτη 23 Μαρτίου 2011

Η δική μου 25η Μαρτίου


25 Μαρτίου πριν από 11 χρόνια. Το ρολόι δείχνει 00:12 και μόλις έσπασαν τα νερά. Κοιμόμουν πάλι, όπως και στο πρώτο μωρό. Ετοιμάζω βαλίτσα για το μαιευτήριο. Αυτή τη φορά δεν τρέμω -η προηγούμενη γέννα ήταν εύκολη. Περιμένουμε την αδερφή του άντρα μου για να ξεκινήσουμε και πάω στο δωμάτιο του γιου μου. Σε λίγο αυτό το πιτσιρίκι θα είναι ο μεγάλος. Προς το παρόν είναι το μοναδικό μωρό της οικογένειας. Τον αποχαιρετώ και με κυριεύει πανικός. Ο άτιμος ο φόβος, πάντα βρίσκει χαραμάδες να τρυπώσει. Κι αν πεθάνω στη γέννα; Πόσο ανεύθυνη είμαι; Πού αφήνω το αγοράκι μου; Μα τι σκεφτόμουν; Κι αν όλα πάνε καλά; Πού θα περισσέψει χώρος στην καρδιά για το καινούριο παιδί, το άγνωστο; Όλη η αγάπη μου ανασαίνει ήδη κάτω απ’ το πάπλωμα με τα τερατάκια. Δεν θέλω να τον ξυπνήσω. Παίρνω βαθιά αναπνοή και την κρατάω, να μείνει η μοσχοβολιά του μωρού στις εσοχές του στέρνου.
Το μαιευτήριο είναι κοντά, το γιατρό τον ξυπνήσαμε κι η μαία λείπει. Τι ήθελα κι εγώ να γεννήσω ένα μήνα νωρίτερα; Ούτε τα μαθήματα του ανώδυνου δεν προλάβαμε να ξεκινήσουμε, αλλά ο καλός μου δίπλα, προβάρει ήδη τις αναπνοές. Πάντα τα κατάφερνε καλύτερα από μένα. Ως συνήθως, δεν γεμίζω το μάτι στη ρεσεψιονίστα. Δεν πιστεύει ότι γεννάω, οπότε μας ξεχνάει για κανένα μισάωρο στον καναπέ μπας και λογικευτούμε και γυρίσουμε στο κρεβάτι μας. Η πίεση χαμηλά δυναμώνει. Δεν είναι τίποτα αφόρητο. Το ξενύχιασμα της χοντρής με το δεκάποντο στο τραίνο ήταν πολύ χειρότερο, αλλά αποφασίζω να διακόψω τις αναπνοές του καλού μου –αν και έχει πιάσει καλό ρυθμό- και να του ζητήσω να θυμίσει στην κοπέλα πίσω απ’ το γκισέ την ενοχλητική παρουσία μας. Η νεαρά, μας κοιτάει με έκπληξη.
-        Μα είστε σίγουροι;
-        Ναι, σπάσανε τα νερά.
-        Μα πόσο μηνών είναι η κυρία;
-        36 επί 12, έχετε κομπιουτεράκι;

Τελικά πείθεται και ξεκινάει αυτή η διαδικασία που χρόνια πριν η θεία μου είχε ονομάσει γραμμή αναπαραγωγής: κλύσμα-τουαλέτα-ξεγύμνωμα-ξύρισμα-βίδωμα ορού- απομόνωση. Ο καλός μου είναι ξεφτέρι στον ανώδυνο, αλλά ο γιατρός δεν τον αφήνει να με συντροφέψει. Έτσι ο μόνος επιθυμητός και χρήσιμος άντρας σε μια φυσιολογική γέννα, ο σύντροφος της επίτοκης, ο πατέρας του μωρού, αποκλείεται σε μια ψυχρή αίθουσα αναμονής κι ο άντρας ο περιττός, ο μαιευτήρας καταφθάνει, μετά από επίμονα τηλεφωνήματα των μαιών «γεννάει στ’ αλήθεια!» μόλις πέντε λεπτά πριν βγει το μωρό. Στο μεταξύ δεν θυμάμαι τη διαδικασία των ανώδυνων από τον προηγούμενο τοκετό, έχω όμως ακόμα στα ρουθούνια τη μυρωδιά του κοιμισμένου μου μωρού. Κι αρχίζω ν’ ανασαίνω βαθιά και να ονειρεύομαι –δεν κοιμάμαι βέβαια, αλλά για κάποιο περίεργο, ίσως χημικής ή ορμονικής προέλευσης λόγο, νιώθω εξαιρετικά. Επισήμως είναι νύχτα. Εδώ όμως ο ουρανός έχει ανοίξει κι έχει μια λιακάδα άλλο πράγμα, το ταβάνι περιττεύει και τις κουβέντες των άγνωστων νοσηλευτριών μόλις τις ακούω. Είμαι σίγουρη πως όλα θα πάνε καλά και το πλασματάκι που έρχεται το λαχταράω όλο και περισσότερο. Επίσης, ξέρω πως ότι και να ευχηθώ θα πιάσει κι επειδή το πρώτο είναι ένα τέλειο αλλά κακόφαγο μωρό, δεν εύχομαι τούτο δω να είναι καλά, να είναι όμορφο, έξυπνο, καλό. Τα θεωρώ δεδομένα. Ζητάω μόνο να τρώει. Άλλη μια απόδειξη, πως η βλακεία είναι ο πιο πιστός σύντροφος του ανθρώπου. Να κι ο γιατρός, οπότε γκαζώνουμε για το χειρουργείο μια και τώρα θα μπορεί να δικαιολογήσει την παχυλότατη αμοιβή του. Η ευχή που δίνουν «μ’ έναν πόνο», σχεδόν πιάνει. Αρκούσαν δύο εξωθήσεις. Το μωρό κλαίει κι απαιτώ να το κρατήσω αγκαλιά. Ακόμα δεν έχω συγχωρήσει ούτε το μαιευτήρα ούτε τον εαυτό μου για το ότι δεν αγκάλιασα το πρώτο μου μωρό αμέσως μετά τη γέννηση. Μόλις ακουμπάει ο μικρούλης στο στήθος μου, σταματάει το κλάμα και είμαι σίγουρη πως με κοιτάει. «Τώρα τι;» λέει με το σοβαρό και πανάρχαιο βλέμμα του νεογέννητου. «Καλώς ήρθες!» του ψιθυρίζω. Είναι τυλιγμένος σε ένα πρασινωπό πανί, πασαλειμμένος με αμνιακό υγρό και μυρίζει ένα απάνθισμα…σαλαμούρας. Ακούει τους χτύπους της καρδιάς μου κι ακούω τη μικροσκοπική του ανάσα. Αγγίζω το μάγουλό του. Λίγες μέρες ακόμα θα είναι τόσο αφρώδες. Ξετυλίγω το πακετάκι και θαυμάζω το κορμί. Για τους τύπους μετράω δάχτυλα στα χέρια και στα πόδια, όλα εδώ. Είναι σαφές ότι τον ερωτεύομαι και όχι δεν θέλω να τον δώσω στο γιατρό και στη νοσοκόμα. Λίγο ακόμα.    
Όπως μου είπαν, το λίγο κράτησε τρεις ώρες, αλλά είναι γνωστό ότι το πρώτο που κάνει η παρουσία ενός μωρού είναι να καταργήσει το συμβατικό χρόνο.

Ανυπομονώ  για την 25η Μαρτίου. Για τα γενέθλια του μικρού φυσικά. Ο άνθρωπος που σβήνει τα κεριά, δεν διατηρεί ανάμνηση της στιγμής που γιορτάζει. Αυτή είναι μια επέτειος της μαμάς, που εκτός από χαζή είναι και αδιόρθωτη εγωίστρια. Και φαντάρος να πάει, εγώ το μωρό θα ψάχνω στη φάτσα του να με ρωτάει «τώρα τι;». Εδώ και έντεκα χρόνια, το εντοπίζω ακόμα κι ας έχουν πολλαπλασιαστεί τα τι και τα γιατί και τα πώς.

Δευτέρα 10 Ιανουαρίου 2011

Ενδιαφέρουσες κυρίες


Είναι κάτι μέρες, κάτι βδομάδες ολόκληρες που συναντώ στο δρόμο, στους σταθμούς του μετρό, στα μαγαζιά, κοπέλες με φουσκωμένη κοιλιά. Σύντομη επιδημία εγκυμοσύνης. Διαδίδεται και περνάει σαν συνάχι.
Μετά τίποτα. Το ξεχνάω. Πάει, πέρασε κι αυτό.

Μόλις διαπίστωσα πως ξέσπασε πάλι μια τέτοια επιδημία. Δεν αναρωτιέμαι για το συγχρονισμό. Αυτό είναι ένα μυστήριο που αδυνατώ να εξηγήσω. Με προβληματίζει όμως η συγκυρία. Μα γιατί τώρα; Μήπως είναι όλες δημόσιοι υπάλληλοι ή ακόμα χειρότερα, εργαζόμενες σε ΔΕΚΟ; Δεν δείχνουν όμως απεχθείς, ούτε τεμπέλες. Είναι γαλήνιες. Στον κόσμο τους. Λάμπουν. Ερωτευμένες θα τις έλεγα. Μπορεί και με το σύντροφό τους, αλλά μάλλον, άλλον σκέφτονται.

Για ποιο λόγο μπορεί να διαλέξεις αυτή την τόσο…ενδιαφέρουσα εποχή για να γεννήσεις ένα παιδί;
Είναι σίγουρο πως η καθεμιά τους έχει διαφορετικό λόγο, μα στοιχηματίζω όλες θα με κοιτούσαν με παρόμοια έκπληξη αν τελικά τολμούσα να ρωτήσω.
Γιατί τώρα;
Τι προσδοκάτε για το ανυποψίαστο πλάσμα που κυοφορείτε;
Με τι κουράγιο θα το μεγαλώσετε;
Και πείτε πως τα καταφέρατε, μετά, σε τι κόσμο θα το εκθέσετε;

Αναπόφευκτα, σκέφτομαι τι απαντήσεις θα έδινα εγώ, αν ήμουν στη θέση τους ή για να είμαι πιο ειλικρινής, τι απαντήσεις θα έδινα όταν ήμουν στη θέση τους κι ας έμοιαζε το τότε, διαφορετική εποχή μια και δεν είχε απεκδυθεί ακόμα την κάλπικη χαλεπότητά της. Τότε, οι ορμόνες έκαναν πάρτι στο αίμα μου και πίστευα πως ήμουν ανίκητη λες κι είχα βουτήξει στη μαρμίτα με το μαγικό φίλτρο του Πανοραμίξ. Τόσο ισχυρή ήταν η επίδραση της κεφάτης Β χοριακής (τι ταιριαστό όνομα για την ορμόνη της εγκυμοσύνης!) που ακόμα τη θυμάμαι.
Το σημερινό κομμάτι του μυαλού μου ανησυχεί, βλέπει αδιέξοδα, κουτουλάει σε τοίχους, γκρινιάζει, κριτικάρει, παραλύει, κοιτάει καχύποπτα και ρωτάει.
Το παλιό κομμάτι είναι εντελώς χαζοχαρούμενο γι αυτό κι επιβιώνει ακόμα. Ονειρεύεται, διασκεδάζει κι είναι πρόθυμο να απαντήσει ότι του κατέβει.
Αν αυτοί οι αταίριαστοι συγκάτοικοι συνομιλούσαν, κάτι τέτοια θα έλεγαν:

-          Γιατί αποφάσισες να μείνεις έγκυος τώρα;
-          Γιατί τώρα είμαι έτοιμη. Γιατί τα ορόσημα της εποχής, καθόλου δεν συμβαδίζουν με τα μηνύματα της ασήμαντης ύπαρξής μου. Γιατί απ’ τη στιγμή που μου συνέβη, αισθάνομαι πολύτιμη, σημαντική. Γιατί ανακάλυψα πως κάποια παλιά αντιπαθητικά κλισέ, μπορεί να μην είναι παρά κοινότοπες αλήθειες. Αλήθειες όμως. Γιατί κουβαλάω κάτι που έχει δύναμη κι αξία μεγαλύτερη απ’ όλα τα παλιόχαρτα των χρηματοπιστωτικών οργανισμών. Είναι μια σταλιά αλλά μεγαλύτερο απ’ όλα τα σχέδια των σωτήρων της ζωής μας, ιερότερο απ’ όλες τις άδειες δοξολογίες σε εκκλησίες ξεχειλισμένες από πανικόβλητα γραΐδια με όψη αρπακτικού

-          Μα τι ονειρεύεσαι να γίνει το παιδί που κυοφορείς.
-          Τα συνηθισμένα. Ευτυχισμένο, δίκαιο και παθιασμένο.
-          Καλά, μην παίρνεις φόρα, γιατί τώρα πρέπει να μου πεις πώς περιμένεις να το μεγαλώσεις, με μισθό κουτσουρεμένο κι εφαρμοστή-ατομική σύμβαση για να μην σου πω το πιο ζόρικο: χωρίς καθόλου μισθό. Πότε θα βρεις χρόνο να του σταθείς όταν θα ξυπνάς νύχτα- αν έχεις προλάβει ν’ αποκοιμηθείς ανάμεσα σε δύο βραδινά ταΐσματα- και θα γυρνάς σπίτι πάλι μέσα στη σκοτεινιά, φορτωμένη τύψεις για τη δουλειά που άφησες μισή στο γραφείο και καταπλακωμένη απ’ το επιτιμητικό βλέμμα του προϊστάμενου που σ’ έχει κατατάξει στην συνομοταξία των ημιαπασχολούμενων, αναξιόπιστων, καμένων χαρτιών; Γιατί ότι και να έχεις κάνει μέχρι τώρα, δεν μετράει. Τώρα βαραίνεις τον προϋπολογισμό της εταιρείας, χωρίς ν’ ανταποδίδεις στο πολλαπλάσιο. 
-          Θα απαντήσω μ’ ένα καταιγισμό από κοινοτοπίες. Θα το μεγαλώσω κοιτάζοντας τα μάτια του. Λαχταρώντας το γέλιο του. Με την ανυπομονησία να ξαναδώ τα λακκάκια στα φουσκωτά του χέρια. Μυρίζοντας το κεφάλι και κλέβοντας τις ανάσες του. Όπως οι τίγρεις μεγαλώνουν τα μικρά τους κι οι μαϊμούδες  εμπιστεύονται τα δικά τους σε συγγενείς και φιλενάδες. 
Αν μου αντιτείνεις ότι αυτά δεν είναι λογικά, θα σε ρωτήσω πού μας οδήγησαν οι λογικές της μόδας, των αγορών και του ανταγωνισμού. Αν δεν μου βρεις μια καινούρια λογική, σου λέω πως δεν έχω σε καμιά εκτίμηση τον παλιό θεό σου.
Κι όσο για το χρόνο, θα σου πω πως είναι μια πλαστή επινόηση. Μ’ ένα μωρό στο σπίτι, ο χρόνος γίνεται θάλασσα. Λειώνει σαν τα ρολόγια του Νταλί. Οι δείκτες καμπυλώνουν κι οι μονάδες μέτρησης αντικαθίστανται από πεινασμένα κλάματα, ρουφήγματα θηλασμού, χορτασμένα ρεψίματα, φορτωμένες πάνες, γελάκια που μπαίνουν στις στροφές με χίλια.

-          Μα δεν το λυπάσαι; Δεν σκέφτεσαι πως θα το σπρώξεις σε μια κιμαδομηχανή. Δεν σκέφτεσαι πως θ’ ανταλλάξει το πάθος, την ενέργεια και τα όνειρά του με 500-600 ανταγωνιστικά ευρώ;
-          Άσε με να ελπίζω πως κάτι θα κάνω μ’ αυτό. Θα κλείσω την τηλεόραση, θα διαβάσω και θα ξαναδιαβάσω, θα συζητήσω, θ’ ακούσω, θα φανταστώ, θα δωρίσω τον καναπέ σε κάποιο κέντρο απεξάρτησης, θα φωνάξω, θα περπατήσω σε χημικές λεωφόρους. Θα αντιδράσω γι αυτό το ένα πλάσμα με το οποίο θα είμαι εσαεί ερωτευμένη κι ας ξέρω πως δεν μου ανήκει πως θα μ’ εγκαταλείψει ακόμα κι αν μείνει κοντά μου ως τα τριάντα του και βάλε.
Υπόσχομαι να θυμάμαι πως αν βγει στο δρόμο αγριεμένο, θα έχει δίκιο και θα πρέπει να παραδεχτώ την αποτυχία μου κι όχι να του κουνήσω αγκυλωμένα δάχτυλα.

-          Ναι, αλλά ξέρεις, δεν με έπεισες. Πολύ ουτοπικά ακούγονται όλα αυτά.
-          Ναι, είναι ουτοπικό να κάνεις παιδί. Αλλά πώς αλλιώς να χειριστείς ένα όνειρο ζωντανό κι απαιτητικό; Ουτοπικό δεν είναι να γεννιούνται παιδιά στην πεινασμένη και διψασμένη υποσαχάρια Αφρική; Τι σκέφτονται εκεί κάτω; Δεν θα έπρεπε οι άνθρωποι αυτοί να λογικευτούν και να πάψουν να αναπαράγονται, να σκύψουν το κεφάλι, να βυθιστούν στην κατάθλιψη και τον αφανισμό αφού καταδικάστηκαν απ’ τους ισχυρούς του G8, 10, 20; Κοίτα, κανείς δεν τα έβγαλε πέρα με τις ορμόνες, τη φύση και τη τρέλα. Σταμάτα λοιπόν την γκρίνια και υποκλίσου σε όλες αυτές τις κυρίες με τις φουσκωμένες κοιλίτσες γιατί κι εσύ μέσα σε ένα τέτοιο ανεύθυνο σακούλι άρχισες να ζεις.