Δευτέρα, 5 Μαΐου 2014

12 κύματα

Φωτογραφία του Λεωνίδα
Μερικές στιγμές ορμούν απροειδοποίητα. Κύματα βουβά στην αρχή, ρουφήχτρες κανονικές στη συνέχεια, με τις πέτρες τους, το ανακάτεμα, την αναμπουμπούλα και όλα τους τα σχετικά. Δεν λέω για τα άσχημα κύματα. Για τα άλλα μιλάω που βάλθηκαν να σε πνίξουν στη χαρά. Κι αν ήσουν κι ασπρόρουχο, θα σε είχαν κάνει λαμπίκο.
 
Παράδειγμα 1ο:
Είσαι μαμά με ολόφρεσκο πρωτάκι. Προσεγγίζεις ακροπατώντας –όπως υπέδειξε η δασκάλα- στο χώρο όπου το πιτσιρίκι προσπαθεί να γράψει την πρώτη-πρώτη αντιγραφή. Νάτο σκυμμένο, ολότελα συγκεντρωμένο σε ένα «Α». Και με το Ααα της καρδιάς σου, ο αέρας δεν επαρκεί, τον έχεις καταπιεί σε μια αχόρταγη ανάσα. Τα μάτια σου ανοιγοκλείνουν, τραβάνε αλλεπάλληλες νοητικές φωτογραφίες που εγχαράσσονται στο πιο ανθεκτικό κομμάτι του ψυχικού σκληρού σου δίσκου. Κανείς δεν σε έχει προετοιμάσει γι αυτό το ξαφνικό σοκ ευτυχίας, συγκίνησης και χαζομαμαδίασης, μα αν ρωτήσεις τις άλλες μαμάδες, το βλέπεις πως ξέρουν. Όλες προσπαθείτε να καταπιείτε τον ίδιο κόμπο, μα αυτός εκεί. Αντιστέκεται. Και γεννάει χαμόγελα και κάμποσα πλημμυρισμένα βλέμματα.

Παράδειγμα 2ο:
Έχουν περάσει 12 χρόνια. Τα μετράς, τα ξαναμετράς κι όλο σου λείπουν στιγμές, μέρες, μήνες, αλλά το ταμείο δεν κάνει λάθος. Ας πρόσεχες. Σου γλίστρησαν οι καθημερινές, παραέτρεξες τα σαββατοκύριακα, οι διακοπές φωτίζουν τα χρόνια, αλλά στέκουν μοναχικές. Το πρώην πιτσιρίκι έχει γίνει κούκλος κανονικός. Τον καμαρώνεις κι ας μην σε αφήνει πια να τον φιλάς, πόσο μάλλον να τον ζουλάς, όπως του πρέπει. Ότι πρόλαβες, πρόλαβες. Εδώ και μέρες σου έχει επισημάνει μια ημερομηνία. «Εκείνη τη μέρα, τελειώνω το σχολείο μαμά…» και σε κοιτάει μ’ αυτό το βλέμμα-υπερπαραγωγή που ξεχειλίζει κατακτήσεις και προβληματισμούς κι ένα μικρό μούδιασμα για το άγνωστο. Γιατί το σώμα του δεν το αγγίζεις πια, αλλά κι αυτή η απόσταση, μια σαχλαμάρα είναι. Η ψυχή του παραμένει διάφανη. Σαν τη δική σου, ας πούμε, αν της χαλάλιζε μια ματιά (ίσως και να το κάνει, όταν κοιτάς αλλού). Το μικρό σου -που δεν είναι πια μικρό- έχει καρφώσει το σημαιάκι του, αλλά εσύ, πολύ μετά από κείνον, συνειδητοποιείς, ότι αυτή η μέρα ήρθε. Είναι εδώ. Τέλος στα σχολικά ξυπνήματα. Τώρα, μόνο εξετάσεις. Μα, πού ήσουν τόσο καιρό; Γιατί δεν λάτρεψες αρκετά το κάθε λεπτό για να το κάνεις τεράστιο, τόσο που πίσω του, να μην φαίνονται τα δώδεκα περασμένα χρόνια; Ένα νέο κύμα είναι η στιγμή και σου χυμάει. Σε φέρνει γύρες βρίσκοντας σε απροετοίμαστη. Πάλι. Κι αρχίζεις να εύχεσαι, να εύχεσαι, να εύχεσαι.

Θυμάσαι τον μπαμπά σου και τις παράξενες δικές του ευχές. Τις βροχερές μέρες, σε ρώταγε - όλο αγωνία- αν βράχηκες. Κι όταν τον βεβαίωνες πως όχι, σου έλεγε με όλη τη γλύκα του κόσμου, πως προσευχόταν για να μην σε αγγίξει σταγόνα. Ή επρόκειτο για μεγάλη τύχη ή έβαζε τόση δύναμη σ' αυτή τη σκέψη, που καταιγίδες ξεθύμαιναν μόλις ξεμύταγες και μαίνονταν όταν κρυβόσουν. Και δεν έχει σημασία σε τι εστίαζε την προσοχή του, γιατί αυτή η μεγάλη ομπρέλα που άνοιγε από πάνω σου αρκούσε.
Ευτυχώς, το ήξερες και τότε, οπότε, τα ίδια πάνω-κάτω εύχεσαι τώρα κι εσύ στον κούκλο.

1 σχόλιο: