Κυριακή, 23 Φεβρουαρίου 2014

Μισοάδειο

*
Να την πάρει και να φύγουν.
Πάνω σε μια μηχανή. Η μηχανή του κι η μηχανή της.
Να σηκώνεται στους αναβατήρες και να φωτογραφίζει.
Αστικό τοπίο. Κρανίου τόπος. Από τότε που έσκυψαν το κεφάλι κι αρνήθηκαν τον πλησίον τους. Εξοχές. Τόποι υπό εξαφάνιση. Στέρφα γη. Από τότε που αδειάσαν όλα τα βαρέλια κρυφά, ασυνείδητα, αδιάφορα, μέσα στο ποτάμι.
Κάθε τόσο το μάτι της πιάνει κάποιο γατί με φουσκωμένη κοιλιά που ξέφυγε τον ανθρώπινο έλεγχο· κάποιο σκυλί που τρέχει να κρυφτεί. Παραδομένα στη μοναδική επιλογή που καταλαβαίνουν, τη φυσική, αναζητάνε τις καβάτζες τους. Έξω κάνει άνοιξη.
Πιάνει την κοιλιά της. Ούτε αυτή τη φορά. Οι σπόροι ήταν κούφιοι. Οι άρχοντες κουφοί. Δεν άκουγαν τις ικεσίες της. Κι αυτή περιοριζόταν να παρακαλάει έναν άλλο θεό, θηλυκό.
Πεδία μαχών. Τα σεντόνια τους. Στις επικίνδυνες μέρες όμως ξεπόρτιζε, γύρναγε από δω κι από κει, πηδιόταν ασύστολα κι απροκάλυπτα. Προσπαθώντας να πολλαπλασιάσει τις πιθανότητες. Το σώμα της το’χε πια συνηθίσει, κάθε μήνα. Ένιωθε το μέσα της να παίρνει φωτιά, τα σκέλια της να την ξεπροβοδίζουν και, γητεμένη κάθε βράδυ, έκλεινε την πόρτα πίσω της.
Με την ανοχή του φυσικά. Κι αυτή με τη σειρά της ανέχονταν μεθυσμένες ανάσες κι αχόρταγα στόματα, έστεργε μπόχα από καταγώγια και έδειχνε συμπάθεια σε ξεχειλωμένα εσώρουχα. Κυλιόταν σε σεντόνια φτηνών ξενοδοχείων και στα πίσω καθίσματα από σαραβαλάκια που αγκομαχούσαν στις ερημιές. Έμπηγε τις παλάμες της σε καρφιά από ασοβάτιστα ντουβάρια όταν την έπαιρναν στα όρθια σε παρατημένες οικοδομές. Που και που προλάβαινε να κάνει καμιά συζήτηση, άφηνε να εννοηθεί ότι της άρεσε και ότι θα ξαναπηδιόντουσαν σε εύθετο χρόνο, της ξέφευγε καμιά τρυφερότητα και τότε ο άλλος της έρριχνε ένα άχρωμο βλέμμα.
Επιστρέφοντας, όταν είχε πια χαράξει, έριχνε και ένα Λόττο, παρακαλώντας να την προσέξει η τύχη, όχι εκεί, αλλού. Για να την ξεγελάσει έλεγε από μέσα της πως δήθεν ήθελε τα λεφτά, για λούσα και για ταξίδια.
Γυρνώντας στο σπίτι έσβηνε τις τύψεις της με σαπούνι Μασσαλίας και έβανε στις πληγές της κρέμα που ψώνιζε από μια τσιγγάνα στη λαϊκή. Ξεσκισμένη κι αποκαμωμένη έβαζε μπουγάδα. Έπλενε τα ασπρόρουχα κι έρριχνε το νερό στο χώμα, μπας και σώσει κανά σπόρο. Σπονδή στη μάνα γη.

Κοιτάει έξω από το παράθυρο, ανάβει το τσιγάρο να φωτίσει τη βραδυά της.
Έξω η σελήνη έλιωνε.


*κρεασιόν by Ανώνυμος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου