Σάββατο, 15 Φεβρουαρίου 2014

Το δώρο



Ξύπνησε το πρωί με τον αδιόρατο φόβο πως ο χρόνος του τελείωνε. Οι μέρες έφευγαν αδυσώπητα και έπρεπε να καταλήξει σε αυτό που θα της χάριζε. Ήθελε να της κάνει το τέλειο δώρο, σύμβολο της αγάπης τους, κάτι προσωπικό και ιδιαίτερο αλλά ταυτόχρονα παγκόσμιο και οικουμενικό, κάτι που θα ξεπερνούσε τη φαντασία και τον ίδιο του τον εαυτό, κάτι που θα την έκανε να ξεπεράσει τους ενδοιασμούς και τους φόβους της και θα την έκανε να τον ξαναερωτευτεί. Το σχέδιό του ήταν πολύ μεθοδικά καταστρωμένο και προσεκτικά αναλυμένο. Εντρυφούσε σε αυτό με απαράμιλλο ζήλο και το διεκπεραίωνε με το καρδιοχτύπι της πρώτης τους συνάντησης. Κάθε μέρα ζούσε με την έξαψη της ανακάλυψης και κάθε νύχτα βίωνε τη δικαιολογία της ματαίωσης. Γιατί τίποτε δεν ήταν ποτέ αρκετό κι αυτός έπρεπε να τα περιλάβει όλα.

Πήγε στο πατρικό του και πέρασε μερόνυχτα χωμένος μέσα σε παλιές φωτογραφίες αναζητώντας ένα βλέμμα να ορκίζεται αιώνια πίστη. Ανέβηκε στη σοφίτα και άνοιξε χαρτόκουτα που έλιωναν από την υγρασία. Άνοιξε παλιά μπαούλα που μύριζαν καμφορά σκαλίζοντας δαντέλες της μάνας του κι έπεσε σε μια βεντάλια σαν αυτή που κρατούσε η κυρία με τις καμέλιες, αλλά την απέρριψε ως δυσοίωνη. Βρήκε όμως και μάζεψε κάποια αποξηραμένα φύλλα κλεισμένα σε φύλλα μαθητικού τετραδίου.
Έψαξε τη βιβλιοθήκη του για να βρει βιβλία που μιλούσαν για έρωτες-με ευτυχή κατάληξη μονάχα. Κατέβασε από τον τοίχο την αφίσα με το φιλί του Ροντέν που είχαν αγοράσει μαζί, τότε στο Παρίσι. Την τύλιξε μέσα σε ένα προσπέκτους γαμήλιων ταξιδιών που ζήτησε από το ταξιδιωτικό γραφείο της γειτονιάς. Γύρεψε να βρει έναν πλανόδιο ζωγράφο να του αντιγράψει τους εραστές του Μαγκρίτ από μια παλιά κάρτα που του είχε στείλει. Τη φαντάστηκε να γελάει με ζωάκια που θα της χάριζε, γατάκια που θα της γουργούριζαν και σκυλάκια που θα έγλειφαν το χέρι της. Την άλλη μέρα χτύπησε ένα τατουάζ αιώνιας πίστης.  Κάποιο βράδυ ονειρεύτηκε ότι βρήκε μια τούφα από τα μαλλιά της ωραίας Ελένης, την επομένη χαρτόκοψε ζωγραφισμένες καρδιές από παιδικά μπλοκ ζωγραφικής και τις τοποθέτησε προσεκτικά μέσα σε ένα μενεξεδί φάκελο.
Άκουσε και ξανάκουσε τις παλιές του κασέτες / someone like you / you are my sunshine / Ive got u under my skin/ first time I ever saw your face / love hurts / killing me softly / you make me feel that I am whole again / still loving u προσπαθώντας να διαλέξει το πιο σπαραξικάρδιο τραγούδι. Καθώς τίποτε δεν τον ικανοποιούσε έμεινε άγρυπνος ως το ξημέρωμα να ηχογραφήσει τα πουλιά να κελαηδάνε.
Χάθηκε σε βιβλιοθήκες που μύριζαν ξεθυμασμένο μελάνι και ξενύχτησε διαβάζοντας ερωτικές επιστολές. Γυρνώντας, συνέταξε ερωτική επιστολή αντιγράφοντας λόγια του Γκαίτε, στίχους του Σαίξπηρ και φράσεις της Γεωργίας Σάνδης. Αποκοιμήθηκε προσπαθώντας να αποστηθίσει το άσμα ασμάτων. Την ονειρεύτηκε σε μια βάρκα στη λίμνη με τα νούφαρα του Μονέ. Την επαύριον μάζεψε τα δάκρυά του σε πορσελάνινο βαζάκι.
Πήγε σε μακρινές αγορές για να βρει βοτάνια και μπαχάρια με παράξενα ονόματα και τριγύρισε σε εξωτικά παζάρια αναζητώντας χρυσάφι, σμύρνα και λιβάνια. Μια μέρα δοκίμασε να φτιάξει τη σούπα της συμφιλίωσης, που είχε διαβάσει σε κάποιο βιβλίο, ενώ μια άλλη απέτυχε να φτιάξει την τέλεια σαντιγύ για να γαρνίρει ολόφρεσκες φράουλες που είχε αγοράσει. Αντ'αυτού αποφάσισε να αγοράσει την ακριβότερη βέλγικη σοκολάτα και να τις περιχύσει.
Στήθηκε με τις ώρες έξω από ξενοδοχεία ημιδιαμονής ψάχνοντας για τετράστιχα γραμμένα πάνω στους τοίχους. Στάθηκε σε γωνίες αγναντεύοντας κόκκινα φανάρια. Ζωντάνεψε αναμονές και προσμονές σε καφενεία και σιδηροδρομικούς σταθμούς. Πέρασε από αίθουσες χορού προσπαθώντας να μάθει τα βήματα του βαλς.
Μπήκε σε λεωφορεία και ακολούθησε με το βλέμμα του τα σύννεφα. Φτάνοντας στην εξοχή πέρασε βδομάδες αναζητώντας το λουλούδι με τα τέλεια πέταλα. Στο μισοερειπωμένο σχολείο ενός χωριού αποτύπωσε καρδιές χαραγμένες σε σχολικά θρανία.
Μετά πήρε το τρένο για τη θάλασσα. Βρήκε μια ψάθα και κάτω από αρμυρίκια βρεγμένη από τη λαγνεία των κυμάτων. Προσπάθησε να ξεχωρίσει τις πορτοκαλιές αποχρώσεις του δειλινού και να τις χωρέσει σε παλιές σελίδες ημερολογίου. Αφέθηκε να τον φυσήξει ο πουνέντες ζηλεύοντας τα ζευγάρια των γλάρων· αποκαρδιωμένος έσκυψε και μάζεψε ένα σπασμένο κοχύλι.

Μονάχα να προλάβαινε.

*πρωτοδημοσιεύτηκε στο ψηφιακό περιοδικό enfo μαζί με 18 άλλες ερωτικές ιστορίες από ισάριθμους ιστολόγους:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου