Ξύπνησε το πρωί με τον αδιόρατο φόβο πως ο
χρόνος του τελείωνε. Οι μέρες έφευγαν αδυσώπητα και έπρεπε να καταλήξει σε αυτό
που θα της χάριζε. Ήθελε να της κάνει το τέλειο δώρο, σύμβολο της αγάπης τους,
κάτι προσωπικό και ιδιαίτερο αλλά ταυτόχρονα παγκόσμιο και οικουμενικό, κάτι
που θα ξεπερνούσε τη φαντασία και τον ίδιο του τον εαυτό, κάτι που θα την έκανε
να ξεπεράσει τους ενδοιασμούς και τους φόβους της και θα την έκανε να τον
ξαναερωτευτεί. Το σχέδιό του ήταν πολύ μεθοδικά καταστρωμένο και προσεκτικά
αναλυμένο. Εντρυφούσε σε αυτό με απαράμιλλο ζήλο και το διεκπεραίωνε με το
καρδιοχτύπι της πρώτης τους συνάντησης. Κάθε μέρα ζούσε με την έξαψη της
ανακάλυψης και κάθε νύχτα βίωνε τη δικαιολογία της ματαίωσης. Γιατί τίποτε δεν
ήταν ποτέ αρκετό κι αυτός έπρεπε να τα περιλάβει όλα.