Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θάνατος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θάνατος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2015

Χιόνι


Κι εκεί που παρατηρείς την ελπίδα να ξεθωριάζει κι είσαι έτοιμη να κάνεις σαχλά λογοπαίγνια με την τακτικίστικη επιλογή Παυλόπουλου, μαθαίνεις πως ένας άνθρωπος -από αυτούς της δικιάς σου καθημερινότητας- πέθανε χτες το βράδυ.
Κι όλα μοιάζουν ξαφνικά με χιόνι. Ομοιόμορφα, άσπρα, καλυμμένα. Σβησμένα κάτω απ’ το εκτυφλωτικό λευκό.
Ναι, την περιμέναμε. Ναι είχε χρόνια που το πάλευε. Μόλις πριν μερικές βδομάδες, την είδαμε που γελούσε τόσο απλόχερα –κι ας είχε χάσει 20 κιλά σε λίγους μήνες- που έλεγες, δεν μπορεί, θα τη σεβαστεί ο Χάρος αυτή τη δύναμη. Κι ας κρεμόταν στις άκρες εκείνης της χαράς μια καλά δουλεμένη συνθηκολόγηση.
Όχι, όμως. Επέμενες να παραβλέπεις τα σημάδια. Όταν πολεμούν οι άλλοι, θέλεις πάντα να βαστήξουν περισσότερο. Τους θέλεις δυνατούς κι αήττητους. Πρότυπα για να θαυμάζεις. Γίγαντες ασύγκριτους να δικαιολογούν τη δική σου παραίτηση. Αρνείσαι να τους αφήσεις να φύγουν. Όχι τους μεγάλους, τους σπάνιους με πείσμα και όραμα.
(Ούτε κι αυτούς που αγαπάς όμως, γιατί κι η αγάπη ψηλώνει τους ανθρώπους.)
Δεν θες η ερημιά να μεγαλώσει. Να γίνει μεταδοτικότερη.

Για μια φορά όμως, ας μην κοιτάξω μόνο το δικό μου κόσμο.

Ας σε αφήσω να πας στο καλό. Όπου κι αν είναι ή δεν είναι αυτό.

Δευτέρα 26 Ιανουαρίου 2015

Να είσαι εκεί


Όμορφα, χαρούμενα παιδιά, με υψωμένες γροθιές τραγουδούν Bella Ciao.

Αν έμεινες σπίτι, είναι κλισέ. Δίπλα τους, δονήθηκες απ’ τον παλμό.

Αν παρατηρείς τους ανθρώπους της κάθε μέρας, θα γκώσεις απ’ την ομαδική κατάθλιψη. Αν σκέφτεσαι τα δικά σου, ο δρόμος θα κυλήσει κάτω απ’ τα πόδια σου.

Αν είχες έρθει στο Σύνταγμα του ‘11, στην ΕΡΤ του ’13, θα είχες δει ωραίους, χαρούμενους ανθρώπους να ελπίζουν, να αισιοδοξούν, να διεκδικούν.
Μέσα απ’ την τηλεόραση, είδες «γύφτους», «αγανακτισμένους» και επέτρεψες στον εαυτό σου να τους λοιδωρήσει.

Αν ήσουν εδώ, θα αποθησαύριζες στιγμές αλώβητες από ήττες και θανάτους.  Σταγόνες  ύπαρξης.

Στο δρόμο η ζωή συναντιέται με τον έρωτα, την αγάπη, τη δημιουργία. Όσα μαρτυρούν πως στο σαρκίο μας κουβαλάμε και μια ψυχή.


Αν μείνεις στο ζάπινγκ, αρκείσαι να σπρώχνεις τους δείκτες του ρολογιού πιο κοντά στο τέλος. Που όσο ήσυχος κι αν είσαι, είναι αναπόδραστο το άτιμο.

Σάββατο 8 Φεβρουαρίου 2014

Ο κύκλος με τις κιμωλίες

Με το θάνατο της θείας Μαρίκας κλείνει ακόμη ένας κύκλος. Αυτός που άρχισε σε χωμάτινους δρόμους και σε τσιμεντένιες αυλές. Που ξεχύλιζε από τσιρίδες φωνές, πείσμονες σιωπές και παιδικά κλάματα. Που μύριζε βασιλικό και ρόδα. Που αποτυπωνόταν με παιχνίδια που έγραφαν, κι έσβηναν με το μακώ, οι χρωματιστές κιμωλίες πάνω στα σκιερά μαρμαρένια σκαλιά της διπλανής εκκλησίας. Που μπούκωνε από το πρωινό χτυπημένο αυγό και τις απογευματιάτικες φέτες με βούτυρο και μέλι.
Με το γεμάτο από λιχουδιές τραπέζι, που σέρβιρε με την κεντημένη της ποδιά, ενόσω εμείς ξεπλενόμαστε με το νερό που βγάζαμε από τη στέρνα της χαμοκέλας.
Με τους ταφτάδες που θρόιζαν κάθε της Αγίας Παρασκευής και τα δαντελένια πουκάμισα ραμένα με κλωστές ντεμισέ και χρυσά κουμπιά απο την οδό Ευαγγελιστρίας, γωνία με Βύσσης, για το Δεκαπενταύγουστο, τότε που μας ξύπναγαν πρωί, να πλύνουμε τα μούτρα μας, και νηστικοί να ακολουθήσουμε τη θεία λειτουργία.
Με τη μυρωδιά του καρπουζιού, που μας αρνιόταν όταν έπρεπε να φάμε τους γιαρμάδες.
Με τα απαγορευμένα μίκυ-μάους, που έφερνε κάθε Τετάρτη ο μπακάλης στην αγορά και που έβγαιναν κρυφά κάτω από τα μαξιλάρια μόλις πέφταμε, ύστερα από μπόλικο αγώνα και στημένη διαπραγμάτευση, να κοιμηθούμε για μεσημέρι.
Με το βύσινο γλυκό και το υποβρύχιο που καταβροχθίζαμε στα καφενεία, όταν ξαποσταίναμε από το τρεχαλητό και τις ποδηλατάδες.
Με το βραδυνό συναγωνισμό για το ποιος θα προλάβει να ανάψει το κατόλ και τις ιστορίες του χωριού στιβαγμένοι όλοι στο βορεινό μπαλκόνι, κοιτάζοντας μια τα αστέρια και μια τη σκοτεινή θάλασσα.

Σάββατο 11 Ιανουαρίου 2014

Aς υπερβάλλουμε με τους ζωντανούς


Αν σκιτσάριζα τον Μ., θα έφτιαχνα έναν τετράγωνο, κοκάλινο σκελετό γυαλιών κι ένα χαμόγελο. Χαμόγελο της γάτας Tσέσαϊρ. Νάτο που αιωρείται σαν ξαπλωτό φεγγάρι, πάνω απ' τα κεφάλια των πενθούντων. Μας κάνει πλάκα το χαμόγελο-σύντροφος. Ακόμα κι όταν το αμαξίδιο δεν αρκούσε, τότε που ο πόνος καθόταν σε κάθε νευρικό κύτταρο, το χαμόγελο επέμενε -απείραχτο απ τη σκλήρυνση, πιο πιστό κι απ' την Πηνελόπη. Γι αυτό δεν ήθελα να πλησιάσω το φέρετρο για κείνον τον τελευταίο ασπασμό.
Χωρίς γυαλιά, χωρίς χαμόγελο, πώς να τον γνωρίσω; Ο ασπασμός είναι για τους ζωντανούς λέω. Τι να τα κάνουν τα φιλιά και τους επικήδειους οι πεθαμένοι;
Αλήθεια, αν έχεις τόσο θερμά λόγια να πεις για κάποιον, πες τα στον ίδιο. Όσο ακούει. Για όσο θα πιάσουν τόπο. Πρόλαβε. Υπερέβαλε, ναι. Αλλά να υπερβάλλεις έγκαιρα. Αγαπάω τις υπερβολές. Ξεχειλίζουν αγάπη.
Αλλά δεν είναι οι επικήδειοι που με αποτελειώνουν. Είναι οι ζωντανοί γονείς. Αυτούς δεν μπορώ να κοιτάξω στα μάτια. Αυτή την αχώνευτη αδικία που τους στραγγαλίζει, είναι που δεν αντέχω. Το γιατί τους με διαλύει.
Ποιον ρωτάνε;
Απευθύνονται σ' αυτόν τον τύπο με τον οποίο κανείς δεν θέλει να έχει πολλά-πολλά. Είναι απο κείνους τους πολλά βαρείς που ανασηκώνουν το φρύδι και σε εκτελούν. Όχι μεταφορικά. Στ' αλήθεια.
Καλό είναι να περνάς απαρατήρητος δίπλα του.Να μην τον προκαλείς. 
Μπορεί στο γιατί, να γυρίσει να σε κοιτάξει.
Ακόμα χειρότερα.
Μπορεί να σ' απαντήσει. Κι όσο απερίγραπτος κι αν είναι ο πόνος της απώλειας ενός παιδιού, η απόκρισή του μπορεί να είναι χειρότερη. Έχει μια σοφία αιώνων ο αχρείος. Ποιος ξέρει ποια σκοτεινή γωνιά σου θα φωτίσει.
Ας τον ξεχάσουμε λοιπόν για λίγο. Ας υποκριθούμε πως δεν περιπολεί στα μέρη μας. Όχι ακόμα.Πως δεν σκέφτεται να μας κόψει κλήση.
Αναζητώντας γιατρικά -φαρμάκια της λησμονιάς- πήγα στο γυμναστήριο. Ενδορφίνες. Xρειαζόμουν ενδορφίνες. Ή μια σφυριά στο κεφάλι. Απ' το σφυρί, προτίμησα τους κοιλιακούς. Εκεί λοιπόν, που ξαπλωμένη στο στρώμα, διπλώνομαι και κάπως χαλαρώνουν τα ηλεκτρικά σήματα και οι εκρήξεις των νευρώνων, εκεί που καλωσορίζω το πρώτο χασμουρητό, στέκεται μπροστά μου ένας πανέμορφος άντρας. Μπορεί και να μην είναι στ' αλήθεια τόσο ωραίος, μα τώρα, αυτή τη μικρή στιγμή, φωτίζεται όπως πρέπει, φοράει ότι ταιριάζει, έχει το ύφος που είναι ιδανικά ανυποψίαστο.
Καθώς ακούει αυτό:


...αρχίζει να κάνει ασκήσεις. Χέρια, πόδια, μέση, ρυθμός. Χοροπηδάει, χορεύει, ξορκίζει,  πάλλεται, λευτερώνει. Όσο κρατάει το τραγούδι, γίνεται ο βαρκάρης της επιστροφής.
Χαμογελάω.
Σαν να τον βλέπω να υψώνει το μεσαίο και περιποιημένο του δάχτυλο στα μούτρα του μεγάλου αρπακτικού.  

Παρασκευή 21 Ιουνίου 2013

Τελευταία φορά

Έργα τέχνης στο κουκούλι τους
Βγαίνουμε για ρακές, χαιρετάμε φίλους που μεταναστεύουν, μετανάστες που έγιναν φίλοι κι επιστρέφουν στη χώρα τους, γεμίσαμε αποχαιρετισμούς, στερεύουν οι αγκαλιές μας, πάμε εκδρομή, σινεμά, αγοράζουμε ένα δώρο, ένα ρούχο, μια λιχουδιά στο σούπερ μάρκετ, εκείνο το μυρωδάτο φρούτο στη λαϊκή –όλο και σπανιότερα- και λέμε χαλάλι, γιατί είναι η τελευταία φορά. Κι ας αδειάζει όλο και πιο γρήγορα το πορτοφόλι κι ας αδειάζει μαζί του κι εκείνο το μέρος στο στομάχι όπου άλλοτε φτεροκοπούσαν πεταλούδες. Χαζές μεν. Πεταλούδες δε. Κάθε φορά, τελευταία φορά. Σαν τα τελευταία πέντε λεπτά των παιδικών υποσχέσεων τα τελευταία χρόνια (Άλλα πέντε λεπτά μαμά!). Μια παράταση αναπνοών.

Παρασκευή 3 Μαΐου 2013

Xέρια, ψέματα, θάνατος και μεγάλη Βδομάδα

http://www.mymodernmet.com/profiles/blogs/if-these-old-hands-could-speak
Όσο περνούν τα χρόνια, τα χέρια μου μοιάζουν όλο και περισσότερο με κείνα της μάνας μου. Όσο περνάει ο καιρός, τα χέρια της γίνονται όλο και περισσότερο εκείνη. Τώρα που η μνήμη της ανασύρει ένα παλιό χαμόγελο και μόνο, τα λόγια βγαίνουν σπάνια, όλο πιο ξεθυμασμένα κι ακατανόητα, μόνο τα χέρια παραμένουν εκεί να θυμίζουν δουλειές, χάδια, ζυμώματα, πάρε δώσε, χειραψίες, επίμονα ξεσκονίσματα, ξεφυλλίσματα βιβλίων, τακτοποιήσεις, παραμερίσματα, αγκαλιές. Να, σ΄αυτή τη χαράδρα έχουν πέσει οι μνήμες επαναλήψεων του δημοτικού. Κρατούσε το βιβλίο κοντά στο πρόσωπο γιατί δεν έβλεπε κι αρνιόταν να φορέσει γυαλιά στα υπέροχα μάτια της. Σε κείνες τις ρυτίδες κουλουριάζονται ζουλήγματα πορτοκαλιών στον παλιό στίφτη. Στις παραμορφωμένες αρθρώσεις λουφάζουν αρχαία απορρυπαντικά και πλύσεις ευαίσθητων –σαν ανθρώπινων ψυχών- ρούχων. Τα χέρια έχουν πάρει τη θέση του προσώπου της. Γι αυτό κάθε φορά την κοιτάω στα χέρια και χθες που τα είδα πρησμένα αλαφιάστηκα. «Αρρυθμίες, κακή λειτουργία των νεφρών», είπε ο γιατρός. «Θα της δώσουμε διουρητικά και θα δούμε, αλλά να ξέρεις, στην ηλικία της, έτσι έρχεται.»
Έρχεται λοιπόν. Είναι ήρεμη. Άραγε να ξέρει; Μήπως όταν χάνουν το μυαλό τους σ’ αυτό τον κόσμο, έχουν ξεκινήσει το ταξίδι τους για τον άλλο και τακτοποιούν ήδη τις εκκρεμότητες σε διόδια και τελωνεία;

Τρίτη 19 Φεβρουαρίου 2013

Γράμματα στο άδειο πουκάμισο

«Μου λείπει. Μου λείπει πολύ. Μου λείπει το τσάι του κάθε φορά που πονούσε το στομάχι μου. Μου λείπει το τρίψιμο της πλάτης όταν έκανα μπάνιο. Μου λείπει η μανία του να διαβάζει τα γράμματά που έστελνα αλλού. Περισσότερο όμως μου λείπουν οι καυγάδες μας. Πόσο ωραία διαφωνούσαμε!Πώς ανασήκωνε το φρύδι κι έλεγε : Ωχ κι εσύ καρδιά μου…
Γι αυτό, όταν μου λείπει τόσο που τα δάκρυα δεν ξεπλένουν την απώλεια, του γράφω γράμματα. Του λέω πόσο τον αγαπώ. Και πόσο μ’ άρεσε που εκείνος μ’ αγαπούσε παραπάνω. Και μετά μαλώνουμε. Του θυμώνω για τις σκουριασμένες του ιδέες. Τα εξωφρενικά του επιχειρήματα. Του τα ανατρέπω όλα. Δε πα να σηκώνει όσο θέλει τα φρύδια. Και χώνω τα γράμματα στην τσέπη του πουκάμισου. Αυτού του καρό,  που έχω κρατήσει.
Το έλαβες το γράμμα του λέω. Τώρα διάβασε το.»
Θα νομίζεις πως είμαι τρελή, είπε η θεία που πρόσφατα έμεινε χήρα. Μόνη μετά από 50 χρόνια.
Αλλά, δεν νομίζω.

Σάββατο 5 Ιανουαρίου 2013

2013, έτος μιας στιγμής


‹‹...οὐ δύνατον γένεσθαι λωστὸν ἀνθρωπὼι πεδέχην δ'ἂρασθαι τ'εξ ἀδοκήτω.››*
Σαπφώ

“Δεν υπάρχει τίποτε πιο σκανδαλώδες από το θάνατο ενός παιδιού και τίποτε πιο παράλογο από το θάνατο από τροχαίο ατύχημα”, φερόταν να είχε πει κάποια στιγμή ο Αλμπέρ Καμύ, και σκοτώθηκε πριν από ακριβώς 63 χρόνια, σε μια στιγμή απροσεξίας, όταν το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο φίλος του (ξ)έφυγε από το δρόμο. Ένα λάστιχο που έσκασε. Φρένα που ούρλιαξαν. Αν ζούσε σήμερα θα ήταν 100 ετών. Ο Καμύ σημάδεψε μια εποχή. Τα κειμενά του διαβάζονται, τσιτάρονται, σχολιάζονται και μεταλαμπαδεύονται από γενιά σε γενιά. Ολόκληρο το νεώκοπο έτος είναι αφιερωμένο σε αυτόν.
Χθες το πρωί, ένα αυτοκίνητο παρέσυρε και σκότωσε τη Γιάννα. Αχάραγο. Σε κάποια άσφαλτο της πόλης. Βάδιζε με σκυμένο κεφάλι. Πρωινή παγωνιά. Περνούσε το δρόμο κοιτάζοντας να δει αν ερχόταν το λεωφορείο που θα την έφερνε στη δουλειά. Η Γιάννα συμμετείχε γράφοντας βιβλιοκριτικές σε μπλογκ της πόλης της. Κάποια στιγμή κάποιος θα διαβάσει ένα κάποιο κείμενό της. Στο διηνεκές του χρόνου μόνο η οικογένειά της θα τη θυμάται και ίσως να αντέχει να διαβάζει αυτά που έγραψε.

Δευτέρα 31 Δεκεμβρίου 2012

Αποχαιρετισμοί


Να αποχαιρετήσω ή ν’ αγκαλιάσω; Η χρονιά αποχωρεί με διλήμματα.  Για την καινούρια βλέπουμε.

Μα πώς να μην αποχαιρετήσω το φίλο μας τον Αποστόλη; Πώς να μην χαιρετήσω το θείο που λαχταρούσε ένα κοριτσάκι κι όταν ήμουν πιτσιρίκα σκάρωνε για ώρες κοτσιδάκια στα μαλλιά μου; Και μην κοιτάς που τώρα τα ισιώνω, τότε ήταν ολόσγουρα κι αυτά δεν ήταν κοτσιδάκια, κερατάκια ήταν, όπως άλλωστε ταίριαζαν στο διαολάκι που ήμουν και διακαώς αγωνίζομαι να παραμείνω. Πήξαμε στους αποχαιρετισμούς αγαπημένων μπαμπάδων, αγαπημένων μουσικών, καλλιτεχνών –κάτι σαν γονείς, σαν φίλοι κι αυτοί. Λες και στριμώχτηκαν τόσοι καλοί στην έξοδο. Λες και δεν θέλανε να μοιραστούν μαζί μας το βάρος της χρονιάς που έφευγε ή την ντροπή της επόμενης.

Σε αποχαιρετιστήριο εξελίχθηκε το ποστάκι. Αποφάσισε μόνο του καθ’ οδόν. Άλλη μια απόδειξη πως για να πάρεις αποφάσεις –σωστές ή λάθος, δεν έχει τόση σημασία, όλα έτσι κι αλλιώς κοιτάνε κι απ’ τις δυο πλευρές- πρέπει να ξεκινήσεις. Πρέπει να βγεις στην οδό, στο δρόμο.
Καλά ξεκινήματα λοιπόν.

Τετάρτη 26 Σεπτεμβρίου 2012

Όλα βιαστικά


Μπαμπά...μπαμπά...μπαμπααά...μ'ακούς;
μ'ακούς εκεί κάτω;
ουφ έφτασα...να σου πω ένα γεια...πώς είσαι;
βιάζομαι όμως...είναι τόσα τα πράγματα...κι εγώ πάλι βιάζομαι...
πάντα βιαζόμουν όταν ερχόμουν να σας δω...
ξέρεις, η καθημερινότητα...το χρέος...κι η ευχαρίστηση που το εκπλήρωνα...
να ελέγξω τους λογαριασμούς που πλήθαιναν
να δω τη γαρδένια που άνοιξε
να φτιάξω τα κανάλια στην τηλεόραση
να ρυθμίσω την ώρα στο κινητό σου
κάποια ηλεκτρονική συσκευή που αποσυντονίστηκε...
μικρές-μικρές αγγαρείες για τις οποίες καμιά φορά βαρυγγωμούσα, γιατί μου έκλεβαν από την ώρα που αφιέρωνα για να σας δω και να τα λέμε, το χρόνο, τον μετρημένο, τον βδομαδιάτικο ..
και μετά, να μην ξεχάσω να πάρω όσα μου επιδιόρθωσες
να πάρω κι ένα πεπόνι ωραίο που μου αγόρασες
ό,τι σου ζητούσα-μερικές φορές κι επίτηδες φυσικά-το ήξερες, αλλά δεν έλεγες τίποτε, την επομένη φορά το είχες διεκπεραιώσει, αψόγως, όπως πάντα...καμιά φορά έκανες και λάθος, όσο βάραινε ο χρόνος και σου καρφώνονταν αλλόκοτες οι σκέψεις στο μυαλό, και σου 'βαζα τις φωνές, σαν τη μάνα μου κι εγώ...
αλλά κι εσύ βιαζόσουν τώρα πια...όλο και περισσότερο βιαζόσουν τελευταία, να προλάβεις να τα διεκπεραιώσεις όλα...κι εσύ βιάστηκες...πριν προλάβω να γυρίσω...δεν με περίμενες...έχασα μια αγκαλίτσα κι ένα φιλάκι στο μάγουλο...μα περισσότερο έχασα την ασπίδα μου...αυτή που με έκανε αδιάτρητη στα μάτια του κόσμου...ξέρω, μου το είπαν κι όλοι, η σκέψη σου θα με συντροφεύει, έτσι θέλω κι εγώ, κι από παιδί ξέρω ότι κανείς δεν μπορεί να με εμποδίσει να κάνω αυτό που θέλω...αυτό το πήρα από σένα, γιαυτό και σέβομαι την επιλογή σου, να πιέσεις τα πράγματα, να φύγεις ξαφνικά και γρήγορα, όρθιος και ανεξάρτητος, βιαζόσουν, δεν το κατάλαβες, αλλά και πάλι, κι αν την τελευταία στιγμή το μετάνιωσες;

Δευτέρα 24 Σεπτεμβρίου 2012

Με αφορμή το θάνατο

Γιατί όταν κάποιος πεθαίνει, λέμε έφυγε, πέταξε, κοιμήθηκε; Λες και περιμένουμε να γυρίσει, να προσγειωθεί, να ξυπνήσει; Δεν θέλουμε να παραδεχτούμε τον αποχωρισμό. Δεν αντέχουν τα χείλη να σχηματίσουν τη λέξη. Τους αγαπημένους τους θέλουμε εδώ. Αν οι ψυχές φορούσαν πέπλα, θα τα είχαμε κουρελιάσει απ' το γάντζωμα.
Το σκεφτόμουν με αφορμή δυο πρόσφατες απώλειες. Και δεν σχηματιζόταν το άτιμο το ρήμα. Το οριστικό, που δεν παίρνει από λόγια, από παρακάλια, από ευχές, από προετοιμασία.
Πέθανε.
Και είναι πάντα ξαφνικό. Κι είμαστε μονίμως απροετοίμαστοι. Όσο και να χαζολογούμε, όσο και να φιλοσοφούμε, ο θάνατος μας τρακάρει μετωπικά και χωρίς ζώνη ασφαλείας. Θάνατος, ο απογυμνωτής (υπάρχει τέτοια λέξη;). Δεν σου αφήνει τίποτα. Ίσως μόνο την αγάπη. Ίσως τη μόνη μας άμυνα.
Τουλάχιστον ο Αποστόλης αγάπησε τη Μαρία. Φαντάσου όμως, πόσο αγάπησε η Μαρία τον Αποστόλη. Φαντάσου εκεί άμυνα.

Τρίτη 4 Σεπτεμβρίου 2012

Ashes to ashes

     -          Κωστούλη, πάω για μπάνιο. Θα έρθεις να μου τρίψεις την πλάτη;
    -          Μα βέβαια! Φώναξε με.
Κι η θεία μου τον φώναζε. Κι εκείνος έτρεχε. Συνομήλικοι πενηντάρηδες ήταν τότε. Με φιλοξενούσαν στο σπιτικό τους στην Αγγλία.  Ήμουν πιτσιρίκα  και έβλεπα μια γυναίκα αξιολάτρευτη. Αποκλείεται να μην την αγαπούσες. Η θεία είναι απ’ τους ανθρώπους που σε διαβάζουν με μια πονηρή τσακίρικη ματιά. Κανένας λόγος να μην είσαι αληθινή μαζί της. Σκέτη ξεκούραση.
     -          Αν πεθάνεις  πρώτη, θ’ αυτοκτονήσω. Για ποιο λόγο να συνεχίσω να ζω χωρίς εσένα, της έλεγε.
Να μια δήλωση που δεν θα χρειαστεί να δοκιμαστεί. Ο θείος πέθανε σήμερα το πρωί. Κατάκοιτος τα τελευταία χρόνια. Μωρό αφημένο στα χέρια της. Κάθε τόσο μπαινόβγαινε στα πανάκριβα αγγλικά νοσοκομεία, μα μόλις πριν τρεις μέρες, ο πονόκοιλος διαγνώστηκε ως καρκίνος στα έντερα.  Στο ύστατο στάδιο. Α, ναι. Οι κάτοικοι της γηραιάς Αλβιόνας δεν έχουν σε τόση εκτίμηση το βρετανικό σύστημα υγείας.
Σήμερα τ’ απόγευμα έλαβα αυτό το SΜS που με λίγα λόγια συνόψιζε το θλιβερό μαντάτο.  Στο τηλέφωνο ήταν πιο αναλυτική «Να ‘ναι καλά η μορφίνη. Πέθανε σαν σπουργίτι. Του τραγούδαγα ένα σκοπό απ’ τα νιάτα μας κι είχε σκάσει στα γέλια με τη φωνή που έχω.»
Της είπα πόσο την αγαπάω. «Κι εγώ σε λατρεύω κοριτσάκι. Απ’ τη στιγμή που γεννήθηκες. Κι ας ήσουν σε άλλη χώρα. Κι ας έκανα χρόνια να σε δω. Ήξερα πως μου μοιάζεις.»
Να, κάτι τέτοια σου λέει στα ίσα. Χωρίς κλάματα. Με γέλια μου περιέγραψε τα σχέδια της για την αποτέφρωση.  Γιατί τα σιχαίνεται τα σκουλήκια. Κι εκείνη με τη δική του θα ενώσει τη στάχτη της και θα ζητήσει να τους σκορπίσουν στη Μεσόγειο. Δεν έμαθε ποτέ κολύμπι, αλλά σκοπεύει –μια μέρα- να μάθει για τα καλά. Μόνο μην ξεχάσουν να της φορέσουν το μαντήλι το ασορτί με το φόρεμα. Μια ζωή κοκέτα.

(Ήσουν πολύ τυχερός θείε μου)

Σάββατο 12 Φεβρουαρίου 2011

Memento mori - Οι θάνατοι των άλλων

 Για δεύτερη φορά αντιμετωπίζω το φαινόμενο των τριών κηδειών στη σειρά. Δεδομένου ότι οι γονείς μου είναι υπερήλικες μια-δυο φορές τη βδομάδα μου ανακοινώνεται ένας θάνατος από το συγγενικό, φιλικό ή ευρύτερα κοινωνικό περιβάλλον. Κατά πολύ περίεργο τρόπο-τις τελευταίες χρονιές κατά διαβολική σύμπτωση οι θάνατοι να πυκνώνουν το μήνα Φεβρουάριο… Ίσως πάλι αυτό να μου εντυπώνεται βαθύτερα καθώς είναι ο μήνας που έχω γεννηθεί. Εντελώς μεταφυσικά, σε κάθε θάνατο θα πρέπει να αντιστοιχεί μια γέννηση. Οι συμπτώσεις της ζωής σε εγκαλούν σε σκέψεις. Πέρα από το αναπόδραστο του γεγονότος, ο τελικός αποχωρισμός σε αναστατώνει, σε καθίζει κάτω και δεν ξεκολλά από το μυαλό σου μέχρι να κάνεις ένα νοητικό βηματάκι. Βλέπεις τις σκιές μέσα στο σπίτι με άλλο μάτι, βάζεις περισσότερο χιούμορ στις καταστάσεις της καθημερινότητας, δεν δίνεις σημασία σε μικροπράγματα, περνά από το μυαλό σου-με βαρύτητα αντίστροφα ανάλογη με την ηλικία σου, πως θα είναι το δικό σου τέλος. Κυρίως όμως αγαπάς περισσότερο τους γύρω σου. Έρχεσαι κοντά με τους συγγενείς και φίλους, μοιράζεσαι τον πόνο σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να τον απαλύνεις.

Σε κάθε τρεις θανάτους ηλικιωμένων μετρώ όμως και έναν θάνατο νέου ανθρώπου, φίλου, κάποιου που μέχρι πρότινος μοιραζόμασταν πράγματα, λόγια, έγνοιες. Κάποιοι από αυτούς στην κυριολεξία βιώνουν το θάνατό τους. Κι όσο και να έχεις συμφιλιωθεί με την ιδέα του αναπόφευκτου-ανάλογα με την εμπλοκή σου-αναπαράγεις τις στιγμές που πέρασες μαζί τους, τα λόγια που είπες ή που δεν πρόλαβες να πεις, την αγωνία στο νοσοκομείο, την ελπίδα στην οποία γραπώθηκες με την παραμικρή ένδειξη καλυτέρευσης, την τελευταία από αυτούς ανάμνηση.  Η παραδοξολογία, ότι αυτόν που αγαπούν οι θεοί τον παίρνουν νέο*, φτάνει να σε παρηγορήσει μόνο προς στιγμήν, ενώ πολύ πειστικότερο επιχείρημα θα ήταν ότι κάποιες φορές, ο μόνος τρόπος για να κερδίσεις, είναι απλά να παραδοθείς.

Οι περισσότεροι νοιώθουν ότι έφτασε η στιγμή και αφήνονται, είτε λόγω αδυναμίας να το παλέψουν είτε από συναίσθηση ευθύνης, ενοχών απέναντι στους δικούς τους. Εσύ όμως, της πορείας προδιαγραμμένης, πάντα ελπίζεις για τον άνθρωπό σου. Και στο τέλος πάντοτε σου μένει ένα σημάδι, ένα κομμάτι από τις τελευταίες στιγμές του αγαπημένου σου που παίρνεις μαζί σου για πάντα. Ένα βλέμμα ευγνωμοσύνης, ένας αναστεναγμός, μια ανεπαίσθητη χειρονομία που τρυπώνει στα βάθη της ψυχής σου.

Δεν συμβαίνει το ίδιο με τον ξαφνικό θάνατο. Το αίμα που στραγγίζει από το πρόσωπο, η σαστισμάρα, το τρέμουλο, το ανακάτεμα στα σωθικά, όταν το μαθαίνεις, αποτυπώνονται ανεξίτηλα στο είναι σου. Ακόμη και τότε θα το ξεπεράσεις, πείθοντας εύκολα τον εαυτό σου πως «είναι το απροσδόκητο που κάνει τη ζωή δυνατή»**. Όταν όμως ο ξαφνικός θάνατος είναι και βίαιος, σου αφήνει αναπάντητα ερωτηματικά, που σε συνοδεύουν και σε βαραίνουν μέχρι το δικό σου τέλος· που σε στοιχειώνουν και επανέρχονται ζητώντας σου να τα αντιμετωπίσεις, σαν αυτά που διαπραγματεύτηκε, ως υπερήλικας επαγγελματίας, ο Ίστγουντ, στο πρόσφατο HEREAFTER.

«Να πεθάνω όρθιος», είναι η καλύτερη ευχή που εύκολα ανατρέπεται, καθώς στις μεγάλες ηλικίες υπερισχύει το εντελώς κοινώς λεγόμενο. Σαν η φύση να μας υπενθυμίζει την ταπεινή προέλευσή μας. Χους εί και εις χουν απελεύσει. Και εσύ, πιστεύοντας ότι έχεις επιλογή συνήθως καταλήγεις σε κάτι αυτάρεσκο ή εγωιστικό, όπως την πεποίθηση ότι θα αντιμετωπίσεις το θάνατο με κουράγιο και με αξιοπρέπεια. Όταν μπορείς, ανατρέχεις στον έρωτα. Γιατί ο έρωτας είναι συμπαντικός, όπως και ο θάνατος. Γιατί οι εραστές πιστεύουν ότι ο έρωτάς τους θα κρατήσει αιώνια, όπως και ο θάνατος. «Αν είναι να πεθάνω καλύτερα να πεθάνω για έναν αξιομνημόνευτο λόγο, ας είναι και από έρωτα». Παραβλέποντας το γεγονός ότι ο θάνατος είναι ο μόνος που δεν μπορείς να ξεγελάσεις. Mors ultima ratio.***

* Ον γαρ οι Θεοί φιλούσιν, αποθνήσκει νέος. Μένανδρος,  4ος π.Χ.
** Ού δυνατόν γένεσθαι λώστ’ον ανθρώπωι πεδέχην δ’αράσθαι τ’εξ αδοκήτω Σαπφώ, 7ος π.Χ.
***Mors ultima ratio = μτφρ: ο θάνατος έχει τον τελευταίο λόγο.