Δευτέρα 24 Σεπτεμβρίου 2012

Με αφορμή το θάνατο

Γιατί όταν κάποιος πεθαίνει, λέμε έφυγε, πέταξε, κοιμήθηκε; Λες και περιμένουμε να γυρίσει, να προσγειωθεί, να ξυπνήσει; Δεν θέλουμε να παραδεχτούμε τον αποχωρισμό. Δεν αντέχουν τα χείλη να σχηματίσουν τη λέξη. Τους αγαπημένους τους θέλουμε εδώ. Αν οι ψυχές φορούσαν πέπλα, θα τα είχαμε κουρελιάσει απ' το γάντζωμα.
Το σκεφτόμουν με αφορμή δυο πρόσφατες απώλειες. Και δεν σχηματιζόταν το άτιμο το ρήμα. Το οριστικό, που δεν παίρνει από λόγια, από παρακάλια, από ευχές, από προετοιμασία.
Πέθανε.
Και είναι πάντα ξαφνικό. Κι είμαστε μονίμως απροετοίμαστοι. Όσο και να χαζολογούμε, όσο και να φιλοσοφούμε, ο θάνατος μας τρακάρει μετωπικά και χωρίς ζώνη ασφαλείας. Θάνατος, ο απογυμνωτής (υπάρχει τέτοια λέξη;). Δεν σου αφήνει τίποτα. Ίσως μόνο την αγάπη. Ίσως τη μόνη μας άμυνα.
Τουλάχιστον ο Αποστόλης αγάπησε τη Μαρία. Φαντάσου όμως, πόσο αγάπησε η Μαρία τον Αποστόλη. Φαντάσου εκεί άμυνα.

Παρασκευή 21 Σεπτεμβρίου 2012

Μια άλλη εκπαίδευση. Μια άλλη ζωή

Αυτό το βίντεο για την αλλαγή στη φιλοσοφία της εκπαίδευσης, το είχα δει και παλιότερα.
Καταγγέλλει τη νοοτροπία που αντιμετωπίζει τα μικρά μας σαν φουρνιές παραγωγής –ανάλογα με την  ηλικία και όχι την ιδιαιτερότητα του καθενός- που διδάσκει βαρετά μαθήματα και μετά φαρμακώνει τα παιδιά για να τα θεραπεύσει απ΄ τη βαρεμάρα τους. Παραλαμβάνει ιδιοφυίες (ναι ιδιοφυίες) και τις μετατρέπει σε ζόμπι, εργάτες της παλιάς και μακαρίτισσας πλέον βιομηχανικής επανάστασης.
Το είχα δει πριν η κρίση καταπιεί και το τελευταίο ραβασάκι απ’ το χάσκον κουτί της Πανδώρας. Τότε που η ελπίδα αποτελούσε επιτρεπτή απόκλιση. Μου είχε θυμίσει το σύστημα Μοντεσόρι.  Όχι και τόσο πρωτότυπο μεν, μη εφαρμοσμένο σε ευρεία κλίμακα δε.
Το ξαναείδα σήμερα και σκεφτόμουν τις ελλείψεις σε καθηγητές, βιβλία, διάθεση στα δημόσια σχολεία. Την κατάρρευση ακόμα και της καταγγελλόμενης, παραδοσιακής εκπαίδευσης. Έπιασα τον εαυτό μου να νοσταλγεί τις τυποποιημένες ημιάχρηστες ώρες  της παλιάς διδασκαλίας των χασμουρητών και των βλεμμάτων πέρα απ’ το παράθυρο. Απ’ τ’ ολότελα… Και μετά τσαντίστηκα. Γιατί κατάντησα ν’ αποζητώ την προηγούμενη αρρώστια, αντί να ελπίζω και να διεκδικώ την υγεία.
Θα ξαναδώ το βίντεο. Αν θέλετε, παρακολουθείστε το κι εσείς.

Σάββατο 15 Σεπτεμβρίου 2012

Στο μεταξύ η Ελλάδα ταξιδεύει...


Στους εθνικούς σου δρόμους/
λάστιχα σκασμένα και ζώα σκοτωμένα
Στου κράτους σου τους νόμους
όνειρα κλεμμένα, χαρτιά σημαδεμένα/.../
Πού'ναι το φως σου το κρυμμένο,
αυτό που χρόνια περιμένω;/
Εσύ που λες πως δεν πεθαίνεις.

Σεπτέμβρης, μήνας εσωστρεφής και μελαγχολικός. Κατ'ανάγκη τώρα πια. Ο επικήδειος των αναβολών. Μήνας εξελίξεων και οργάνωσης. Και αυτοί οργανώνονται. Πρέπει να κάνουν εντύπωση. Είναι οι πρώτες εικόνες που θα αντικρίσει ο αστός επιστρέφοντας στην καθημερινότητά του, αφήνοντας το θερμό, χαλαρό, ελληνικό καλοκαίρι ξοπίσω του.

ΕμπρησμόςΚουρείου ΜαχαίρωμαΤαξιτζή ΔολοφονίαΆνεργου ΞυλοδαρμόςΆστεγου ΣπάσιμοΠάγκουΛαϊκής ΚυνηγητόΚαθαριστήΠαρμπρίζ.

Και εμφανίζονται οι ακραιφνείς ψιθυριστές, οι όψιμοι λαθρακουστές, οι των πάντων χειροκροτητές, οι υποβολιμαίοι υποβολείς. Που τσουβαλιάζουν την ήρα με τα στάχυα. Που επαναλαμβάνουν τις αποτρόπαιες πράξεις στο διηνεκές. Και εκτός της προπαγανδιστικής επανάληψης, αρχίζουν να αντιπαραβάλλουν. Σε κάθε προμελετημένη επίθεση μία ακατανόμαστη βιαιότητα της άλλης πλευράς. 
“Τάγματα εφόδου”.Τάγματα ασφαλείας-κατ'ευφημισμό πάντα. Διακρινόμαστε για τους ευφημισμούς μας ως λαός. Είμαστε έθνος ανάδελφο, αλλά προπάντων πολιτισμένο. Έτσι πιστεύουμε και έτσι προσπαθούν να μας διδάξουν-στα σχολεία, που όπως πάντα, για άλλη μια χρονιά ξεκίνησαν με τις γνωστές ελλείψεις, το ίδιο αυτόν το μήνα. Μέσα στην πίκρα και τη μισαλλοδοξία.
Τα ακούς από μακριά. Τα διαβάζεις με γράμματα που ολοένα μικραίνουν και χάνονται, πνίγονται μέσα στο σιφόνι, κάτω από το νερό που το ξεχνάς και το αφήνεις να τρέχει..Και τριγυρίζεις στη μεγάλη πόλη που αντί για χωνευτήρι πολιτισμών, κατάντησε χωνευτήρι μαύρου κρέατος και σκουρόχρωμου δέρματος. Μυρίζει ψοφίμι και σαπίλα. Βρίθει από κουτιά μετακομίσεων και υπαίθριων αποθετών. Ξύλινα κιβώτια ενθυμημάτων και ντάνες ληγμένων προϊόντων.
Κοίτα πώς κατάντησε, να κοιμάται στο παγκάκι, τι ντροπή, θέ μου, μπροστά στα μάτια των σκυλιών μου, εκεί ακριβώς που βγαίνουν βόλτα.

Τρίτη 11 Σεπτεμβρίου 2012

Δεν θέλω να πάω σχολείο

Οι εφιάλτες μου έχουν να κάνουν με σχολικές εξετάσεις. Ή που θα γράφω διαγώνισμα αδιάβαστη ή που θα έχω βρεθεί σε αίθουσα μεταξύ αγνώστων ή που θα έχω καθυστερήσει κι όλο θα τρέχω και δεν θα φτάνω. Τόσα χρόνια μετά το λύκειο, με λες και τυχερή που ότι χειρότερο καταγράφηκε στο υποσυνείδητο έχει να κάνει με το άγχος των μαθημάτων της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Και ήμουν και πολύ καλή μαθήτρια, όχι άριστη γιατί βαριόμουν να διαβάζω τα πάντα, αλλά με λαμπρές επιδόσεις σε ότι αγαπούσα. Αλλά ο εφιάλτης, εφιάλτης.
Θα πρέπει να μεταδίδω φρικτούς αρνητισμούς στα παιδιά μου, όσο κι αν προσπαθώ να παραστήσω την άνετη. Χτυπάει σήμερα το ξυπνητήρι μαζί με τα δόντια μου. Λες και τηλεμεταφέρθηκα στη Σιβηρία κι ενώ έτοιμη είμαι να φωνάξω «Δεν θέλω να πάω σχολείο», φοράω το κυριακάτικο χαμόγελο κι ετοιμάζω πρωινό με ευχές.

Παρασκευή 7 Σεπτεμβρίου 2012

Ιερό και Όσιο (δεν έχω;)

Φωτογραφία του Λεωνίδα με την παλιά μηχανή
 Ναι, ξέρω. Οι διακοπές πάνε στο καλό και τώρα μόνο καλά δεν αντικρίζουμε. Άρα; Ή βλέπουμε πώς θ’ αντιμετωπίσουμε όσα έρχονται ή, τι;
Δηλώνω, πως δεν ξέρω πώς θα πολεμήσω. Ίσως και να ‘χω κάποιες ιδέες, αλλά δεν θα σας αρέσουν. Ούτε κι εμένα μ’ αρέσουν. Γι αυτό λέω να κοιτάξω προς τα πίσω. Σαν τις γριές. Για να μην βρεθούν φάτσα με το θάνατο, θυμούνται τα παλιά. Κι εγώ εκεί  γυρνάω. Μπορεί και να πάρω δύναμη. Κι οι γριές το ίδιο θα νομίζουν.
Πίσω στο νησί λοιπόν. Που είναι διάσημο για το στραβό το λόγο. Στραβός είναι για μένα τη στραβή. Για τους προσκυνητές της Παναγίας, μια χαρά λόγος είναι.
Βέβαια, αν το νησί ήταν διάσημο για τις ξερολιθιές και για τις πεζούλες και τις παραλίες και  για τα πενηντατόσα χωριά-πρότυπα σεβασμού στην κυκλαδίτικη παράδοση και για τους περιστερεώνες   και για την τέχνη του και για τους τεχνίτες του και για τον αέρα του και για τα βότανα και για τ’ αρώματα και για τα γλυκά και το κλίμα και τη δροσιά του, τότε θα ήταν Μύκονος στη θέση της Μυκόνου και δεν θα χτυποκαρδούσα από έρωτα βαρύ, κάθε φορά που διακρίνω απ’ το πλοίο τη μυτερή του άκρη, εκεί δα όπου τελειώνει η Άνδρος.
(Σταθμός. Ανάσα. Αυτή πρέπει να ήταν η μεγαλύτερη πρόταση που έχω γράψει στο βλογ.)