Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πίστη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πίστη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 7 Ιανουαρίου 2014

Το φτερό του ελέφαντα


Κι εκεί που έβλεπα τους βουτηχτές για το σταυρό και τις ουρές των συνωστισμένων γιαγιάδων στον αγιασμό, θυμήθηκα τον Ντάμπο. Είναι δυο σκηνές απ’ την ταινία  που έχουν καταγραφεί στην προσωπική μου κινηματογραφική ανθολογία :
Στην πρώτη, οι ροζ ελέφαντες παρελαύνουν στο μεθύσι του αποσυνάγωγου Ντάμπο και  ένας απελευθερωτικός σουρεαλισμός εκρήγνυται στα μούτρα μιας εγκληματικά συντηρητικής Αμερικής. Η σκηνή αυτή δεν έχει πολύ σχέση με το θέμα του ποστ, αλλά είναι αριστουργηματική έτσι κι αλλιώς.
Η δεύτερη σκηνή είναι εκείνη της πτήσης. Ο ελέφαντας έχει κολλητό έναν πόντικα. Έναν άλλο απόκληρο του τσίρκου που δεν έχει πει την τελευταία λέξη. Με ένα τρυκ, βαφτίζει ένα διερχόμενο φτερό, μαγικό-τυχερό-ιερό και κάνει το παχύδερμο  να πετάξει. Το φτερό είναι η πίστη, δηλαδή το υποκατάστατο της αυτοπεποίθησης. Ο Ντάμπο πετούσε κι από μόνος του, αλλά του ήταν αδύνατο να εμπιστευθεί τις δυνάμεις του. Οι πάντες –πλην του πόντικα- τον αποθάρρυναν. Όπως, καλή ώρα εδώ, κάτι τύποι που γκρεμίζουν τις ουτοπίες και ρωτούν επίμονα: πες μου τι προτείνεις;

Σκεφτόμουν πόσο πολύ αναζητούμε ένα φτερό.  Κάποιοι από μας –πολλοί- είναι πρόθυμοι να ποδοπατήσουν το διπλανό τους για να τ’ αποκτήσουν. Μα με το άγγιγμα ενός σταυρού πεταμένου στα παγωμένα νερά, μα σε μια γουλιά αγιασμού, μα στο φλουρί της πίτας, μα στο συμβολικό κέρδος των χαρτιών. Ο ανταγωνισμός στην πίστη είναι παντού ολόγυρα. Και δεν χρειάζεται να ψάξει κανείς τη συγγένεια του χριστιανισμού με τον ανταγωνισμό. Δεν υπάρχει παρά στην παραμορφωμένη εκκλησιαστική παράδοση. Να σταθώ τυχερός εγώ. Για σένα δεν με νοιάζει.  Αναζητούμε ένα γούρι μπας και πετάξουμε. Το ερώτημα είναι:  όταν πατάμε τον διπλανό μας, έχουμε την ικανότητα ν’ απογειωθούμε; Και αν την έχουμε, πόσο αξίζει μια μοναχική πτήση;

Παρασκευή 7 Σεπτεμβρίου 2012

Ιερό και Όσιο (δεν έχω;)

Φωτογραφία του Λεωνίδα με την παλιά μηχανή
 Ναι, ξέρω. Οι διακοπές πάνε στο καλό και τώρα μόνο καλά δεν αντικρίζουμε. Άρα; Ή βλέπουμε πώς θ’ αντιμετωπίσουμε όσα έρχονται ή, τι;
Δηλώνω, πως δεν ξέρω πώς θα πολεμήσω. Ίσως και να ‘χω κάποιες ιδέες, αλλά δεν θα σας αρέσουν. Ούτε κι εμένα μ’ αρέσουν. Γι αυτό λέω να κοιτάξω προς τα πίσω. Σαν τις γριές. Για να μην βρεθούν φάτσα με το θάνατο, θυμούνται τα παλιά. Κι εγώ εκεί  γυρνάω. Μπορεί και να πάρω δύναμη. Κι οι γριές το ίδιο θα νομίζουν.
Πίσω στο νησί λοιπόν. Που είναι διάσημο για το στραβό το λόγο. Στραβός είναι για μένα τη στραβή. Για τους προσκυνητές της Παναγίας, μια χαρά λόγος είναι.
Βέβαια, αν το νησί ήταν διάσημο για τις ξερολιθιές και για τις πεζούλες και τις παραλίες και  για τα πενηντατόσα χωριά-πρότυπα σεβασμού στην κυκλαδίτικη παράδοση και για τους περιστερεώνες   και για την τέχνη του και για τους τεχνίτες του και για τον αέρα του και για τα βότανα και για τ’ αρώματα και για τα γλυκά και το κλίμα και τη δροσιά του, τότε θα ήταν Μύκονος στη θέση της Μυκόνου και δεν θα χτυποκαρδούσα από έρωτα βαρύ, κάθε φορά που διακρίνω απ’ το πλοίο τη μυτερή του άκρη, εκεί δα όπου τελειώνει η Άνδρος.
(Σταθμός. Ανάσα. Αυτή πρέπει να ήταν η μεγαλύτερη πρόταση που έχω γράψει στο βλογ.)