Πέμπτη, 30 Μαΐου 2013

Χρονοκάψουλα

Δεν  φιλοσοφώ. Μόνο παρατηρώ.
Μου φαίνεται πιο άσπρη σήμερα. Αν και τα μαλλιά της είναι χρόνια έτσι, το δέρμα της δείχνει κι αυτό πάλλευκο. Μέχρι κι οι πανάδες ξεθωριάσανε. Τα γαλάζια μάτια σχεδόν δεν ξεχωρίζουν πια απ’ τα’ ασπράδι. Κι έτσι ολόλευκη κι ομοιόμορφη, τόσο διαφορετική απ’ την πολύχρωμη μητέρα που θυμάμαι, μοιάζει για λίγο, για μια στιγμούλα, πανέμορφη κι αερική. Λεία κι αγγελική.
Με κοιτάει κι εκείνη όπως κι εγώ; Με συγκίνηση; Για ένα τόσο δα κομματάκι χρόνου έτσι νομίζω κι ύστερα με απορία νηπίου ρωτάει:

-Είσαι λίγο μικρότερη από μένα εσύ, ε; 6 μήνες; 7; Τι; Περισσότερο;
-Περισσότερο.
-Δηλαδή πόσο;
-Πόσο λες;
-8 μήνες;

Κοίτα τώρα κάτι χρονοταξίδια που κάνει ο νους. Scotty, beam me up!
 Ο γιος μου είναι πρωτάκι κι έχει καρφώσει αυτά τα τεράστια μάτια στο πρόσωπο και ψάχνει.

-Μαμά, πόσο χρονών είσαι;
-Πόσο με κάνεις;
-Ε, είσαι μεγάλη εσύ...
-Πόσο μεγάλη;
-Ε, είσαι ….πάνω από 12;
- Ναι.
-13;
-Παραπάνω.
-14!
-Ανέβαινε.
-15; Είσαι 15!
-Πιο πολύ.
-Πιο πολύ;; 16;
Μετράγαμε έτσι ένα-ένα τα χρόνια και στα 19 βαρέθηκα. Του είπα ναι. Στο επόμενο πάρτυ οι μαμάδες των συμμαθητών με ρωτούσαν γιατί είπα στο παιδί ότι είμαι μόνο 19, με αποτέλεσμα οι γιοι τους να τις λένε γριές.

Κι άμα το καλοσκεφτείς, οι δυο κουβέντες είναι ολόιδιες. Μόνο που τη μια την κοιτάς καθώς φεύγεις και την άλλη καθώς έρχεσαι, αλλά στη συνάντησή τους δεν υπάρχει παρά ένα χαμόγελο. Τώρα αν είναι κεράσι ή πικραμύγδαλο, μικρή διαφορά έχει. Και τα δυο μια κοινή γλύκα την έχουνε.
Ξεχάστηκα, ενώ είπα να μην φιλοσοφήσω, αλλά ξέρετε τι λένε για το χούι.

Τετάρτη, 29 Μαΐου 2013

Jeux sociaux*



Καμιά φορά συναντιόμαστε κι εκτός του φατσοβιβλίου. Κάποια Παρασκευή, κάποιο Σαββατόβραδο, γιορτάζουμε, πανηγυρίζουμε και ξαναγινόμαστε παιδιά. Είναι από εκείνες τις φορές που το καλό φαγί και το ποτί μας συντρέχουν.

Ας παίξουμε ένα παιχνίδι. Όλοι μαζί. Ας αφήσουμε όλα αυτά τα ψεύτικα που χτίζουν οι άλλοι γύρω μας και ας γίνουμε ειλικρινείς. Το παιχνίδι συναινεί, αλήθεια ή ψέματα. Ένας βγαίνει έξω κι οι υπόλοιποι επινοούμε μια ιστορία. Στόχος σου να την εκμαιεύσεις υποβάλλοντας ερωτήσεις και δεχόμενος μονολεκτικές απαντήσεις: ΝΑΙ ή ΟΧΙ. Στην αναπαραγωγή της, η τελική ιστορία έχει πλάκα. Στη διαδικασία το παιχνίδι γίνεται αστείο. Κι εμείς έχουμε ανάγκη το γέλιο. Σε οποιαδήποτε μορφή-με οποιοδήποτε κόστος.

Δευτέρα, 27 Μαΐου 2013

Πιλάτε μου!

Σήμερα το πρωί στο λεωφορείο για τη δουλειά, καθώς λαγοκοιμόμουν (ναι ξέρω. Μόνο εγώ κι ο λαγός το παθαίνουμε αυτό), κάποιοι συζητούσαν για ψαρέματα. Άκουγα για δίχτυα και βάρκες και κουπιά. Για χαρές και κωλοχτύπες που μοιάζουνε σαν τις βαριές γυναίκες αυτές που φτιάχνουν με τα χέρια τους αγγέλους. Δική τους η παρωμοίωση και δεν σας λέω τι ψηφίζουν. Κι ενώ μιλούσαν, σαν να με χτύπησε τ’ αεράκι, σαν να μου ‘ρθαν κάτι σταγόνες από κουπιά βυθισμένα στο κύμα. Στο κύμα όπου θα ‘θελα κι εμένα να πετάγανε κι ας πάγωνα κι ας μου κοβόντανε η ανάσα. Θα ‘χα ν ‘αναπνεύσω μετά.
Άντε να  μην ονειρευτείς ψάρια. Λαχτάρα σημαίνουν, έλεγε η μητέρα. Ναι. Σιγά μην περίμενα τη μουρμούρα να μου μουρμουρίσει τα νέα, που τη λες και λιγόλογο πλάσμα.
Κι επειδή θέλω χιλιόμετρα και χιλιόμετρα να φτάσω στο γραφείο, δώστου να ονειρεύομαι καράβια. Στη μέση του πελάγου να φυσάει, να κουνάει κι εγώ να βλέπω το νησί να μακραίνει,  να μικραίνει αντί να πλησιάζει. Ν’ αναρωτιέμαι τι σισύφειο, τι ανάποδο ταξίδι είναι τούτο; Λες και δεν ξέρω γιατί φεύγει η στεριά. Λες και δεν ξέρει ο ύπνος καλύτερα.
Ένα περίεργο πράγμα όμως. Μόλις φτάνω, εμφανίζεται ο καλός συνάδερφος και μου ανακοινώνει ότι επιτέλους η εταιρεία βρήκε λεφτά για σαπούνι. Για σκοινί κουβέντα. Έτσι τώρα, στις τουαλέτες μπορούμε να πλένουμε τα χέρια μας με μοσχοσάπουνο ίδιο μ’ αυτό του Σούπερ Φέρυ. Και κοίτα τον που μιλάει, φέρνει τις παλάμες κολλητά στο πρόσωπο, ανασαίνει βαθιά, γαληνεύει, κλείνει τα μάτια και χαμογελάει.
Ας νίψουμε λοιπόν τα χέρια μας.
(Γλυκιέ μου Πόντιε, πόσο μ' αρέσεις κι ας ήσουν χλιαρούλης.)

Παρασκευή, 24 Μαΐου 2013

Πρότζεκτ: Ψυττάλεια ή Ψυτάλλεια ή Psytalia


Έχω καλομάθει στις ιδιοκατασκευές. Στα δημιουργικά ξεσπάσματα που διυλίζουν τους καφέ φακέλους και τα γκρίζα μας γραφεία. Έχω συνηθίσει στη γλύκα της προσωπικής αφιέρωσης. Δεν πιστεύω σε όσους ο χρόνος μετράει. Αποζητώ λίγη πίστη στον άνθρωπο. Στο δόσιμο και στο πάρσιμο. Εκεί που οι λέξεις μετράνε όσο και οι πράξεις.
Η ιδέα της Ψυττάλειας μου καρφώθηκε ως ιδιαίτερα ελκυστική. Οσφραίνομαι τους καταλύτες ανθρώπινων αντιδράσεων.
Εκεί που σκέφτομαι να πάω, πας.
Δυσκολεύτηκα στην εξεύρεση βιβλίου για ανακύκλωση. Τα βιβλία μου, όπως και τα κουζινικά μου, τα αγαπώ· θέλω να τα μοιράζομαι, να τα ανταλλάσσω, να τα δανείζω, να τα χρησιμοποιώ, να τα απολαμβάνω. Δύσκολα τα χαρίζω, κάπως καλύτερα αισθάνομαι όταν, για αγαθό σκοπό, τα δωρίζω. Από τη άλλη, έχω αποδεχτεί την ανάγκη της ανακύκλωσης και εκτιμώ την αξία της επανεφεύρεσης. Στο χαρμάνι μετράει η ουσία.
προεπεξεργασία...απομάκρυνση των βαρέων στερεών, απολύμανση εσχάρωση, εξάμμωση, απόσμηση...ενεργός ιλύς...προχωρημένη δευτεροβάθμια βιολογική επεξεργασία...δεξαμενές τελικής καθίζησης
Στο βρώμικο πόλεμο των σκουπιδιών και των απορρίψεων ξεφυτρώνει μια συμφιλιωτική ιδέα. Η χειρωνακτική αξία της ποίησης.


Κι έτσι έχω στα χέρια μου το χειροτεχνημένο μονότυπο #33. Ονειρικό αλλά επίγειο. Με φτερά και ψάρια. Με αγάπες και ναυάγια. Γράμματα στην άμμο. Λέξεις που στριμώχνονται. Φιγούρες που κινούνται σε νησί ακατοίκητο. Ένθετα κομψευόμενα ποιήματα. Κολλάζ από επίπλαστες μνήμες και χειρόπλαστες απεικονίσεις. Τέχνη ζυμωμένη με αλάτι και σεβντά. Η ομορφιά του χειροποίητου.
Και το σημαντικότερο, απέκτησα ένα κλειδί. Παλιό, σκουριασμένο, ως όφειλε να είναι το κλειδί μιας ξεχασμένης εποχής. Η πρόσβαση σε έναν κόσμο που παράγει και αναπαράγεται. Σε μηχανές που έχουν σταματήσει στο χρόνο και σε καινούργιες υπερ-παραγωγικές που συνεχίζουν το έργο τους.
Των αναζητήσεων και των αναπαραστάσεων.Των αναμνήσεων και των αναπαλαιώσεων.Των αναθεμελιώσεων και των ανοικοδομήσεων.
Απέστειλα το Κονσέρτο του Κανταρέ. Ήθελα να το ξεφορτωθώ. Δεν το τελείωσα ποτέ κι έχασκε αναιδέστατα πάνω στη βιβλιοθήκη. Μεταμορφώθηκε σε κάτι πανέμορφο, που μυρίζει θάλασσα και στάζει κηρομπογιά. Ίσως τώρα πια, κάποια στιγμή, να θελήσω να το αποκαλύψω και να το διαβάσω.


ΥΓ Προλάβετε-προλάβετε, το πρότζεκτ Ψυττάλεια κρατά έως 30/6 και είναι ασμένως ανταποδοτικό http://psytalia.blogspot.gr/

Πέμπτη, 23 Μαΐου 2013

Γαλάζιο και καστανό

Φωτογραφία του Λεωνίδα
Ξύπνησα με το βλέμμα της γιαγιάς της ρωσίδας, κάπου κολλημένο στο πίσω μέρος του κρανίου. Ξεπλυμένα έλεγε τα μάτια της η μαμά. Δεν τη χώνευε καθόλου και πολύ εκνευριζόταν όταν της έλεγαν «η νύφη απώς γεννηθεί, της πεθεράς της μοιάζει». Ζόρι να συμβιώνεις με τις εκνευριστικές αλήθειες των κοινοτοπιών. Τα μάτια της γιαγιάς λοιπόν. Δεν θυμάμαι γιατί ανοίξανε στο  δικό μου οπτικό κέντρο, σήμερα το πρωί. Τα μάτια των βορείων. Όσο στερημένες οι χώρες τους από ανοιχτόκαρδους ουρανούς και χρωματιστές θάλασσες, τόσο φωτεινά τα μάτια των κατοίκων τους. Ν' αντισταθμίζουν όλο το γαλάζιο, το απόν του περιβάλλοντος, μέσα τους. Να φυλάνε όλο το φως στο βλέμμα τους.
Κι έπειτα σκεφτόμουν τα δικά μας μάτια. Τα μεσογειακά. Τα μάτια των Αράβων. Τα μάτια των γυναικών με τις μπούρκες. Τα μάτια της Σοφίας Λώρεν. Τα μάτια των κολλητών. Σκούρα σαν τις σκιές που αναζητούμε το καλοκαίρι. Να καθίσεις κάτω απ’ τα πλατάνια τους, να μεθύσεις με τους φίλους. Να καείς στη φωτιά τους. Να τσιτσιρίσεις σαν θερινή πυρκαγιά.
Ξεπρόβαλε πάλι στη σκέψη η μαμά. Νότια κι όμως ξανθιά και γαλανή. Να μου χαλάει τις θεωρίες με το βαθύ της μπλε. Να μου δείχνει πως οι άνθρωποι πάντα θα βρίσκουν τρόπο να δραπετεύουν απ’ τους κανόνες, τα γονίδια, τις χώρες και τα σύνορα. Κι οι δραπέτες θα κοιτάζουν προς τα πίσω τις φυλακές των σκέψεων και θα τις κοροϊδεύουν.

Δευτέρα, 20 Μαΐου 2013

Παλιές ευτυχισμένες στιγμές

Συνάδερφοι επιστρέφουν στο γραφείο μετά από τρίωρη χειρωνακτική εργασία, στους 32°υπό σκιά. Ακολουθεί ο παρακάτω διάλογος:

Συνάδερφος Α: Τι κάνεις;
         (Σημ. Δούλευαν δίπλα-δίπλα)
Συνάδερφος Β: Εξαρτάται. Τι ώρα είναι;
Συνάδερφος Α: Δώδεκα.
         (Σημ. Μία ήταν, αλλά ελάχιστα θα άλλαζαν τα βαθιά νοήματα της συζήτησης)
Συνάδερφος Β: Αργεί ακόμα η σύνταξη...
          (Σημ. κι όμως ήταν μία ώρα πιο κοντά απ' όσο πίστευε)

Κοιτούν και οι δύο ψηλά και κουνάνε τα κεφάλια συμφωνώντας.

Συμπεράσματα:
  1. Ότι φαίνεται παράλογο στον εξωτερικό παρατηρητή, συνεχίζει να είναι παράλογο για τον εσωτερικό παρατηρητή. Αυτό δεν θα μας εμποδίσει να συμφωνήσουμε.
  2. Η συναντίληψη δεν απαιτεί την ύπαρξη αντίληψης.
  3. Η δουλειά στη ζέστη, μπορεί να επιφέρει γαλήνη και συμπτώματα μέθης.
  4. Η αποβλάκωση ενισχύει την Ομόνοια. (Πιθανόν και το Σύνταγμα)
  5. Όταν κρυφακούς συναδέρφους, όλο και κάποια ανοησία θα πάρει τ' αυτί σου.
  6. Μην περιμένετε να πάρετε σύνταξη.

Τετάρτη, 15 Μαΐου 2013

Δεν θέλω άλλη μία βαρετή σχολική χρονιά

Παρακολουθώ αυτές τις μέρες το θέμα της απεργίας των καθηγητών, τη στάση της κυβέρνησης, τις αντιδράσεις των ανθρώπων γύρω μου. Επιπλέον, δέχομαι τις ερωτήσεις των παιδιών.
Ο μικρός θα δώσει πρώτη φορά εξετάσεις (1η γυμνασίου) κι έχει τις απορίες του.
-          Μαμά, τι είναι ο ΣΕΒ;
-          Ο σύλλογος ελλήνων βιομηχάνων.
-          Και γιατί πήγε ο Τσίπρας στους βιομήχανους;
-          Έλα ντε.
-          Και γιατί οι βιομήχανοι λένε για την απεργία των καθηγητών; Στέλνουν τα παιδιά τους στο δημόσιο;
-          Τσου
-          Και γιατί απεργούν οι καθηγητές πάνω στις εξετάσεις μου; Γιατί δεν περιμένουν να τελειώσω πρώτα;
-          Γιατί αγάπη μου, απεργίες που δεν εκβιάζουν είναι άχρηστες.
-          Μα γιατί να μ’ εκβιάσουν; Δεν ψηφίζω. Δεν πήρα εγώ καμιά απόφαση  που να τους επηρεάζει. Άδικο δεν είναι;

Τρίτη, 14 Μαΐου 2013

Γουφ


Πρωί στην Κηφισίας, με μισόκλειστα μάτια περιμένω το λεωφορείο. Ένας κοπριτάκος με βλέμμα παιδιού –όπως όλα τα σκυλιά- ουρά αεικίνητη, και φωνή αμετανόητου καπνιστή, γαυγίζει τ’ αυτοκίνητα που τρέχουν με χίλια. Είναι πολύ νωρίς, ο δρόμος άδειος κι οι νυσταγμένοι οδηγοί παραβιάζουν τα κόκκινα και τη στοιχειώδη λογική. Εδώ που κανείς δεν ασχολείται με την τήρηση κανόνων, είναι τόσο απλό να πατήσουν ένα σκύλο και να νοιαστούν μόνο για τη λακκούβα στη λαμαρίνα.
Ανίδεος αυτός, τρέμει από συγκίνηση. Ρόδες. Κι άλλες ρόδες. Γαβ και γουφ. Έξαψη και δώστου κουνήματα της ουράς. Νοιώθει δυνατός. Νομίζει, μπορεί να επιβληθεί στ’ αμάξια κι απολαμβάνει την ψευδαίσθηση.
Βρίσκεται όμως, σε μια κάποια ετοιμότητα. Αμυδρή αίσθηση κινδύνου. Ζυγίζεται και βηματίζει πίσω πριν ξαναχυθεί στη μάχη που νομίζει πως μπορεί να κερδίσει.
Ανησυχώ πολύ γι αυτόν. Μου θυμίζει τόσο πολύ εμάς. Κάποιους από μας. Που νομίζουμε ότι μπορούμε να γαβγίσουμε. Που μας περνάει απ’ το μυαλό ότι μπορούμε να νικήσουμε. Κι ενώ τη μυριζόμαστε τη δουλειά, συνεχίζουμε. Και γι αυτό μας αγαπάω. Και μας και τον σκύλο.

Κυριακή, 12 Μαΐου 2013

Ω, Μητέρα!


Heidi J. Moore
Ναι, δεν είναι εύκολη η μητρότητα. Τα έχει πει περίφημα η ξωτικιά μου φίλη εδώ . Είμαστε ατελείς και στραβά αρμενίζουμε τα παιδιά  κι ας μας έρχονται σε συσκευασία δώρου: δέρμα αφρός, τεράστια μάτια, μάγουλα για φίλημα-τσίμπημα-ζούληγμα , μυρωδιά αγγέλου (ναι, όταν τα πλένουμε, αλλά ποιος ενήλικας μυρίζει έτσι;). Η φύση προνόησε ώστε τα μωρά να είναι εύκολα αγαπήσιμα. Για ν’ αντέξουμε την κούραση,  τα  ξενύχτια, τις  λαχτάρες και την παρακολούθηση των ακροβατικών τους. Των κυριολεκτικών στην αρχή, των πιο επικίνδυνων αργότερα. Κυρίως ν’ αντέξουμε τη δική μας ενηλικίωση, το σισύφειο μαρτύριο μας.
Οι μανάδες (κι οι πατεράδες συνήθως) δίνουν. Γι αυτό και γιορτάζουμε τη γιορτή της μητέρας. Αλλά οι γονείς λαμβάνουν την ανταμοιβή τους.  Χαμόγελα, αγκαλιές, σκέψεις, λόγια, άδολες και δόλιες προσφορές. Τόσα δώρα, με ή χωρίς γιορτή.

Μόνο που όλοι εμείς οι γονείς των αξιολάτρευτων πιτσιρικιών, είμαστε ολίγον γιαλαντζί. Για τα ευκολάκια.

Πέμπτη, 9 Μαΐου 2013

Το σπίτι με τ' αγκάθια


Στέκεται στην ανηφοριά και μας κοιτάει με βλέμμα πονεμένο. Με πόνο βουβό. Το αντικρύζεις μόνο ανεβαίνοντας, λες και πρωτίστως στον κάματο οφείλεις να συλλογάσαι. Έτσι το κοιτάζω κάθε φορά που ανηφορίζω για το σπίτι και, κάθε φορά, με πληγώνει. Με πληγώνει που πληγώνεται. Φαντάζει τρομαγμένο και δείχνει τρομακτικό. Είναι απελπισμένο και αποπνέει απελπισία. Τι είδους αμαρτίες πληρώνει και ποιος άραγε θα βρεθεί να τις ξεπληρώσει; Σε ποιανού τον οίκο έχει πέσει τόση απόγνωση; Ποια καταραμένη οικογένεια έζησε σε αυτό το σπίτι; Τι ιερόσυλο τέρας έχει θρέψει;
Και το ηλεκτροφόρο καλώδιο, δαμόκλειος σπάθη σε αναμονή. Ακόμη κι αυτό απειλητικό. Να μην πλησιάζεις.
Όλοι βγάζουμε αγκάθια, μερικοί ευκολότερα. Ιδίως μετά την πληγή. Ξαφνικά, στη θέση της φυτρώνει ένα αγκάθι. Κι όσο την ξύνεις, αυτό μεγαλώνει. Κι η ίαση επίπονη. Απαιτεί βοτάνια ανθρώπινα, σπάνια κι όμως προσιτά. Κάποιοι βρίσκουν τη διέξοδο. Γράφουμε για να απομακρύνουμε τ'αγκάθια της καθημερινότητας, λέει η Νέφωσις. Εσύ όμως πάλι κοιτάς τις πληγές σου που έχουν κακοφορμίσει. Τις άφησες απαίδευτες. Και τ'αγκάθια έχουν χτίσει την ασπίδα σου. Μαθαίνεις να ζεις μαζί της. Να κοιμάσαι μαζί της. Να σε σκεπάζει και να σε νανουρίζει. Κ έτσι μεγαλώνεις, απομονωμένος. Σαν το σπίτι με τ' αγκάθια. Τα φροντίζει ο ήλιος. Σε φροντίζει το φως. Ξυπνάς την ανατολή και συστέλλεσαι με τη δύση. Και περιμένεις τον γενναίο, που θα αποκεφαλίσει τους κάκτους και θα γκρεμίσει τους αγκαθωτούς φράκτες. Που θα ματώσει. Για να φτιάξει το σπιτικό του. Με πάθος και αγάπη.

Παρασκευή, 3 Μαΐου 2013

Xέρια, ψέματα, θάνατος και μεγάλη Βδομάδα

http://www.mymodernmet.com/profiles/blogs/if-these-old-hands-could-speak
Όσο περνούν τα χρόνια, τα χέρια μου μοιάζουν όλο και περισσότερο με κείνα της μάνας μου. Όσο περνάει ο καιρός, τα χέρια της γίνονται όλο και περισσότερο εκείνη. Τώρα που η μνήμη της ανασύρει ένα παλιό χαμόγελο και μόνο, τα λόγια βγαίνουν σπάνια, όλο πιο ξεθυμασμένα κι ακατανόητα, μόνο τα χέρια παραμένουν εκεί να θυμίζουν δουλειές, χάδια, ζυμώματα, πάρε δώσε, χειραψίες, επίμονα ξεσκονίσματα, ξεφυλλίσματα βιβλίων, τακτοποιήσεις, παραμερίσματα, αγκαλιές. Να, σ΄αυτή τη χαράδρα έχουν πέσει οι μνήμες επαναλήψεων του δημοτικού. Κρατούσε το βιβλίο κοντά στο πρόσωπο γιατί δεν έβλεπε κι αρνιόταν να φορέσει γυαλιά στα υπέροχα μάτια της. Σε κείνες τις ρυτίδες κουλουριάζονται ζουλήγματα πορτοκαλιών στον παλιό στίφτη. Στις παραμορφωμένες αρθρώσεις λουφάζουν αρχαία απορρυπαντικά και πλύσεις ευαίσθητων –σαν ανθρώπινων ψυχών- ρούχων. Τα χέρια έχουν πάρει τη θέση του προσώπου της. Γι αυτό κάθε φορά την κοιτάω στα χέρια και χθες που τα είδα πρησμένα αλαφιάστηκα. «Αρρυθμίες, κακή λειτουργία των νεφρών», είπε ο γιατρός. «Θα της δώσουμε διουρητικά και θα δούμε, αλλά να ξέρεις, στην ηλικία της, έτσι έρχεται.»
Έρχεται λοιπόν. Είναι ήρεμη. Άραγε να ξέρει; Μήπως όταν χάνουν το μυαλό τους σ’ αυτό τον κόσμο, έχουν ξεκινήσει το ταξίδι τους για τον άλλο και τακτοποιούν ήδη τις εκκρεμότητες σε διόδια και τελωνεία;

Τετάρτη, 1 Μαΐου 2013

Πρωτομαγιάτικα


Τα φυτά έχουν το χαρακτήρα τους, τις συνήθειές τους, μόνο που εμείς τα ξεχνάμε, όπως λέει και το passionflower εδώ.  Λόγω ημέρας ας κάνουμε μια στάση για να προσέξουμε κάποια από αυτά. Αυτά που τα άνθη τους ακολουθούν τον ημερήσιο ή τον ετήσιο κύκλο του ήλιου. Γιαυτά που γνωρίζω κι επιλέγω να σας πω.
Chrysanthemum segetum 
Για τις αγριομαργαρίτες ή λαζάρους σε μερικά μέρη της πατρίδαςμας.
Άγριες και τρυφερές. Ξεπετιούνται κάθε άνοιξη στους αγρούς και στις άκριες των δρόμων. Ζουν για την άνοιξη μοσχομυρίζοντας απρίλη και πρασινάδα. Ξυπνούν πρωί-πρωί, λαμπυρίζουν κάτω από το μεσημεριάτικο ήλιο, και το βράδυ κλείνουν τα πέταλά τους για να κοιμηθούν. Το καλοκαίρι ξεραίνονται και καίγονται με τ' άλλα ξερόχορτα, για να εμφανιστούν πάλι την επόμενη άνοιξη, μόνες τους, ακάλεστες, πανταχού παρούσες.
Dimorphotheca
Τις διμορφοθήκες, τις γνωρίσαμε τα τελευταία χρόνια, γιαυτό και δεν έχουμε το λαϊκό όνομά τους. Την άνοιξη στην πόλη και ομορφαίνουν μπαλκόνια και κήπους. Κρεμαστές ή χαμέρπουσες. Ως εμπορικά προϊόντα βγαίνουν και σε πολλά όμορφα χρώματα. Ανθίζουν την άνοιξη και μαραζώνουν το χειμώνα. Ευαίσθητες στο χάδι. Αποκοιμούνται με τη δύση του ήλιου. Και ξυπνάνε πρωί για να πιάσουν δουλειά: να ομορφύνουν τη μέρα μας.

Μπούζι (μεσημβριάνθεμο) Lampranthus Chrysanthemus
Το σαρκόφυτο αυτό απλώνεται νωχελικά σε παρτέρια και φράκτες. Πολλαπλασιάζεται εύκολα. Το χειμώνα ταλαιπωρείται, ιδίως με την παγωνιά. Την άνοιξη βγάζει μερικά από τα πιο όμορφα ιώδη λουλούδια. Που τα προσέχεις από την ένταση του χρώματος πάνω στο πράσινο ταπέτο. Άνθη αστεράτα, βαθιά ιώδη, μη αρωματικά. Που ανοιγοκλείνουν στο φως της ημέρας.
Δειλινό -  Mirabilis jalapa
Το δειλινό ή νυχτολούλουδο, αναπτύσσεται και ζει μόνο το καλοκαίρι, στα ζεστά κλίματα. Το χειμώνα χάνεται και πάει. Πολλαπλασιάζεται εύκολα με τους σπόρους που παρασέρνει ο αέρας. Μονόχρωμα. Δίχρωμα. Πολύχρωμα. Με άρωμα μεθυστικό που συναγωνίζεται αυτό του αγιοκλίματος ή του αυθεντικού νυχτολούλουδου· που σημαδεύει το ηλιοβασίλεμα στις καλοκαιρινές βεράντες μας. Που ακολουθεί κι αυτό τον ημερήσιο κύκλο του ήλιου και κλείνει τα άνθη και τις ευωδιές του για να κοιμηθεί το βράδυ.
Heliotropium
Και οι ήλιοι, τα ηλιοτρόπια, τα παινεμένα και δοξασμένα από ζωγράφους και ποιητές. Αυτοί που μιμούνται τον ήλιο, που τον ακολουθούν και του γνέφουν. Που τον σέβονται και τον τιμούν γιατί είναι η πηγή της ζωής μας, αυτής εδώ της ταπεινής παρουσίας μας πάνω στη γη που γιορτάζει σήμερα διπλά, την ανάσταση της φύσης και σκύβει το κεφάλι, σεβαστικά σε αυτούς που εξεγέρθηκαν και έδωσαν τη ζωή τους για τα αυτονόητα. Ναι αυτά που δεν προσέχουμε πια. Που τα ξεχνάμε.

Κόκκινο. Βαθύ κόκκινο.