Παρασκευή, 29 Μαρτίου 2013

Όσο επιστρέφω

Με παραφυλάνε οι άσπρες σελίδες, με έλκουν, με τρομάζουν. Σαν τους γκρεμούς με ζαλίζουν και με ρουφάνε. Μα έχω βάλει φράχτες κι ας τους γκρεμίζω κάθε τόσο. Αν δεν έχει αγάπη, μην το γράψεις, λέω. Κι όλο τσουπ γλιστράει η κατήφεια κι η μαυρίλα, πού και πού η χολή κι η ειρωνεία κι όλο λέω ας πάει στα κομμάτια! Κι αυτά παιδιά μου είναι. Ψέμα είναι να τα περιφρονώ.

Δεν έχω ιδέα πώς θα βγει αυτό το κείμενο. Το σκεφτόμουν καθώς γυρνούσα από το πρόσφατο ταξίδι σε μια απ’ αυτές τις απαθείς –στα δεινά μας- χώρες του βορά. Τις περήφανες και τακτοποιημένες. Εκεί όπου ακόμα πιστεύουν ότι τ’ άσχημα συμβαίνουν στις τηλεοράσεις και σε όσους τ' αξίζουν. Ξεκίνησα με διάθεση -πεθαμένη φωτιά, όλο στάχτη σαν τον ουρανό τους. Ταίριαζα στη φύση τους. Αυτοί τώρα έχουν Μεγάλη Βδομάδα. Περιμένουν το Πάσχα κι είναι όλα ωραία-ωραία χιονισμένα και χριστουγεννιάτικα. Παντού σιωπή και γκρίζο. Άοσμα και άχρωμα τοπία. Παγωμένη η βαριά τους βιομηχανία, κάτασπρα και τα θερμοκήπια παραδίπλα. Έχουν θεσπίσει κανόνες για τις εκπομπές και τους ρύπους όμως. Να ‘ναι λιγότερο φαρμακωμένα τα κηπευτικά και να μπορούν να βουτάνε τα πόδια στα θολά νερά των λιμνών χωρίς να κινδυνεύουν ν’ αποσύρουν μόνο το κόκκαλο.
Οι ευγενικοί οικοδεσπότες μας ήταν απολογητικοί. «Δεν είναι συνηθισμένος αυτός ο καιρός για την εποχή», μας λένε. Ξέρουν από πού ερχόμαστε. Γνωρίζουν κάπως και τη γλώσσα. Όλοι αγαπούν την Ελλάδα και θέλουν η επόμενη συνάντηση να γίνει στα δικά μας μέρη.
Παρατηρώ τους βόρειους ταξιδιώτες στην πτήση της επιστροφής. Μόλις το αεροπλάνο μπαίνει στη στροφή της προσγείωσης κι αστράφτουν οι ακτές, όλο το φως ανακλάται στα καταγάλανα μάτια τους. Τους ταιριάζουν οι θάλασσες μας. Πώς ρουφάνε την ομορφιά του τόπου! Πώς λαχταρούν να μην γυρίσουν πίσω!

Κατεβαίνω και λίγο παραέξω απ’ το αεροδρόμιο μια φύση φωνακλάδικη και μυρωδάτη εισβάλει στις αισθήσεις. Λουλούδια άγρια και ταπεινά, χαμομήλια, μολόχες και νυφιάτικες μαργαρίτες. Χορωδίες κοτσυφιών και φως παντού. Θάλασσα-παρηγοριά σαν μητρική αγκαλιά κι ένας ήλιος πατέρας να σ’ ανοίγει την καρδιά και να σταλάζει μέλι. Άντε ωρίμασε με τέτοιους γονείς να σε κανακεύουν όλη την ώρα. Είναι μια εύκολη νίκη η ελληνική φύση. Δεν απαιτεί προσπάθεια. Δεδομένη κι απλόχερη, γρήγορα την ξεχνάμε. Αλλά κι οι νίκες κι η ευτυχία κι ο έρωτας, όλα μα όλα, δεν είναι παρά συναρτήσεις του χρόνου. Μόνο ο θάνατος δεν είναι στιγμιαίος αν κι ορισμένοι έχουν αντίρρηση σ’ αυτό.

Πέμπτη, 28 Μαρτίου 2013

Φυλακές vs σχολεία 1-0;


Μεγάλωσα με την ιδέα ότι «εκεί που ανοίγει ένα σχολείο, κλείνει μια φυλακή».*
Σιγά-σιγά το ενσωμάτωσα στις ακλόνητες πεποιθήσεις μου. Κι όταν έρχεται η
η εξουσία να διατρανώνει με παρρησία ότι είναι αναγκαίο να χτιστούν κι άλλες φυλακές, πιο “ασφαλείς”, να προσλάβει κι άλλους φύλακες, πιο “σκληρούς”, να σφίξει κι άλλο τον κλοιό γύρω τους, με βαράει εκεί ακριβώς όπου πονάω.
Η πρόταση στην οποία καταφεύγει η εξουσία, όταν της λείπει το δεκανίκι της, όταν θέλει εύκολα να ξεφύγει από τις ευθύνες της, όταν βιάζεται να καθησυχάσει τους παραδομένους, χειροπόδαρα δεμένους και ληθαργικούς πολίτες της με χτυπά πισώπλατα.

Κατά διαβολική σύμπτωση-όπως συμβαίνει πάντα όταν ο ζωή θέλει να σου επιστήσει την αμέριστη προσοχή σου, την ίδια μέρα διαβάζω για την πιο «συγκινητική ιστορία» που παρουσιάστηκε σε μια καλοργανωμένη-από νέους και καλοστημένη-για νέους εκδήλωση. Αναθαρρώντας, εκλαμβάνω το «συν+κινητική» με την αρχαιότατη έννοια, αυτήν που εξαγάγαμε στους αγγλοσάξονες. Και αναζητώ τη μοναδική ομιλία του δασκάλου κ. Κλήμη Πυρουνάκη, για τη δουλειά του οποίου είχα και στο παρελθόν ακούσει από πάμπολλους γνωστούς. Του ανθρώπου που με μόχθο και σθένος, εδώ και πολλά χρόνια, αγωνίζεται για τη δημιουργία σχολείων δεύτερης ευκαιρίας μέσα στις φυλακές. Και εις πείσμα των αντίξοων συνθηκών το πετυχαίνει.

-Όταν έρχεται ο κρατούμενος στο σχολείο, το μάτι του είναι επίπεδο, είναι απρόσωπο γιατί έχει χάσει τη δυνατότητα να έχει βάθος πεδίου. Όσο απελευθερώνεται από τις ενοχές και τις φοβίες, το μάτι του αποκτά την ίδια ανθρώπινη φυσιογνωμία. Να είναι καθαρό, γεμάτο με όνειρα και αυτό βέβαια αντανακλά την ψυχή του και αρχίζει η αναμόρφωση.**

Και αντιπαραβάλλω τη βία που με ζώνει με το όραμα και την αγάπη. Τη φαυλότητα και την προχειρότητα με την αφοσίωση και τον κόπο. Ασπίδες φωτός στο σκοταδισμό της περιόδου.

- Έχουν ανάγκη από επικοινωνία. Οι παραμελημένοι δεν έχουν δεχτεί ποτέ αγάπη. To 95% των περιπτώσεων των εγκλείστων είναι άνθρωποι χωρίς αγάπη, που θέλουν να τους κοιτάξεις στα μάτια να τους πιάσεις το χέρι και να τους μιλήσεις.

...και να τους γνωρίσεις…να τους μάθεις και να σε μάθουν…ενδιαφέρον, αγάπη, χρόνος, ουσία, ελευθερία…πολύτιμα, γιαυτό και περιζήτητα.



*«Celui qui ouvre une porte d'école, ferme une prison», από το λόγο του Victor Hugo στη «Βουλή των Ομοτίμων» της Γαλλίας, της οποίας ήταν μέλος, το 1847.

**Από τη συνέντευξη του ανθρώπου που συγκίνησε το κοινό του TEDxAUEB και έκανε όλη την αίθουσα να χειροκροτεί όρθια....

Δευτέρα, 25 Μαρτίου 2013

Σημαία-τράπεζα

Μια σημαία είναι κατά γενική αποδοχή αποτύπωση εμβλήματος ή συμβόλου, που συνήθως απεικονίζεται πάνω σε τεμάχιο υφάσματος.

Σ΄ ένα  κομμάτι ύφασμα λοιπόν, τυπώνουμε το σύμβολο. Και τί κάνει το σύμβολο; Η αρχική του δουλειά είναι να ενώνει, να εμψυχώνει, να δονεί, να εμπνέει. Είναι επομένως η σημαία μια τράπεζα θετικών συναισθημάτων. Πλουτίζει στους λαϊκούς αγώνες και στις περήφανες θυσίες. Φτωχαίνει στην υποτέλεια. Αλλά τι παθαίνει μια τράπεζα όταν αλόγιστα δανείζει τ’ αποθέματά της; Η απλή απάντηση είναι , χρεοκοπεί και κλείνει. Η σημερινή πρακτική, δείχνει πως εξαγοράζεται φτηνά και μετατρέπεται σε ένα βαμπίρ που αντί να δίνει, ρουφάει. Αν μπορούσαμε να μετρήσουμε το ενεργητικό της Ελληνικής σημαίας σήμερα, πόσο θετικό θα το βρίσκαμε; Μήπως, προκειμένου να σώσουμε τα όποια απομεινάρια ελπίδας, θα έπρεπε να σταματήσουμε τις καταχρήσεις; Μήπως ν’ αφήναμε τα σύμβολα ήσυχα κι αν με το χρόνο ξεχασθούν, τότε αυτή ήταν έτσι κι αλλιώς η μοίρα τους. Αν κάποια στιγμή, βρεθούμε σε θέση να τα ενισχύσουμε, αν αξίζει τον κόπο, θα το δούμε σ’ ένα μακρινό μέλλον.
Προσωπικά, απέχω απ' τα βαμπίρ.

Σάββατο, 23 Μαρτίου 2013

Ίσα μια βουτιά και β(γ)άλε


Όταν τα πράγματα σκουραίνουν κάποιοι καταφεύγουν στην ποίηση 
μετοικίζουν σε συννεφάκιακαι μυρίζουν ανοιξιάτικα αγριολούλουδα. 
Κάποιοι το ρίχνουν στο ποτό οίνος και παίδες αληθείς και το τραγούδι. 
Κάποιοι πέφτουν με τα μούτρα στην αρρώστια τους-όποια κι αν είναι αυτή.
Κάποιοι αναζητούν σωσίβιο στην εθνική τους περηφάνεια, αλλά τη βρίσκουν στραπατσαρισμένη λίγο πιο δίπλα από τον κάδο των αχρήστων, μια φενάκη που ολοένα ξεθωριάζει και που (δεν) κουράστηκαν να αναμασούν, και το ποτάμι δεν γυρίζει πίσω.

Εγώ πάλι αναζητώ τις παροιμίες, υποκλίνομαι στη σοφία του λαού, χωρίς πάντα να βγάζω άκρη-γιατί είπαμε ο λαός είναι σοφός.

Σε ένα νησί-χώρα της Μεσογείου, άρχισε να συσσωρεύεται χρήμα. Καλό-καλό, ξεπλυμένο, μαύρο, πονεμένο, άρον-άρον φυγαδεμένο, δεν έχει σημασία. Οι τράπεζές της έβγαζαν κέρδος και ξανοίχτηκαν. Όποιος αγοράζει τα περιττά, πουλά τα αναγκαία. Κι οι συνθήκες δεν ευόδωσαν. Μα επιτέλους πώς γίνεται; 
Η χώρα αυτή ανήκε σε μια οιονεί κοινότητα, που όταν οι αρχηγοί της συνειδητοποίησαν ότι βροντάν όλα τα σίδερα, βροντά κι η σακοράφα, ξεκίνησαν οι απειλές: θα φάει η μύγα σίδερο και το κουνούπι ατσάλι. Κι όταν πας να λειτουργήσεις ανταγωνιστικά-εντάξει χωρίς το απαραίτητο προφυλακτικό, γιατί είσαι μικροτσούτσουνος, και νομίζεις ότι θα περάσεις απαρατήρητος σε έναν κόσμο που τον πρώτο λόγο έχουν οι μεγάλοι, αυτοί απλώς σου τραβάνε το χαλάκι κάτω από τα πόδια. Κι εκεί που μας χρωστούσανε μας πήραν και το βόδι.
Οι Κύπριοι δεν φοβήθηκαντο σχετικά περιορισμένο Κούρεμα, αλλά το Κούρσεμα. Το τι θα ακολουθήσει…Μπάτε σκύλοι αλέστε κι αλεστικά μη δώστε.
Για να μην χάσουν τα αυγά και τα πασχάλια, ξεκίνησαν αγώνα δρόμου μπας και τους δανείσει κάποιος, ιδιαίτερα αυτοί που κάθε τόσο τους θεωρούν 'αδέρφια'. Αλλά εις μάτην…Όρκος του ρωμιού, πόρδος του γουρνιού. Όμως έχει κι αλλού πορτοκαλιές που κάνουν πορτοκάλια. Ανέβλεψαν προς την αρκούδα αλλά δεν ήξεραν το παραμύθι της ...Εν τω μεταξύ, οι επάρατοι αλλόφυλοι γείτονες βρυχώνται κι αυτοί προς τους αδύναμους...Μάθαν πως γαμιόμαστε, πλακώσανε κι οι γύφτοι.
Κι εκεί που όλοι τους εθαύμασαν γιαυτήν τους την μικρή απειθαρχία, κάλλιο ένα χρόνο κόκορας, παρά σαράντα κότα γρήγορα όλα παραμερίστηκαν, αφού όποιος είν’ έξω απ’το χορό, πολλά τραγούδια ξέρει. Αφού είδαν κι απόειδαν...κάλλιο γαϊδουρόδενε, παρά γαϊδουρογύρευε...αποφάσισαν να συμβιβαστούν, γιατί ο λύκος από τα μετρημένα τρώει.

Υπάρχει κάτι που σε πιάνει από το λαιμό και σε σφίγγει όταν ακούς για βία. Γι’αυτή τη βία του δυνατότερου προς τον ασθενέστερο. Και υπάρχει κάτι που φτερουγίζει μέσα σου όταν ακούς για την άλλη βία, τη βία του αδύναμου όταν καταφέρει ένα χτύπημα στον δυνατό. Και τότε ξεμυαλίζεσαι κι αρνιέσαι να πιστέψεις ό,τι ακούς στη γειτονιά σου, πάντεχε και στα δικά σου.
Υπάρχει κάτι που σε εμποδίζει να πιστέψεις το ρηθέν από τους λαϊκούς προφήτες: Όταν ακούς την αρκούδα στου γείτονα την αυλή, καρτέρα τη και στη δική σου. Είναι αυτό που σε φυλάει από τη βία μέσα σου. Είναι αυτό που σε θωρακίζει, σε προστατεύει. Και λέγεται ελπίδα κι όνειρο.
Όμως αλλού τ’ όνειρο κι αλλού το θάμα.
Κι αν περιμένουμε να ισιώσει ο γυαλός αυτός που όλοι αρμενίζουμε, ζήσε μαύρε μου να φας τριφύλλι.



Πέμπτη, 21 Μαρτίου 2013

Μια χαρούμενη καταστροφή

Ενώ λοιπόν οι αδερφοί μας στην Κύπρο ποδοπατούνται από αδίστακτους ληστές, διακεκριμένοι επιστήμονες μελετούν τρόπους για ν’ αποτρέψουν πιθανή σύγκρουση της γης με κάποιον επιθετικό αστεροειδή. Γιατί ποτέ δεν ξέρεις τι σου ξημερώνει. Κι αν δε σου ‘ρθει απ’ το διάστημα, θα στη φέρουν οι εταίροι (aka «φίλοι»), οπότε καλό είναι να μελετάμε και να φυλαγόμαστε. Επίσης, η συμπεριφορά ενός αστεροειδούς είναι πολύ περισσότερο προβλέψιμη από τη συμπεριφορά των αγορών. Μοντελοποιείται, σχεδιάζεται, αναλύεται και τέλος πάντων είναι μια καταστροφή που μπορείς να την συγχωρέσεις. Μια τυφλή πέτρα χωρίς δολοφονικά ένστικτα παρασύρει ότι βρεθεί μπροστά της. Σε σχέση με άλλους, είναι ένας αγαθός φονιάς. Τρυφερός θα έλεγες, τηρουμένων των αναλογιών.

Τρίτη, 19 Μαρτίου 2013

Ζυράννα

Κάτι σαν πρόλογος
Για τις γυναίκες που με εμπνέουν, έχω ήδη μιλήσει:
Για μια απ' αυτές όμως, είχα γράψει πριν ξεκινήσουμε αυτό το μπλογκ. Ανέσυρα λοιπόν το κείμενο για χάρη του αφιερώματος. Εντυπώσεις είναι από την ομιλία της Ζυράννας Ζατέλη στη Στοά του Βιβλίου το Μάιο του 2010. Την είχαμε παρακολουθήσει μαζί με τη Ρουμπίνη που είχε επιμεληθεί το κείμενο που ακολουθεί.

Επί της ουσίας
"Θα είμαι σύντομος!", λένε κάποιοι ομιλητές και με σιγουριά περιμένεις έναν λόγο που θα κρατήσει πολύ και θα σου φανεί πως διήρκεσε ακόμη περισσότερο.
Αυτή δεν είναι η περίπτωση της Ζυράννας Ζατέλη. 
Δεν έχει προετοιμάσει τίποτα, μας κοιτά με κάτι μάτια-βαθιά πηγάδια -αν πέσεις μέσα, χάθηκες-εκλιπαρώντας για υποστήριξη, για μια ερώτηση, που όμως, σύμφωνα με τους συντονιστές, οφείλει να περιμένει το τελευταίο μισάωρο της εισήγησης.
Δεν είναι μια φυσιογνωμία με την οποία περιμένεις να διασταυρωθείς στο δρόμο. Εκτός κι αν προαυλίζεσαι στον κήπο του φρενοκομείου. Μοιάζει να ξεδιπλώθηκε απ’ τις σελίδες κάποιου βιβλίου της. Ένα προσχηματικό φύσημα την μετέφερε από τη δυσδιάστατη έκδοση  στις τρεις διαστάσεις. Υποτυπωδώς. Αν γυρίσει στο πλάι, μπορεί και να εξαϋλωθεί. Έχει μια φωλιά πελεκάνων για μαλλιά και νάτη.
Πίνακας Θ. Μακρή
 Για λίγο θα είναι μαζί μας και μετά θα βουτήξει στον μαγικό της κόσμο. Όσο όμως κάθεται πίσω απ’ την έδρα του εισηγητή είναι απόλυτη, μακράν πιο πραγματική κι αληθινή απ’ όλους τους φερόμενους ως εκφραστές της αλήθειας. Θα μπορούσε να παραμείνει σιωπηλή και πάλι να είναι εύγλωττη. Η Ζυράννα ξεχειλίζει αλήθεια. Όπως όλοι οι άνθρωποι που κατοικούν μακρυά απ' τον κόσμο που εμείς οι υπόλοιποι βαφτίσαμε πραγματικό. Όπως όλοι οι άνθρωποι που έχουν το χάρισμα να δημιουργούν δικούς τους κόσμους.
Δεν σιωπά. Είναι γενναιόδωρη.
 Η φωνή ζεστή, ραδιοφωνική. Τέλεια άρθρωση, χωρίς ε. Λόγος συνεχής, στρωτός, αυθόρμητος.
Μας μιλάει για τα παιδικά της χρόνια.
Γεννημένη το 1951.
Σιγά μην έκρυβε την ηλικία της -εδώ ξεγυμνώνει την ψυχή της.
Γονείς του δημοτικού, ωστόσο θα μπορούσαν να γίνουν συγγραφείς.
«Ο πατέρας μου», λέει, «ήταν εξαίρετος αφηγητής. Διηγούταν τις ίδιες ιστορίες πολλές φορές, μα πάντα τις διάνθιζε με νέα στοιχεία. Ήταν πάντα το ίδιο και πάντα διαφορετικό. Η μητέρα μου, αν έγραφε θα ήταν μία Βιρτζίνια Γουλφ. Έχω 4 αδέλφια, τα περισσότερα ετεροθαλή. Συνηθισμένο φαινόμενο στις αγροτικές επαρχίες, όπου οι πατεράδες χήρευαν νέοι και παντρεύονταν χήρες με δικά τους παιδιά».


Δευτέρα, 18 Μαρτίου 2013

Μια κάποια ηρωίδα



Βαρσοβία 1942: Η καστανόξανθη κοπέλα σέρνει αργά το φορτωμένο καρότσι μέχρι το φυλάκιο. Την ακολουθεί ένα καστανόξανθο σκυλί. Μέσα από το τριμμένο μαύρο παλτό ξεχωρίζει ο άσπρος γιακάς της νοσοκομειακής ποδιάς. Ο φρουρός παίρνει τα χαρτιά της και την κοιτά περίεργα· παράξενο σκέφτεται, φορά το άστρο, αλλά τα χαρτιά της δείχνουν καθαρή Πολωνή, όπως και η κοψιά της. Σκύβει και μιλά στο διπλανό του.  Η γυναίκα, το σκυλί και το καρότσι παρατάσσονται στη σειρά. Εκείνη αναπνέει ελαφρά, ανεπαίσθητα. Η καρδιά της χτυπά δυνατά, αλλά δεν αφήνει να φανεί η ταραχή της. Καρφώνει τη ματιά της για να μην την προδώσει. Κοιτά τους Γερμανούς και βλέπει περιστέρια. Το βλέμμα της δεν είναι ούτε παρακλητικό, ούτε προκλητικό, ούτε περήφανο, μόνο άδειο, μέχρι να καταφέρει να περάσει. Ο ένας Γερμανός παίρνει τα χαρτιά της και μπαίνει μέσα στο φυλάκιο. Καθυστερούν. Εκείνη κάνει νόημα στο σκυλί κι εκείνο αρχίζει να γαβγίζει. Ο άλλος συνεχίζει να την παρατηρεί, επίμονα καρφώνοντας το βλέμμα στο καρότσι. Ο σκύλος συνεχίζει να γαβγίζει, πιο δυνατά τώρα, ενοχλητικά. Ο επικεφαλής από το φυλάκιο κάνει από μακριά σήμα στους άλλους δύο, τους νεώτερους, να την αφήσουν να περάσει. Έξω από το γκέτο την περιμένει ένα ασθενοφόρο. Ο οδηγός βγαίνει και τη βοηθά να ανεβάσουν το καρότσι. Βγάζουν γρήγορα τις τσάντες με τα ρούχα από το καρότσι και βρίσκουν το μωρό τυλιγμένο στις πάνες του. Το ασθενοφόρο απομακρύνεται γρήγορα, αφήνοντας το σκύλο στη γνώριμη καβάτζα του ακριβώς έξω από το τείχος. Μέχρι την επομένη…Φτάνοντας στο κτίριο που στεγάζει την υπηρεσία Ελέγχου Επιδημιών της Βαρσοβίας, ψάχνει να βρει το συνεργάτη που θα κρατήσει το μωρό για μερικές μέρες μέχρι να καταφέρουν να το φυγαδεύσουν στην πολωνική επαρχία. Μετά η κοπέλα ανεβαίνει στο ποδήλατό της και ξεκινά ανακουφισμένη κάνοντας δυνατά πεντάλ για 24 χιλιόμετρα μέχρι το Otwock.  Έχει πια σκοτεινιάσει. Φτάνοντας στο σπίτι της κάθεται και γράφει προσεκτικά σε ένα χαρτί το όνομα του μωρού και της οικογένειας μέσα από το γκέτο. Το κλείνει σε ένα γυάλινο βάζο και το θάβει κάτω από τη μηλιά στον κήπο της. Μαζί με τα άλλα...

Πέμπτη, 14 Μαρτίου 2013

Μάτια μου

Αναρωτιέται κανείς γιατί οι μαμάδες είναι μόνιμα ερωτευμένες με τα παιδιά τους;
Να γιατί. 

 
 

 

 
 
 
 
 
Χρόνο το χρόνο, μια μεταμόρφωση. Αθωότητα, απορία, πονηριά, παιχνίδι, αλήθεια. Όλη η Ομορφιά να σε κοιτάει κατάματα. Να σε λοξοκοιτάει. Να κοιτάει αλλού. Να σε προσπερνάει. Μεγαλώνει. Γερνάς. Υπέροχα τ΄αποδέχεσαι όλα. Κάθε ώρα. Η ζωή η ίδια.
Ζωή μου.

Τετάρτη, 13 Μαρτίου 2013

Αγάπες και λουλούδια

Απ’ όλους τους κατοίκους του πλανήτη, οι μόνοι που μπορούν να σε πληγώσουν είναι όσοι αγαπάς. Απ΄ όλες τις χώρες του κόσμου, οι μόνες που μπορούν να σε προδώσουν, είναι αυτές που λογαριάζεις για πατρίδες σου.

Άρα κι εσύ, μόνο τους φίλους μπορείς να πληγώσεις, μόνο την πατρίδα σου να προδώσεις.
Από μια άποψη, είναι θετική αυτή μας η αδυναμία. Φαντάσου τι όπλο θανατηφόρο θα κρατούσαμε στα χέρια αν αγαπούσαμε τους πάντες κι αν θεωρούσαμε τον πλανήτη για πατρίδα.


Οι φωτογραφίες είναι του Λεωνίδα

Πέμπτη, 7 Μαρτίου 2013

Η κυρία-που-τη-λέγαμε-Σοφία


Η ανάγκη τό'φερε και ένα χειμωνιάτικο απόγευμα κατέφθασε στο πατρικό η Ετέρι, που εντέχνως αρχίσαμε να αποκαλούμε Σοφία, για να διευκολυνθούμε στην επικοινωνία, αλλά κατά βάθος για να την κρατήσουμε σε απόσταση.
Τις πρώτες μέρες τα πήγαιναν σαν τον σκύλο με τη γάτα. Καμιά δεν υποχωρούσε. Η καθεμία ήθελε να επιβάλλει την άποψή της. Η μάνα με το χειρότερο τρόπο, λες και της έπαιρνες το παγωτό από το χέρι. Η κυρία-που-τη-λέγαμε-Σοφία έσπευδε να δικαιολογηθεί, πίστευε ότι αυτό θα έσωζε το πόστο της, αλλά το έκανε άκομψα και πυροδοτούσε νέες εκρήξεις. Η πρώτη βδομάδα ήταν μια μικρή καταστροφή. Δεν προλάβαινα να απαντάω στα τηλεφωνήματα της μάνας και να μαζεύω παράπονα...έπρεπε να τα μαζέψει και να φύγει: ή εγώ ή αυτή (και πού είμαστε εμείς, μάνα; εμείς τα παιδιά σου;)

Δευτέρα, 4 Μαρτίου 2013

Τραμπάλα




Να ξαναχτίσω γκρεμισμένες λέξεις;
Ν’ ανασκευάσω μεσαιωνικές απόψεις;
Να στείλω στο διάολο το αρνητικό οικογενειακό ισοζύγιο; (Τα excel, τα κομπιουτεράκια, τα χαρτιά, τα μολύβια -όλα το ίδιο λένε.)
Να γυρίσω την πλάτη στην εμετική όψη των προστατών;
Να σταματήσω να τρέμω μπρος στους φραγμένους  δρόμους των παιδιών; Την μοναξιά τους μακρυά μου;
Να μην λυπάμαι πια τα μωρά;
Να μην σκέφτομαι τι θ’ απογίνουν οι φοβισμένοι γέροι; (Πιστεύουν οι καημένοι το θάνατο και την τρέλα για χειρότερό τους.)

ή
Να φτιάξω τις δικές μου λέξεις;
Να χτίσω ένα καινούριο όραμα; Το δικό μου όραμα.
Να βουτήξω στο ξινό βλέμμα του συναδέρφου, του γείτονα; Να λυτρωθώ στο κρυμμένο βάθος, στους φόβους, στο νιάξιμό του. Στην ανάγκη να εφεύρω, να ονειρευτώ ανθρώπους με βάθος που νιάζονται.
Να παρασυρθώ απ' την ελαφρότητα των παιδιών, τη φρέσκια τους ματιά;
Να στήσω αυτί στις ιστορίες των γιαγιάδων; Να μάθω απ' τις παλιές κακοτοπιές τους;  Ν' αφήσω τα φαφούτικα χαμόγελα να με φωτίσουν;
Να σωθώ στις σφιχτές αγκαλιές των φίλων;
Να φωλιάσω σ’ εσένα που κάθε βράδυ  ζεσταίνεις τη γωνιά μου;

Βαριά με καρφώνουν στη γη τα πρώτα. Τινάζονται πανάλαφρα τα δεύτερα.
Να διαλέξω μεριά στην τραμπάλα.
Να διαλέξω πλευρά.

Update: Η Πολυάννα πρότεινε αυτό:

Δεν χρειάζεται να διαλέξετε :)

Σάββατο, 2 Μαρτίου 2013

Tο μαγκάλι - η επιστροφή του στο μέλλον


Ουσιαστικό,  ουδέτερο

Χάλκινο συνήθως σκεύος που προέρχεται από την ανατολή, όπου καιγόντουσαν κάρβουνα για να θερμάνουν τον χώρο. Υπεύθυνο για αρκετές περιπτώσεις δηλητηρίασης από μονοξείδιο του άνθρακα, λόγω της μη τέλειας καύσης.
 
“Στα μέσα της δεκαετίας του εξήντα, μετακομίσαμε με τους γονείς μου στην Πεύκη. Ένα χωριό ήταν τότε. Ο πατέρας σπάνια είχε δουλειά. Αριστερός κι αποκλεισμένος. Ήμαστε πολύ φτωχοί. Κι η μάνα μου δούλευε όπου και όταν εύρισκε. Το σπίτι έμπαζε από παντού. Πού λεφτά για θέρμανση! Για χρόνια, χρησιμοποιούσαμε ένα μαγκάλι για να ζεσταθούμε. Όταν η φωτιά ήταν σωστή, το μαγκάλι γέμιζε το σπίτι διοξείδιο του άνθρακα και υγρασία. Τα προϊόντα της πλήρους καύσης. Ξέραμε όμως όλοι τότε, πόσο ύπουλο πράγμα ήταν. Έβαζες τα ξύλα και τα άφηνες έξω να χωνέψουν. Να μείνει μόνο η θράκα. Αν ανάμεσα στα κάρβουνα κρυβόταν κανένα νωπό ακόμα κομμάτι, η καύση δεν θα ήταν τέλεια και θα παραγόταν μονοξείδιο του άνθρακα. Υπνωτικό φαρμάκι. Σε κοιμίζει και δεν ξυπνάς ποτέ.

Εκείνο  το βράδυ, η μητέρα μου είχε φέρει μέσα στο σπίτι το μαγκάλι κι έφυγε για δουλειά. Εγώ, πιτσιρίκι του δημοτικού, ξύπνησα -για καλή μου τύχη- από έναν εμετό που μ’ έπνιξε. Μπόρεσα να βγω έξω και να ζητήσω βοήθεια. Με πήγαν στο νοσοκομείο. Από του χάρου τα δόντια γλύτωσα.
Η δασκάλα, φανατική υπέρμαχος των συνταγματαρχών, με επέπληξε όταν επέστρεψα στο σχολείο: