Σάββατο, 23 Μαρτίου 2013

Ίσα μια βουτιά και β(γ)άλε


Όταν τα πράγματα σκουραίνουν κάποιοι καταφεύγουν στην ποίηση 
μετοικίζουν σε συννεφάκιακαι μυρίζουν ανοιξιάτικα αγριολούλουδα. 
Κάποιοι το ρίχνουν στο ποτό οίνος και παίδες αληθείς και το τραγούδι. 
Κάποιοι πέφτουν με τα μούτρα στην αρρώστια τους-όποια κι αν είναι αυτή.
Κάποιοι αναζητούν σωσίβιο στην εθνική τους περηφάνεια, αλλά τη βρίσκουν στραπατσαρισμένη λίγο πιο δίπλα από τον κάδο των αχρήστων, μια φενάκη που ολοένα ξεθωριάζει και που (δεν) κουράστηκαν να αναμασούν, και το ποτάμι δεν γυρίζει πίσω.

Εγώ πάλι αναζητώ τις παροιμίες, υποκλίνομαι στη σοφία του λαού, χωρίς πάντα να βγάζω άκρη-γιατί είπαμε ο λαός είναι σοφός.

Σε ένα νησί-χώρα της Μεσογείου, άρχισε να συσσωρεύεται χρήμα. Καλό-καλό, ξεπλυμένο, μαύρο, πονεμένο, άρον-άρον φυγαδεμένο, δεν έχει σημασία. Οι τράπεζές της έβγαζαν κέρδος και ξανοίχτηκαν. Όποιος αγοράζει τα περιττά, πουλά τα αναγκαία. Κι οι συνθήκες δεν ευόδωσαν. Μα επιτέλους πώς γίνεται; 
Η χώρα αυτή ανήκε σε μια οιονεί κοινότητα, που όταν οι αρχηγοί της συνειδητοποίησαν ότι βροντάν όλα τα σίδερα, βροντά κι η σακοράφα, ξεκίνησαν οι απειλές: θα φάει η μύγα σίδερο και το κουνούπι ατσάλι. Κι όταν πας να λειτουργήσεις ανταγωνιστικά-εντάξει χωρίς το απαραίτητο προφυλακτικό, γιατί είσαι μικροτσούτσουνος, και νομίζεις ότι θα περάσεις απαρατήρητος σε έναν κόσμο που τον πρώτο λόγο έχουν οι μεγάλοι, αυτοί απλώς σου τραβάνε το χαλάκι κάτω από τα πόδια. Κι εκεί που μας χρωστούσανε μας πήραν και το βόδι.
Οι Κύπριοι δεν φοβήθηκαντο σχετικά περιορισμένο Κούρεμα, αλλά το Κούρσεμα. Το τι θα ακολουθήσει…Μπάτε σκύλοι αλέστε κι αλεστικά μη δώστε.
Για να μην χάσουν τα αυγά και τα πασχάλια, ξεκίνησαν αγώνα δρόμου μπας και τους δανείσει κάποιος, ιδιαίτερα αυτοί που κάθε τόσο τους θεωρούν 'αδέρφια'. Αλλά εις μάτην…Όρκος του ρωμιού, πόρδος του γουρνιού. Όμως έχει κι αλλού πορτοκαλιές που κάνουν πορτοκάλια. Ανέβλεψαν προς την αρκούδα αλλά δεν ήξεραν το παραμύθι της ...Εν τω μεταξύ, οι επάρατοι αλλόφυλοι γείτονες βρυχώνται κι αυτοί προς τους αδύναμους...Μάθαν πως γαμιόμαστε, πλακώσανε κι οι γύφτοι.
Κι εκεί που όλοι τους εθαύμασαν γιαυτήν τους την μικρή απειθαρχία, κάλλιο ένα χρόνο κόκορας, παρά σαράντα κότα γρήγορα όλα παραμερίστηκαν, αφού όποιος είν’ έξω απ’το χορό, πολλά τραγούδια ξέρει. Αφού είδαν κι απόειδαν...κάλλιο γαϊδουρόδενε, παρά γαϊδουρογύρευε...αποφάσισαν να συμβιβαστούν, γιατί ο λύκος από τα μετρημένα τρώει.

Υπάρχει κάτι που σε πιάνει από το λαιμό και σε σφίγγει όταν ακούς για βία. Γι’αυτή τη βία του δυνατότερου προς τον ασθενέστερο. Και υπάρχει κάτι που φτερουγίζει μέσα σου όταν ακούς για την άλλη βία, τη βία του αδύναμου όταν καταφέρει ένα χτύπημα στον δυνατό. Και τότε ξεμυαλίζεσαι κι αρνιέσαι να πιστέψεις ό,τι ακούς στη γειτονιά σου, πάντεχε και στα δικά σου.
Υπάρχει κάτι που σε εμποδίζει να πιστέψεις το ρηθέν από τους λαϊκούς προφήτες: Όταν ακούς την αρκούδα στου γείτονα την αυλή, καρτέρα τη και στη δική σου. Είναι αυτό που σε φυλάει από τη βία μέσα σου. Είναι αυτό που σε θωρακίζει, σε προστατεύει. Και λέγεται ελπίδα κι όνειρο.
Όμως αλλού τ’ όνειρο κι αλλού το θάμα.
Κι αν περιμένουμε να ισιώσει ο γυαλός αυτός που όλοι αρμενίζουμε, ζήσε μαύρε μου να φας τριφύλλι.



2 σχόλια:

  1. Τα μεταξωτά βρακιά θέλουν και επιδέξιους κώλους...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Αμ'πότε σε ξεβράκωσα και δεν ήσουν χεσμένος;

    ΑπάντησηΔιαγραφή