Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χορός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χορός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 19 Ιουνίου 2014

Πάμε στο χορό;

Η είδηση της δικής μου μέρας είναι μικρή. Ασήμαντη για τους περισσότερους / κοσμοϊστορικής σημασίας στον τοπικό μικρόκοσμο. Μικροκοσμοϊστορική δηλαδή.

Λοιπόν.
Ο μικρός που μεγάλωσε, που τέλειωσε το σχολείο, που μου έχει ρίξει ένα κεφάλι και δε λέει να σταματήσει να ψηλώνει, που έχει βγάλει ένα αχνό μουστάκι-χνούδι, ορατό σε ειδικές συνθήκες φωτισμού και σε συγκεκριμένες οπτικές γωνίες, που δεν αποζητάει πια το δικό μου αγκάλιασμα, ε, αυτός τέλος πάντων, θα πάει στο χορό του σχολείου. Τον Χορό. Ναι, σ’ αυτή την αμερικανιά με τα καλά ρούχα, τα διαλεγμένα μετά από εξαντλητικό ποδαρόδρομο και ατελείωτο καμάρι της μάνας.
Έπρεπε λοιπόν να καλέσει Το Κορίτσι. Εντάξει. Όλα τα κορίτσια είναι Τα Κορίτσια, αλλά αυτό είναι Το Συγκεκριμένο που θα θυμάται μια ζωή γιατί θα είναι δίπλα του σε ένα ορόσημο. (Που πιο αμερικανιά, θα βγει η Κάρυ να μας ματοκυλίσει).
- Την κάλεσες;
- Όχι ακόμα.
- Γιατί αργείς; Θα την προλάβει άλλος!
- Το σκέφτομαι μαμά. Μαμά! Α!
- Μα τι σκέφτεσαι;
- Πως θα της το πω. Να το προβάρω, να το συζητήσω με τους κολλητούς. Άσε με! Άσε με!

Τικ-τακ, τικ-τακ.
- Την κάλεσες;
- Ναι.
- Και;
- Είπε θα το σκεφτεί.
- Ε; Τι; Βρε, της τα πες καλά ή ήσουν σαν αγγούρι;
- Ωραία τα είπα.
CUT! CUT!

Τρίτη 25 Ιουνίου 2013

Η ευτυχία είναι ένα μικρό πλάσμα

Νύχτα. Μια μπύρα και δεν δίνω δεκάρα για την παλιά και την καινούρια κυβέρνηση. Άναψα κάτι φαναράκια. Ρεσώ καπακωμένα με φτηνά μπουκάλια. Όλα κρεμασμένα από ένα μεταλλικό πλαίσιο. Κατασκευή της δεκάρας, που αιωρείται υπέροχα στο καλοκαιρινό μπαλκόνι. Θυμήθηκα ρακόμελα στα Κουφονήσια. Ένα μπαράκι, νομίζω Μύλος λεγόταν, με τα ίδια ακριβώς φαναράκια για να βρίσκεις και καλά το τραπέζι σου. Την τύφλα μας δεν βλέπαμε κι είχε και κάτι χωμάτινα σκαλοπάτια να φας τα μούτρα σου, αλλά τα ρακόμελα σκίζανε. Πριν καταλήξουμε στο μπαράκι, είχαμε ξεκινήσει τη μέρα  νωρίς. Πώς αλλιώς, όταν πας διακοπές με τα πιτσιρίκια. Μαζί με τους φίλους είχαμε τρία μικρά, κοινωνικότατα κι ακούραστα. Παραλία ποδαράτοι, μπάνιο ολοήμερο, παιχνίδι, ατελείωτες ερωτήσεις για τους γυμνούς(-ες) συν-λουόμενους(-ες) και τις ανατομικές λεπτομέρειες του καθενός(-μιάς), επιστροφή στα δωμάτια, ντους, ένας χαμός από μαγιώ, πετσέτες, μετρημένα μανταλάκια, μελτέμια, τα βρεμμένα στη μούρη ή στο χώμα, έξοδος για φαγητό, γεμάτα τραπέζια (τι εποχές, Θε μου!), τα μικρά πεινασμένα, αλλά ευτυχώς απασχολημένα με την παρέα, να τρώνε στη συνέχεια τ’ απίστευτα, που ποτέ-μα ποτέ- δεν θα τολμούσα να τους σερβίρω στο σπίτι και να θέλουμε και ποτό οι μεγάλοι –χαρά στα κουράγια μας- με τα παιδιά ξεσαλωμένα απ το εκδρομικό κι αναπάντεχο ξενύχτι. Να δοκιμάζουν γουλίτσες, να λιγώνονται με το μέλι, να ξαναδοκιμάζουν -λίγο μόνο, αν και κανείς δεν μπορεί να τσεκάρει στο σκοτάδι- να μας κοροϊδεύουν και να ξεραίνονται τα τρία τους αγκαλιασμένα στο διθέσιο καναπέ, απολύτως δικαιωμένα μια και όλα πια τα κατέκτησαν παρέα με τους μεγάλους. Λίγο πιο μεγάλα και τα ίδια κατά μία τεράστια, αξιομνημόνευτη μέρα. Κι οι μεγάλοι, να τα χαζεύουμε, να χαλαρώνουμε, να γελάμε με την κάθε σαχλαμάρα, να πίνουμε, να δακρύζουμε απ’ τ’  αστεία που δεν τα χωράει ένα τόσο δα νησάκι και να συλλογιόμαστε πως τα μελτέμια γεννιούνται απ’ τις ευτυχισμένες εκπνοές των παραθεριστών κι ότι εκείνη ειδικά τη νύχτα, πρέπει όλοι να ήταν πολύ-πολύ ευτυχισμένοι γιατί κόντευε ο αέρας να μας πάρει και να μας σηκώσει κι ένα θεός ξέρει πού ταξίδευαν τώρα τα μαγιώ κι οι πετσέτες. Κι ούτε να θυμάμαι πώς γυρίσαμε στα δωμάτια, μα νομίζω σταματήσαμε για λουκουμάδες.

Κυριακή 10 Φεβρουαρίου 2013

Ο Σίβα χορεύει

Τρεις είναι οι σημαντικότεροι Θεοί του Ινδουισμού. Ο Σίβα, ο Βισνού κι ο Βράχμα. Ο Σίβα θεωρείται ο σημαντικότερος όλων. Πιθανόν οι ψυχολόγοι να τον χαρακτήριζαν διπολική προσωπικότητα. Είναι ο θεός της καταστροφής και της δημιουργίας.

 Όταν ο κόσμος βουλιάζει στη διαφθορά, όταν η δικαιοσύνη αποκτά οργουελικές αποχρώσεις, όταν η υποκρισία αντικαθιστά τη γονεϊκή και κοινωνική ευθύτητα, τότε ο Σίβα χορεύει.

Απλώνει τα χέρια και περιστρέφεται. Σαν δερβίσης. Σαν ιερός ρεμπέτης. Ότι βρίσκεται μπροστά του αναλώνεται, μα πίσω απ’ την πλάτη του οργιάζει η δημιουργία, η αναγέννηση.

Ο Σίβα  χορεύει, όταν τα θεμέλια του κόσμου έχουν πια σαπίσει. Σε σάπια θεμέλια τίποτα δεν μπορεί να στεριώσει. Κι όταν ο χορός αρχίσει, είναι πια αργά για μετάνοιες.
Θα έλεγε κανείς πως είναι ο θεός της επανάστασης. Ξέρω πως τ’ αποτελέσματα των επαναστάσεων είναι συζητήσιμα. Η τύχη των επαναστατών σκοτεινή. Αν πίστευα στον Ινδουισμό θα έλεγα πως άνθρωποι και κοινωνίες παρασύρονται σ’ έναν συμπαντικό χορό. Αυτό που καταστρέφεται εδώ, μπορεί να δημιουργήσει ευτυχία σ’ έναν τόπο μακρινό, σε μια άλλη χρονική στιγμή. Η Γαλλική επανάσταση άφησε τη Γαλλία στα συντρίμμια και στην ηγεμονία ενός νέου βασιλιά. Όμως τα κυκλικά κύματα της πέτρας που πέταξαν οι επαναστάτες κάλυψαν τον πλανήτη. Θέσπισαν αρχές και ιδανικά, ριζοσπαστικά όχι μόνο για την εποχή αλλά και για τις γενιές τους μέλλοντος. Φαίνεται πως οι επαναστάτες κι οι επαναστάσεις απλώνονται στα χέρια του Σίβα. Είναι τα χέρια του Σίβα. Και είναι τα κάρβουνα της φωτιάς. Οι πρώτοι που αναλώνονται. Χορεύουν εκτός τόπου και χρόνου και πέρα απ’ τις επιθυμίες και τα όνειρα των  μικρών ανθρώπων. Ο Σίβα χορεύει ποδοπατώντας τους νάνους. Τους νάνους της ψυχής.
 

Σημ. : Ο μόνος ειρηνικός επαναστάτης, μετά το Χριστό, ο Γκάντι, ήταν Ινδουιστής.

Πέμπτη 20 Δεκεμβρίου 2012

Τα κορίτσια

Εικόνα από το flickr
Για κάποιες μουσικές, αξίζει  να γραφτούν κείμενα πολύ πιο όμορφα απ’ αυτό εδώ.
Από τα πιο αγαπημένα μου  και ταξιδιάρικα τραγούδια είναι το Orinoco Flow.

 Τι θα μπορούσα να γράψω γι αυτό; Κάτι άσχετο θα ‘ ναι, αλλά να τι ήρθε στο μυαλό μου.

Σε σπίτι φίλων.
Οχτώ μεγάλοι κι έξι πιτσιρίκια. Γλαρώνουμε στον καναπέ απολαμβάνοντας τα σπιτικά μας λικεράκια , όταν οι τρεις μικρότερες: 6, 7 κι 8 χρονών, πλησιάζουν ναζιάρικα και συνωμοτικά το σπιτονοικοκύρη. Λες κι απαιτεί επιπλέον καρύκευμα η  μαρμίτα της σαγήνης τους.

Τετάρτη 4 Ιουλίου 2012

Χορεύουμε. Χορεύετε;


Όταν είδα την ταινία «Χορεύετε;» (Shall we dance?) με τον Ρ.Γκιρ και τη Τζ.Λο(πεζ), που ουσιαστικά είναι ραμένη και γραμμένη στα μέτρα του αμερικάνικου χολυγουντιανού κινηματογράφου και της “follow your dream” συνταγής ένοιωσα ότι ανταποκρινόταν πλήρως στο συναισθηματικό μου κόσμο. Περνώντας ο καιρός, εκείνη η πρώτη μου αίσθηση επιβεβαιωνόταν από την υψηλή θέση που είχα χαρίσει στην ταινία στη δική μου κλίμακα κινηματογραφικών-και άλλων αισθητικών αξιών. Σημειώνω εδώ, ότι η προσωπική μου βαθμολογία καθυστερεί λίγο, καθώς συναρτάται ευθέως με την εντύπωση που (από)μένει στο πίσω μέρος του μυαλού και στο βάθος της καρδιάς μου. Και παρά το γεγονός ότι σε αυτό το σημείο οι σινεφίλ της παρέας θα μειδιάσουν ελαφρά, συνεχίζω να υποστηρίζω ότι παρόλο το γλυκανάλατο της πλοκής και τα φτωχικά σκηνικά της, κυρίαρχο στην ταινία-πολύ περισσότερο από άλλες εμπορικές χορευτικές ταινίες-βρίσκω το συναίσθημα· όχι μόνο το απλό, τετριμμένο συναίσθημα μιας νοικοκυρεμένης καθημερινότητας, αλλά και το πιο βαθύ που αναβλύζει με την πλήρωση των προσδοκιών και των ονείρων.