Κυριακή 15 Σεπτεμβρίου 2013

Ελεύθερη (;) στη Μακρόνησο

5.600 θεατές παρακολούθησαν την παράσταση «Ποιος τη ζωή μου», στη Μακρόνησο, βασισμένη στη ζωή του Μίκη Θεοδωράκη. Βρέθηκα ανάμεσα τους, παρέα με φίλους της καρδιάς.
Η παράσταση με συγκίνησε. Ναι, ήταν αγιογραφία, αλλά η ζωή του Μίκη -πριν τη μεταπολίτευση, υπήρξε  εναλλαγή δόξας και μαρτυρίου. Θυμίζει βίο μάρτυρα. Κι ας ήταν αμήχανη η μετέπειτα πορεία και οι επιλογές του. Ας συγκριθεί όμως μαζί του, όποιος έφτασε τόσες φορές κοντά στο θάνατο απαρνούμενος μια εύκολη ζωή.
Αλλά, για την παράσταση, έχουν μιλήσει ήδη πολλοί. Ήταν άλλωστε η τελευταία ευκαιρία να τη δεις κανείς και δεν έχει πολύ νόημα να προκαλέσεις το ενδιαφέρον όσων την έχασαν.
Να μόνο κάποιες σκέψεις καθώς περπατούσα στη Μακρόνησο.

Βαδίζοντας προς το αυτοσχέδιο θέατρο-πρώην λιμανάκι, είναι αδύνατο να μην ανασάνεις τις αναμνήσεις του χώρου. Η εικόνα είναι εδώ μα και δεν είναι ταυτόχρονα. Τα θυμάρια δεξιά κι αριστερά ευωδιάζουν, μα τους πήρε χρόνια να ξεπλυθούν από το αίμα των βασανισμένων. Τα φώτα του Λαυρίου δείχνουν ν’ απέχουν μερικές απλωτές. Όσο κοντά είναι το Αλκατράζ από το Σαν Φρανσίσκο. Το φεγγάρι χαράζει χρυσαφένιους δρόμους στην ήρεμη ράχη της θάλασσας, αλλά αυτή η ράχη έχει καταπιεί ανθρώπους στην αγριότητα ατελείωτων χειμώνων.
Ακολουθώ τα βήματα εκείνων που αρνήθηκαν να υπογράψουν δηλώσεις μετανοίας, μένοντας πιστοί στις αρχές τους. Γνωρίζοντας και εισπράττοντας το τίμημα. Είτε ασπάζεσαι είτε όχι τις ιδέες τους, δεν μπορείς να μην αναγνωρίσεις, την προσήλωση στα ιδανικά. Βαδίζω με σεβασμό. Τα χνάρια τους είναι πολύ μεγαλύτερα απ τα δικά μου.

Άραγε ν’ ατένιζαν τα φώτα απέναντι και να σκέφτονταν: "Να εκεί! Άνθρωποι ελεύθεροι"; Η μήπως,  οι λίγοι απ τους απέναντι να έδειχναν αυτά τα μυρμήγκια ν’ ανηφορίζουν το Γολγοθά, αντιγυρίζοντας το λόγο. Ποιος ήταν ελεύθερος;
Δεν είμαι παρά επισκέπτης. Ανήκω στους απέναντι. Αυτούς που σέβονται από μακρυά, αλλά δεν θα τολμούσαν ούτε μια μέρα της ζωής τους να περάσουν στο Ελληνικό Νταχάου. Γιατί περί αυτού πρόκειται. Με τη διαφορά, πως το Νταχάου αποτελεί επισκέψιμο μνημείο. Η Μακρόνησος αφέθηκε να γίνει γκρεμίδι. Οι απόγονοι των Ναζί, που κάποιοι εθνικόφρονες τους αντιπαθούν σήμερα (τους απογόνους και όχι τόσο τους ναζί), αποδέχτηκαν το ρόλο τους και επιδεικνύουν την επώδυνη ιστορική μνήμη. Σύσσωμες οι μεταπολιτευτικές κυβερνήσεις της Ελλάδας θάβουν τη σύγχρονη ιστορία μας μέχρι ν’ απέχουμε τόσο απ’ αυτήν, ώστε να σου ξεφουρνίσουν εκείνο το ασυλλόγιστο: δεν έχει πια σημασία.
Κάποιο λίγοι επιζώντες –ως επί το πλείστον ανάπηροι απ τα βασανιστήρια- κι οι συγγενείς των θυμάτων, κάνουν τρισάγια στο στοιχειωμένο τόπο. Λες κι είναι μόνο οι οικογενειακές τους ιστορίες. Λες και οι θηριωδίες που διαπράχθηκαν εδώ δεν μας αφορούν όλους.
Αν μετά τη δικτατορία, θέλαμε στ' αλήθεια ν’ αλλάξουμε πορεία, αυτή η χαυνωτική λήθη έπρεπε να μείνει μακρυά. Μα έλα που βολεύει τόσο τις θεωρίες των ίσων αποστάσεων, των χαραγμένων με το διαβήτη (τη γνωστή εκφυλιστική νόσο μάλλον, παρά το γεωμετρικό όργανο). Έλα που ελλοχεύει ο κίνδυνος των προφανών ερωτήσεων.
Και να μαστε εδώ, χωρίς πνευματικούς ανθρώπους του μεγέθους ενός Θεοδωράκη και ενός Χατζηδάκη, να ακούμε με προσοχή τις προσεγγίσεις κάποιων ταλαντούχων μεν, κυνικών δε, τύπων. Οι λεγόμενοι πνευματικοί άνθρωποι του σήμερα μοιάζουν τόσο μικροί δίπλα στους ανθρώπους του τότε. Αναλόγως μικροί είμαστε κι εμείς. Η εποχή αντίθετα, δεν είναι μικρή για να μας αντέξει.
Παρακολουθώντας την παράσταση, μ’ εντυπωσίασαν δύο τρία στοιχεία του νεαρού Μίκη. Το πρώτο είναι πως είχε όλα τα χαρακτηριστικά της νιότης. Ενθουσιασμό, αυταπάρνηση, ορμή, τόλμη, πίστη, ρομαντισμό, αίσθηση παντοδυναμίας. Οι σημερινοί λεγόμενοι πνευματικοί άνθρωποι, δείχνουν να γεννήθηκαν στραβωμένοι. Γεροπαράξενοι. Το δεύτερο χαρακτηριστικό του Μίκη ήταν πως επιζητούσε την συμπαντική αρμονία, θεώρηση που τον ανύψωνε από τη φραγκοφονιάδικη ματιά των «διαδόχων». Τέλος, ακόμα και στη μεγαλύτερη σκοτεινιά διέκρινε ελπίδα.
Δεν έχουμε σκοτεινιάσει αρκετά για να τη δούμε κι εμείς;

Σάββατο 14 Σεπτεμβρίου 2013

Μικροί δραπέτες


Η εποχή του ΔΝΤ σήμανε το τέλος των δωρεάν αγαθών. Το δωρεάν λοιδορείται. Ποινικοποιείται και ενίοτε τιμωρείται με εκτέλεση.Τσαμπατζήδες εκπαραθυρώνονται και άνθρωποι του πνεύματος –σχεδόν- χειροκροτούν τους δημίους. Σ’ αυτό τον παράξενο χωρόχρονο της επικηρυγμένης χαράς, στον τόπο της άγριας φορολογίας που μόνο τον πρωταρχικό σκοπό της, την επιστροφή δημόσιων αγαθών και υπηρεσιών δεν εξυπηρετεί, υπάρχουν ακόμα κάποιοι μικροί δραπέτες. Πράξεις ανθρώπων αποκομμένες απ τους ίδιους και γι αυτό ολότελα αθώες. Στιγμές αντίστασης. Ακαπέλωτες κι αυθόρμητες.
Τις συλλέγω σαν σπάνια πετράδια.

Ξύπνησα πολύ πρωί αυτό το Σάββατο κι ήταν ευκαιρία να τελειώσω εκείνες τις δουλειές-στοιχειά της βδομάδας. Περνώντας έξω απ το δωμάτιο των παιδιών σταματώ για το καθιερωμένο χάζεμα. Παλιότερα τους φύλαγα την ώρα που κοιμόντουσαν, μα από τότε που μπήκαν για τα καλά στην εφηβεία, αρκούμαι σε μια μακρινή ευχή. Τα πρόσωπά τους, σκληρά γυμνασμένα μπροστά στον καθρέφτη στην υιοθέτηση του κοινωνικά αποδεκτού cool ύφους, τώρα έχουν χάσει κάθε προσποίηση. Είναι δυο όμορφα και ήρεμα παιδιά. Όσο αυτά κοιμούνται, η αθωότητα ξαγρυπνά πάνω απ τα κεφάλια τους.

Στη λαϊκή ο μανάβης συζητάει με τη μητέρα του.
-          Να βάλουμε τα λεμόνια 20 λεπτά πιο πάνω;
-          Όχι!
-          Μα τι θα βγάλουμε;
-          Ότι βγάλουμε! 5 δραχμές. Ναι, δραχμές! Μην με κοιτάς έτσι!

Στο σπίτι κάποιος έχει ξεχάσει την τηλεόραση ανοιχτή και το παράνομο μεγαλοκανάλι ξεφορτώνει σκουπίδια στο σαλόνι. Κόβω φρούτα στην κουζίνα και τα χέρια μου κολλάνε για να πιάσω το τηλεκοντρόλ. Κολλάει και το μυαλό μου. Η αηδία έλκει τα ταπεινότερα ανθρώπινα ένστικτα. Αυτά που συμπεριφέρονται σαν μύγες. Βουίζουν οι μύγες της οθόνης, βουίζει και το κεφάλι μου. Και κει που λέω πως όλα συνηθίζονται κι η βρώμα και το ψέμα κι η αλλοίωση της πραγματικότητας κι αποχαυνωτικά βυθίζομαι στο βούρκο που έχει καταπιεί το σπίτι, ένας άγγελος τραγουδάει. Η φωνή δεν μοιάζει του κόσμου τούτου. Τα λόγια ηχούν ακατανόητα. Είναι σε μια γλώσσα που έχω ξεχάσει. Κλείνω την τηλεόραση κι η αποφορά αποσύρεται μαζί με τα ραδιοκύματα. Βγαίνω στο μπαλκόνι κι εντοπίζω τον άγγελο. Είναι η μικρομανούλα του κάτω ορόφου που νανουρίζει την μπέμπα της.

Η φωτογραφία είναι του Λεωνίδα

 

Τρίτη 10 Σεπτεμβρίου 2013

Η παραμονή (ή don't be afraid of Maths)


Όπως όλες τις παραμονές της ζωής μου, δηλώνω πως θα κοιμηθώ νωρίς, λέω πάω για ύπνο και εννοώ πάω να φτιάξω την αυριανή μου μέρα. Να την πλάσω κατά το πως θέλω και επιθυμώ. Να τη ζουλήξω μέχρι να τη χωρέσω στα όνειρά μου. Δεν έχω άγχος. Μόνο γλυκειά προσμονή. Την προσμονή που κάνει την καρδιά να φτερουγίζει και το στομάχι να σφίγγεται. Κι όταν σβήσουν όλα τα φώτα, τότε ανοίγω τα μάτια της νύχτας, αρχίζω να καταλαγιάζω και καρφώνομαι στο ταβάνι. Εκεί εκτυλίσσεται το μαύρο θέατρο της ευσεβών πόθων μου.
Έτσι ήταν και όταν πήγαινα σχολείο. Φανταζόμουν ό,τι ήθελα να φανταστώ. Τους μελλοντικούς συμμαθητές, την αγαπημένη δασκάλα, το φωτεινό κτίριο με τα μεγάλα παράθυρα και τις μαρμάρινες σκάλες, τα αστεία που θα έλεγα, τις φάρσες που μου έμαθε η καλοκαιρινή παρέα, τα παιχνίδια της γειτονιάς που θα μετέφερα στο προαύλιο, το πρόγραμμα με τα μαθήματα που, από τα μεγαλύτερα ξαδέρφια, ήξερα ότι θα έκανα...και μαζί έναν ανεπαίσθητο φόβο για το δυσκολότερο μάθημα, την αριθμητική, μαζί με τις πράξεις, τα γινόμενα, τα κλάσματα, τους διαιρέτες, τους μιγαδικούς, τους αρνητικούς, τα σύνολα, τα ολοκληρώματα, τις εξισώσεις πρώτου και νιοστού βαθμού.
Κα τότε την ακούω-και πάντα θα ακούω-τη φωνή του πατέρα, που ξεχωρίζοντας ένα-ένα τα δάχτυλα του χεριού μου με καθησυχάζει, μην φοβάσαι, τα μαθηματικά είναι απλά, είναι μόνο δέκα αριθμοί, 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9 και 0, μόνο αυτούς αρκεί να ξέρεις και θα ξέρεις όλα τα μαθηματικά του κόσμου.

Το 27λεπτο φιλμάκι της Ντίσνεϋ είναι του 1959 και εξοικιώνει τα παιδιά με το μαγικό κόσμο των αριθμών (σε  δύο μέρη με ελληνικούς υπότιτλους)

Πέμπτη 5 Σεπτεμβρίου 2013

Πρώτη μέρα σχολείο

Ο μεγαλύτερος κατά πέντε χρόνια αδερφός μου είχε ξεκινήσει το σχολείο. Το απεχθανόταν. Κάθε πρωί έφευγε απ’ το σπίτι με κλάματα. Ένα-ένα αποσπούσαν δαχτυλάκια από γαντζωμένα αντικείμενα. "Άδραξε τη σταθερότητα του σπιτιού" έμοιαζε να είναι το μοτίβο των πρώτων σχολικών του χρόνων. Απορούσα. Για μένα το σχολείο αποτελούσε ένα όνειρο. Είχα νοητά ζωγραφίσει τους τοίχους με ζωηρά χρώματα. Γελαστούς ήλιους, φουσκωτά σύννεφα, λουλούδια. Χώρους να περιβάλλουν χαρούμενα παιδιά. Τους μελλοντικούς μου φίλους. Όλους και όλες όμορφους κι ευτυχισμένους. Η τάξη όπου λαχταρούσα να βρεθώ βρισκόταν δίπλα σ’ έναν κήπο χωρίς φράκτες. Το πιο πολύ μάθημα γινόταν έξω κι η δασκάλα... ω, η δασκάλα, ήταν ένας κλώνος της μαμάς και του μπαμπά. Είχε το βλέμμα της αγάπης, το χαμόγελο της παρηγοριάς και την παιχνιδιάρικη διάθεση, όπου κάθε νέα γνώση ήταν κοινή κατάκτηση εκπαιδευτή κι εκπαιδευόμενου, κατάληξη ενός τρεχαλητού, μιας μαντεψιάς, ενός κυνηγιού θηασυρού. Κι αυτό ήταν το σχολείο όπου ήθελα τόσο πολύ να πάω. Αυτό ήταν το σχολείο όπου ήμουν σίγουρη ότι θα βρεθώ. Ναι, η ανάμνηση είναι τόσο έντονη που την θυμάμαι ακόμα. Δεν έχω ιδέα πώς βρέθηκε στο μυαλό μου.
Τα χρόνια πέρασαν κι ήρθε η ώρα να πάω στη 1η δημοτικού. Με τη μαμά και τη γιαγιά στο σπίτι, δεν είχε υπάρξει η ανάγκη παιδικού σταθμού ή νήπιου. Η εικόνα του ονειρικού και απολύτως εφικτού κατά την φτωχή μου αντίληψη σχολείου βρισκόταν αμετακίνητη στο νου μου.
Η πρώτη μου επαφή με το σχολείο ήταν κάπως έτσι:

Τρίτη 3 Σεπτεμβρίου 2013

Η τελευταία φορά



How beautifully leaves grow old.
How full of light and color are their last days.
John Burroughs
 
Το τελευταίο τσιγάρο. Αυτό των αναχωρητών. Το τελευταίο γεύμα. Αυτό των μελλοθανάτων. Η τελευταία ανάσα. Αυτή των πρωταθλητών. Η τελευταία βουτιά.  Αυτή των παραθεριστών. Το τελευταίο είναι και το γλυκύτερο και το ελκυστικότερο. Μόλις συνειδητοποιήσεις το τετελεσμένο, πυροδοτείται ο πόθος σου. Όταν σε περιορίζουν ξεκινάς την αντίστροφη μέτρηση για την κατάρριψη του περιορισμού σου. Κι αν η μαλθακότητα σε έχει κάνει αδύναμο, τόσο πιο λυσσαλέα αναζητάς το ανέφικτο.  Όταν οι δυνάμεις σε εγκαταλείπουν, τόσο πιο απεγνωσμένα θέλεις να ζήσεις. Κοιτάς απελπισμένα τους γύρω σου κι αρπάζεσαι από πάνω τους. Αν προλάβεις.
Αν τρέχεις πίσω από το χρόνο, ο χρόνος τρέχει ακόμα γρηγορότερα: αυτός είναι ο νόμος της κατανάλωσης, του ξοδέματος. Ό,τι κατακρατάς, σε κατακρατάει, ό,τι σε κάνει ιδιοκτήτη σε γερνάει: αυτός είναι ο νόμος της ενηλικίωσης. Προσαρμόζεσαι· αυτός είναι ο νόμος της ζωής, της επιβίωσης.
Την πρώτη φορά πατάς ανάλαφρα· καρκινοβατείς. Την  τελευταία  έχεις κάνει την επιλογή. Και αυτή σε ορίζει και σε βαραίνει. Η ιστορία σου παραμένει ο έσχατος ορίζοντας δημιουργίας και φθοράς, παραγωγής και καταστροφής,.
Φεύγοντας, θα θυμάσαι αυτό που χάνεις εντονότερα από όσο όταν το είχες. Εγκαταλείποντας τη θέση σου, θα αναπολείς ισόβια την τελευταία στιγμή. Η ύστατη εικόνα αέναα θα σε στοιχειώνει.
Κοιτάζω την έρημη παραλία.  Σβήνω απ’ την άμμο όλα τα χνάρια που με κυνηγάνε. Στο τέλος, σβήνω το τσιγάρο. Στην  τελευταία βουτιά μου για φέτος ρουφάω όσο πιο πολύ νερό αντέχω, μέχρι να γεμίσουν τα πνευμόνια μου. Κανείς δεν μπορεί να πνιγεί μόνος του. Τα αντανακλαστικά με σώζουν. Ευτυχώς.
 

(*H φωτό του Λεωνίδα…με τη μηχανή μου:)