Κατεβαίνοντας σήμερα απ’ το λεωφορείο με το συνάδερφο, συναντήσαμε
μια ομάδα από... Ω, θα καταλάβετε αμέσως, το είδος της ομάδας. Φέρει τ’ όνομα ενός
γράμματος. Ή της εκβολής ενός ποταμού. Ξέρετε. Εκεί μου μαζεύεται η βρωμιά.
Εκεί που οι προσχώσεις μολύνουν τη θάλασσα.
Σιδερόφρακτοι, πάνοπλοι, με τις μηχανές, με το ύφος του
τσόγλανου και τα γιλέκα τ’ αδιάτρητα απ’ την ανθρωπίλα. Παλιά, σκεφτόμουν, πως κάποτε, κάποιοι απ’ αυτούς, μπορεί ν’
αλλάζαν δέρμα. Να παρατήσουν τις στολές στη μέση του δρόμου ή έστω να τις καταχωνιάσουν
στο μπουντρούμι. Να πατήσουν αυτό το ύφος της εξουσίας σαν τσιγάρο που μόλις
σιχάθηκαν. Παλιά. Τώρα, δεν σκέφτομαι. Μόνο ανακατεύομαι. -Εκατό κιλά είναι ο εξοπλισμός τους, παρατήρησε ο
συνάδερφος. -Και τους τα ‘χουμε όλα πληρωμένα εμείς,
συμπλήρωσα με μούτρα. Εντός κι εκτός. -Την μπέμπελη θα βγάλουν μ’ αυτή τη ζέστη. Και σκέφτηκα πάλι. Και να ξαπλωθούν κάτω από θερμοπληξία, δεκάρα
δεν δίνω. Σαν να κοπάνησα αιφνιδιαστικά σε καθρέφτη. Χωρίς να οχυρωθώ
πίσω από χαμόγελα. Πριν στρώσω τα μαλλιά. Πριν μαλακώσω. Σκληρότητα. Να μου ‘λεγες
μερικά χρόνια πριν, πως θα λογάριαζα
έτσι ανθρώπους, θα σε πέρναγα για παλαβό.
Μην τους κοιτάμε για λίγο. Όσο και να ‘χουμε το νου μας,
κρατούν μαχαίρια. Ας αρπάξουμε μια άκρη από κείνο το σύννεφο που μου μοιάζει. Να
κρατήσουμε για λίγο το κεφάλι έξω απ ‘ το νερό. Ν’ αναπνεύσουμε βαθιά. Να θυμηθούμε
τ’ άγγιγμα. Το δέρμα. Τον τρόπο που κρατάει το στυλό. Τη μυρωδιά των μαλλιών τους.
Τ’ ανέγγιχτα μάτια των παιδιών μας. Τα κύματα, τις σαχλαμάρες, το πώς χτυπούσες
τα πόδια απ’ τα γέλια, τις βουτιές, τα φύλλα, τα φιλιά, τη γη που ανέπνεε κάτω απ’ τα γυμνά μας
πόδια –να άκου την καρδιά της να χτυπάει στις πατούσες σου- τα δέντρα, τις ανάσες,
τους αναστεναγμούς, την άμμο να γλιστράει στα δάχτυλα, τότε που ο μπαμπάς
άνοιξε τα μάτια και γέλασαν. Σαν από μόνα τους. Ή σαν να ήταν μόνο μάτια. Λίγο πριν. Να θυμάμαι. Να θυμηθώ. Να
θυμηθούμε. Ν’ ανασάνουμε. Να σκεφτούμε. Πριν.
"Καλά όλα αυτά*, αλλά η σκληρή πραγματικότητα είναι μία. Δεν χωράμε σ' αυτό τον τόπο. Είμαστε πάρα πολλοί κι οι ξένοι πρέπει να φύγουν. Διαφορετικά σε λίγο θα φάμε ο ένας τον άλλο."
Το επιχείρημα το έχω ακούσει από κόσμο πολύ. Ο αριθμός των υποστηρικτών αυτής της φράσης, σε άλλες εποχές, θα ήταν τρομακτικός. Αλλά παλιά τρόμαζα στα θρίλερ. Τώρα απέκτησα αυτή τη μορφή ανοσίας που τι λες κι αναισθησία. Όλοι αυτοί που παλιά έλεγαν -ναι είμαστε πίσω σε σχέση με του δυτικούς, αλλά εμείς ρατσιστές δεν είμαστε- έχουν δικαίωμα ψήφου και κανείς τους δεν είναι υποστηρικτής της αποχής. Όλοι αυτοί αδιαφορούν για τους μαχαιρωμένους μετανάστες, όσα βίντεο, όσες φωτογραφίες κι αν τους δείξεις. Αδιαφορούν και για σένα και για μένα, αλλά ακόμα ντρέπονται να το πουν δυνατά. Ενδέχεται και να σε μισούν. Γιατί είσαι δημόσιος υπάλληλος, γιατί είσαι ιδιωτικός με δουλειά, γιατί είσαι ελεύθερος επαγγελματίας και σίγουρα θα φοροδιαφεύγεις, γιατί είσαι άνεργος και καμιά φορά διαμαρτύρεσαι γι αυτό και μπορεί να τους κλείνεις το δρόμο για τη δουλειά/τα ψώνια/τον καφέ/το...σιγά μη σου δώσουμε λογαριασμό ρε φίλε.
Αλλά στ' αλήθεια τι σημαίνει αυτό το "είμαστε πάρα πολλοί;"
βιάζομαι όμως...είναι τόσα τα πράγματα...κι εγώ πάλι βιάζομαι...
πάντα βιαζόμουν όταν ερχόμουν να σας δω...
ξέρεις, η καθημερινότητα...το χρέος...κι η ευχαρίστηση που το εκπλήρωνα...
να ελέγξω τους λογαριασμούς που πλήθαιναν
να δω τη γαρδένια που άνοιξε
να φτιάξω τα κανάλια στην τηλεόραση
να ρυθμίσω την ώρα στο κινητό σου
κάποια ηλεκτρονική συσκευή που αποσυντονίστηκε...
μικρές-μικρές αγγαρείες για τις οποίες καμιά φορά βαρυγγωμούσα, γιατί μου έκλεβαν από την ώρα που αφιέρωνα για να σας δω και να τα λέμε, το χρόνο, τον μετρημένο, τον βδομαδιάτικο ..
και μετά, να μην ξεχάσω να πάρω όσα μου επιδιόρθωσες
να πάρω κι ένα πεπόνι ωραίο που μου αγόρασες
ό,τι σου ζητούσα-μερικές φορές κι επίτηδες φυσικά-το ήξερες, αλλά δεν έλεγες τίποτε, την επομένη φορά το είχες διεκπεραιώσει, αψόγως, όπως πάντα...καμιά φορά έκανες και λάθος, όσο βάραινε ο χρόνος και σου καρφώνονταν αλλόκοτες οι σκέψεις στο μυαλό, και σου 'βαζα τις φωνές, σαν τη μάνα μου κι εγώ...
αλλά κι εσύ βιαζόσουν τώρα πια...όλο και περισσότερο βιαζόσουν τελευταία, να προλάβεις να τα διεκπεραιώσεις όλα...κι εσύ βιάστηκες...πριν προλάβω να γυρίσω...δεν με περίμενες...έχασα μια αγκαλίτσα κι ένα φιλάκι στο μάγουλο...μα περισσότερο έχασα την ασπίδα μου...αυτή που με έκανε αδιάτρητη στα μάτια του κόσμου...ξέρω, μου το είπαν κι όλοι, η σκέψη σου θα με συντροφεύει, έτσι θέλω κι εγώ, κι από παιδί ξέρω ότι κανείς δεν μπορεί να με εμποδίσει να κάνω αυτό που θέλω...αυτό το πήρα από σένα, γιαυτό και σέβομαι την επιλογή σου, να πιέσεις τα πράγματα, να φύγεις ξαφνικά και γρήγορα, όρθιος και ανεξάρτητος, βιαζόσουν, δεν το κατάλαβες, αλλά και πάλι, κι αν την τελευταία στιγμή το μετάνιωσες;