Πέμπτη 2 Ιανουαρίου 2014

Προσμονή


Φωτογραφία του Λεωνίδα

Tο κορίτσι είναι μικρό. Παραμονή Χριστουγέννων κι έχει μείνει μόνη. Οι γονείς τής απέσπασαν την υπόσχεση να καθίσει ήσυχη. Βγήκαν για τα τελευταία ψώνια.
Έχει παρατάξει κουκλιά, ζώα, κύβους, στο πάτωμα. Λικνίζεται σε μια σιδερένια κούνια, που σύντομα δεν θα τη χωράει και λέει στα παιχνίδια να ησυχάσουν. Έχει σβήσει το φως. Τα μάτια συνήθισαν στο σκοτάδι. Ελέγχει το χώρο σαν γάτα. Δεν φοβάται. Μουρμουράει ένα αγγλικό τραγούδι. Δεν καταλαβαίνει τους στίχους. Εφευρίσκει  λόγια δικά της. Στ’ αυτιά της ακούγονται σωστά. Δεν διδάχτηκε το νόημα της θρησκευτικής γιορτής. Για κάποιο λόγο, περιμένει το φως. Γι αυτό έσβησε τις λάμπες . Να του κάνει χώρο. «Σε λίγο», λέει στα παιχνίδια, «θα ορμήσουν τα Χριστούγεννα στο δωμάτιο. Θα σας γυρίσουν ανάποδα. Θα σας ζεστάνουν ξαφνικά. Μερικά μπορεί να καείτε, αλλά δεν θα πονέσετε». Συμφωνούν; Φυσικά. Τα μικρά κορίτσια έχουν πάντα δίκιο. Το νοιώθουν άλλωστε πως κάτι έρχεται. Τρέμει ο αέρας. Τα κομμάτια του γίνονται άστρα. 

Λίγο πριν την έκρηξη, ακούγεται το κλειδί να γυρνάει στην πόρτα.
Το φως αποσύρεται. Η μικρή ταραγμένη ανάβει τη λάμπα και κάνει πως παίζει.

Πολύ καιρό μετά, κρατάει μια γωνιά στο μυαλό ολοσκότεινη. Περιμένει κάθε μεσάνυχτα Παραμονής το φως να την αναποδογυρίσει. Να την κάψει.


*Iστορία για το πρωτοχρονιάτικο φύλλο της Αυγής στo πλαίσιo blogo-αφιερώματος, μετά από πρωτοβουλία του Βιβλιοθηκάριου. Συμμετείχαν επίσης: Silentcrossing / Αναγεννημένη /  Καραντί / Αντιδρασέξ / Βιβλιοθηκάριος / PassionFlower / Ερυθρό Καγκουρώ / Μπανάνα / George Le Nonce./ Kizilkum  
Για το Χριστουγεννιάτικο φύλλο είχαν γράψει οι: Βυτίο / Τσαλαπετεινός / Ιφιμέδεια / Ποδηλάτισσα / Κυνοκέφαλοι / Ο Ήχος του Ανέμου

Κυριακή 29 Δεκεμβρίου 2013

Τι να ευχηθώ;

 Κάθε χρόνο πριν ξεκινήσει η εορταστική περίοδος ξεφυλλίζω τις κάρτες τις παλιές, προσπαθώντας να γυρίσω το χρόνο λίγο πίσω και να ζυγιάσω τις παλιότερες καταστάσεις με τις τρέχουσες και να βάλω μπροστά τα θέλω και τα επειδή του νέου χρόνου. Οι ευχές στο χαρτί μένουν λιγάκι παραπάνω και τις βρίσκεις ευκολότερα από αυτές που κείτονται μέσα σε εξεζητημένα backup. Ελάχιστες ηλεκτρονικές κάρτες συντηρούν στη μνήμη μου το πρόσωπο που τις έστειλε. Σε αντίθεση με τις χάρτινες. Με γλυκύτητα θυμάμαι τις κάρτες που ξεδιπλωνόντουσαν πάνω στην οικογενειακή βιβλιοθήκη, μαντόνες, φάτνες και άφυλοι μάγοι δίπλα-δίπλα με χοντρούληδες αγιοβασίληδες και άκαμπτα έλατα. Κυρίως όμως κολλούσα σε αυτές με το χιόνι και τα παιδάκια να κάνουν πατινάζ ή σέρνουν έλκηθρα και που ενστάλαζαν μέσα μου το πρότυπο των λευκών Χριστουγέννων του δυτικού κόσμου. 
Φέτος, ο συνήθης εορταστικός εσμός με πιάνει απροετοίμαστη. Ιδιαίτερα στη δουλειά. Να δεχτώ ευχές από ανθρώπους που δεν συμπαθώ. Να πω ευχές σε ανθρώπους που λοιδωρώ. Και έτσι κρύβομαι πίσω από δεξαμενές με χημικά και πίσω από κλειστές πόρτες γραφείων. Μια δυσανεξία στις τυπικές ευχές των ημερών. Μια φαγούρα στο χέρι μπας και ρίξω χαστούκι, αντί για αγκαλιά.
Αλλά στους άλλους, στους φίλους τους αγαπημένους, τι να ευχηθώ τώρα; Τώρα που τα δύσκολα έχουν έρθει για να μείνουν. Σε αυτούς που επιλέγουν να ζουν στη χώρα αυτή, στην ήπειρο αυτή, στην πόλη αυτή και που δεν θέλουν η φυγή τους να είναι η επιλογή κάποιων άλλων. Σε αυτούς λοιπόν σας/τους εύχομαι:


  1. Δύναμη - λίγη παραπάνω
  2. Τύχη – εκ των ουκ άνευ
  3. Χαρά - να την αναζητάτε
  4. Υγιεία - προϋποθέτει τα 1-2-3
  5. Αγάπη – πάντα και παντού

Κυριακή 22 Δεκεμβρίου 2013

Οι κύκλοι της αγάπης


Γύρισε τα ξημερώματα από την εκδρομή του σχολείου. Εφτά μέρες έλειπε κι όταν τον είδα να κατεβαίνει απ’ το πούλμαν, πήγα να τον αγκαλιάσω. Μα τα μάτια τα λατρεμένα, μου έριξαν έναν απολύτως εστιασμένο κεραυνό: «Μην τολμήσεις! Μας βλέπουν! Δεν θέλω να λένε ότι αυτόν τον φιλάει η μαμά του μες τον κόσμο.»

Σέρνοντας τη βαλίτσα στο σπίτι, οι απαγορεύσεις λύθηκαν. Κι αφού τελείωσε με τις γονεϊκές αγάπες, ξάπλωσε στο πάτωμα, δίπλα στην τυλιγμένη κουβέρτα. «Μωράκι μου;» είπε στο  κοιμισμένο γατί. «Πόσο μεγάλωσες αυτές τις μέρες! Δεν είσαι πια γατάκι. Σου έλειψα; Εμένα μου έλειψες πολύ!» κάπου εκεί, μια υποψία λυγμού στοίχειωσε τα μάγουλα και κατηφόρισε προς τον τριχωτό αποδέκτη της.
Πλινγκ!
Το αιλουροειδές τεντώθηκε κι έπιασε να του γλύφει τα χέρια, τα δάκρυα. Διαθέτουν τα γατιά, έναν πολύ ξεχωριστό τρόπο να σου δείχνουν πως η καρδιά τους χτυπάει πιο δυνατά για σένα. Γουργουρίζουν. Σε κυκλώνουν με ουρά- υψωμένη σημαία. Δημιουργούν σχοινιά στον αέρα και σε δένουν.
Σκεφτόμουν μετά, πως κάπως έτσι μεγαλώνει η αγάπη κι απλώνεται. Στην αρχή αγαπάς αυτούς που σε προσέχουν. Τους γονείς, τους παππούδες σου. Μετά η αγάπη αλλάζει κέντρο βάρους. Μεταφέρεται σ’ εκείνους που νοιάζεσαι εσύ. Μέχρι που κάποια στιγμή, αυτοί που νοιάζεσαι κάνουν έναν κύκλο τόσο μεγάλο που χωράνε πάλι κι εκείνους που σε νοιάζονταν από μικρό.  Το νοιάξιμο βγάζει ρίζες, διακλαδώνεται και τους μπερδεύει όλους.
Τη Δευτέρα παίρνει βαθμούς, μα λίγη σημασία έχουν. Αυτό που ήθελα να μάθει καλύτερα, φαίνεται πως το κατακτά.

Δευτέρα 16 Δεκεμβρίου 2013

Το τυχερό μου δεκατριάρι

13 είναι το νούμερο που δεν θα βρεις σε αεροπορικό κάθισμα. Το δωμάτιο 13 ή 113 ή 213, απουσιάζει από πολλά ξενοδοχεία. Αν δεν το κοιτάς, είναι σαν να μην υπάρχει. (Νομίζεις.) Ατυχώς, στην αρίθμηση των ετών, τα 13άρια είναι παρόντα. Δεν περάσαμε από το 2012 στο 2014. Νομίζω πως ακόμα κι αν σε όλο τον υπόλοιπο κόσμο, αποφάσιζαν να παραλείψουν το 2013, στην Ελλάδα θα το διανύαμε με απόφαση της τρόικας (μεταφρασμένη σε πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου). 
Τόσοι πολλοί στόχοι, τόσο λίγος χρόνος. 
Και το 2013 υπήρξε έτος βραχύσωμο. Κυρίως γι  αυτούς που ξεψύχησαν πριν ακόμα τελειώσει. Με τη βοήθεια των διεθνών υποστηρικτών μας και των εκλεγμένων αντιπροσώπων  μας, το 2013 πάει για νέο ρεκόρ αυτοκτονιών. Το Δίκτυο Καταγραφής του Κέντρου Πρόληψης της Αυτοκτονίας κατέγραψε ήδη 231 αυτοκτονίες από τον Ιανουάριο μέχρι τον Αύγουστο του 2013. Κι όλα αυτά χωρίς να συνυπολογίζουμε τους θανάτους από μαγκάλια, σόμπες, κεριά. Χωρίς να προσμετράμε τους φόνους των φασιστών, τη μαυρίλα, την απελπισία, την ταπείνωση που ακόμα ανασαίνουν. Δηλητηριάζουν και αυτοφαρμακώνονται.


Έτσι λοιπόν θα χαιρετήσω τη χρονιά; 
Μετρώντας τη μακριά σειρά των εκλιπόντων; 
Μα, όχι!
Ίσως να φταίει που τα μυαλά μου δηλώνουν τόπο μόνιμης κατοικίας τα σύννεφα, ίσως να είναι προσωπικός αυτοματισμός, μια στρουθοκαμηλική άμυνα πασπαλισμένη με ολίγη γαϊδουριά. Μα είναι εδώ. Είμαι εγώ και με κοιτάω με επιείκεια. Δεν είναι του γούστου μου η αυστηρότητα ούτε και μου ταιριάζει. 

Τρίτη 10 Δεκεμβρίου 2013

στην ουρά



Κάθομαι και περιμένω. Μάλλον είμαι όρθια και περιμένω στην ουρά. Οι πληροφορίες επιμένουν για το καλύτερο σουβλάκι της πόλης ή της γειτονιάς. Η πόλη μου, στη γειτονιά μου έχει μαζέψει. Η ουρά δεν μοιάζει με εκείνη του συσσιτίου, της ΔΕΗ, της εφορίας. Καμία σχέση με τις ουρές στις χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ· δεν τη διαχειρίζεται το κράτος ή η εκκλησία αυτήν · είναι η ουρά της ελεύθερης αγοράς, της ελεύθερης παραγωγής και της ελεύθερης βούλησης. Δεν βαρυγκωμώ γιατί και στο φούρνο την ίδια ουρά κάνω, και στη λαϊκή το Σάββατο το ίδιο. Η ποιότητα επιπλέει και για όσους αντέχουν ακόμη, μετράει. Αρκεί να έχουν τη σωστή πληροφορία. Διαφεύγουσα τσικνίλα και σιελόρροια. Τριγύρω μου κι άλλοι καλοβαλμένοι και καλοβολεμένοι-μάλλον, έτοιμοι για το συσσίτιο της γρήγορης, φθηνής αλλά ποιοτικής κατανάλωσης. Περιμένουμε. Κοιτάμε αφηρημένα τους άλλους. Άνθρωποι σε αέναη κίνηση. Ώρα αιχμής το λένε. Prime time για τους πληροφορημένους και ποιοτικούς. 

Σαν ακούρδιστος μετρονόμος μέσα στο συντονισμένο πηγαινέλα μου αποσπά την προσοχή. Στέκεται στην άκρη του μεταλλικού πάγκου και αμήχανα παλεύει με το μπουφάν του. Γέρνω δειλά το κεφάλι ξεφεύγοντας από την ανυπόμονη προσήλωσή μου στην ψησταριά. 

Παραβιάζω. Γύρω στα πενηνταπέντε. Τέλος καριέρας σε σουβλατζίδικο. Για τα ένσημα που δεν φτάνουν. Για ένα πιάτο φαί. Για τα παιδιά (ή τα εγγόνια;) που περιμένουν από αυτόν. Μέχρι τώρα ήταν ο μείζων κουβαλητής στην μείζονα οικογένεια. Όχι πια. Του δίνουν τα συσκευασμένα πιάτα. Με δυσκολία προσπαθεί να τα βάλει μέσα στη θερμομονωμένη αλουμινένια τσάντα. Να ταιριάξει τα στρογγυλά πιάτα στην παραλληλεπίπεδη τσάντα. Επιτέλους την κλείνει. Πιάνει το χαρτί που νευρικά του προτείνει η κοπέλα πίσω από το ταμείο. Για μια ανεπαίσθητη στιγμή μένει ακίνητος και κοιτά την κοπέλα. Αντί για το χαρτί. Ξεχνιέται για λίγο και κάνει να το διαβάσει. Αρχίζει να ψάχνει τις τσέπες του. Αναψοκοκκινισμένος. Ίσως να έχει λίγη πίεση. Στα μέσα του. Γιατί στα έξω του έχει σίγουρα. Αφήνει το χαρτί στον πάγκο. Βγάζει τα γυαλιά του, δεν τα φορά, τα κρατά για λίγο πάνω από τη μύτη του, διαβάζει, ψιθυρίζει Κολχίδος 24…«Στην Κολχίδος όπως προχθές» επιβεβαιώνει βιαστικά η check woman. Μοιάζει να τον κοιτά με δυσφορία. Είναι όντως αργός ή επίτηδες καθυστερεί; Αχ και να μπορούσα να την πάρω μαζί μου στο σπίτι. Τη ζέστη της ψησταριάς ή την όμορφη κοπέλα, αναρωτιέμαι…