Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κλεμμένες ματιές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κλεμμένες ματιές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 10 Δεκεμβρίου 2013

στην ουρά



Κάθομαι και περιμένω. Μάλλον είμαι όρθια και περιμένω στην ουρά. Οι πληροφορίες επιμένουν για το καλύτερο σουβλάκι της πόλης ή της γειτονιάς. Η πόλη μου, στη γειτονιά μου έχει μαζέψει. Η ουρά δεν μοιάζει με εκείνη του συσσιτίου, της ΔΕΗ, της εφορίας. Καμία σχέση με τις ουρές στις χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ· δεν τη διαχειρίζεται το κράτος ή η εκκλησία αυτήν · είναι η ουρά της ελεύθερης αγοράς, της ελεύθερης παραγωγής και της ελεύθερης βούλησης. Δεν βαρυγκωμώ γιατί και στο φούρνο την ίδια ουρά κάνω, και στη λαϊκή το Σάββατο το ίδιο. Η ποιότητα επιπλέει και για όσους αντέχουν ακόμη, μετράει. Αρκεί να έχουν τη σωστή πληροφορία. Διαφεύγουσα τσικνίλα και σιελόρροια. Τριγύρω μου κι άλλοι καλοβαλμένοι και καλοβολεμένοι-μάλλον, έτοιμοι για το συσσίτιο της γρήγορης, φθηνής αλλά ποιοτικής κατανάλωσης. Περιμένουμε. Κοιτάμε αφηρημένα τους άλλους. Άνθρωποι σε αέναη κίνηση. Ώρα αιχμής το λένε. Prime time για τους πληροφορημένους και ποιοτικούς. 

Σαν ακούρδιστος μετρονόμος μέσα στο συντονισμένο πηγαινέλα μου αποσπά την προσοχή. Στέκεται στην άκρη του μεταλλικού πάγκου και αμήχανα παλεύει με το μπουφάν του. Γέρνω δειλά το κεφάλι ξεφεύγοντας από την ανυπόμονη προσήλωσή μου στην ψησταριά. 

Παραβιάζω. Γύρω στα πενηνταπέντε. Τέλος καριέρας σε σουβλατζίδικο. Για τα ένσημα που δεν φτάνουν. Για ένα πιάτο φαί. Για τα παιδιά (ή τα εγγόνια;) που περιμένουν από αυτόν. Μέχρι τώρα ήταν ο μείζων κουβαλητής στην μείζονα οικογένεια. Όχι πια. Του δίνουν τα συσκευασμένα πιάτα. Με δυσκολία προσπαθεί να τα βάλει μέσα στη θερμομονωμένη αλουμινένια τσάντα. Να ταιριάξει τα στρογγυλά πιάτα στην παραλληλεπίπεδη τσάντα. Επιτέλους την κλείνει. Πιάνει το χαρτί που νευρικά του προτείνει η κοπέλα πίσω από το ταμείο. Για μια ανεπαίσθητη στιγμή μένει ακίνητος και κοιτά την κοπέλα. Αντί για το χαρτί. Ξεχνιέται για λίγο και κάνει να το διαβάσει. Αρχίζει να ψάχνει τις τσέπες του. Αναψοκοκκινισμένος. Ίσως να έχει λίγη πίεση. Στα μέσα του. Γιατί στα έξω του έχει σίγουρα. Αφήνει το χαρτί στον πάγκο. Βγάζει τα γυαλιά του, δεν τα φορά, τα κρατά για λίγο πάνω από τη μύτη του, διαβάζει, ψιθυρίζει Κολχίδος 24…«Στην Κολχίδος όπως προχθές» επιβεβαιώνει βιαστικά η check woman. Μοιάζει να τον κοιτά με δυσφορία. Είναι όντως αργός ή επίτηδες καθυστερεί; Αχ και να μπορούσα να την πάρω μαζί μου στο σπίτι. Τη ζέστη της ψησταριάς ή την όμορφη κοπέλα, αναρωτιέμαι…


Κυριακή 8 Απριλίου 2012

Κλεμμένη ζωή


Την είδε να πλησιάζει με την άκρη του ματιού του. Ούτε που πρόσεξε τους άλλους τρεις δίπλα της. Έσκυψε έξω από το γκισέ για να βεβαιωθεί. Του φάνηκε ότι έλαμπε κι ας ήταν οκτώ το βράδυ. Βεβαιώθηκε πώς δεν υπήρχε άλλος να περιμένει μπροστά του κι έκλεισε απότομα το πορτάκι του γκισέ. Η ώρα που θα άρχιζε η παράσταση πλησίαζε. -Δε βαριέσαι, όσοι είχαν εισιτήριο, είχαν, οι άλλοι ας περιμένουν και λίγο. Έσπρωξε πίσω την καρέκλα του, τίναξε από ίδια ντροπαλοσύνη τα ρούχα του και σηκώθηκε. Εν τω μεταξύ από την κύρια είσοδο του θεάτρου εκείνη και οι φίλοι της είχαν μπει μέσα. Τώρα μόλις τους πρόσεξε. Δύο άντρες και μια κοπέλα, η κοινή τους φίλη, στα γενέθλια της οποίας την είχε, πριν από δύο χρόνια, γνωρίσει. Τους πλησίασε με μεγάλες δρασκελιές. Στάθηκε ακριβώς απέναντί της, ενώ οι υπόλοιποι άνοιξαν την τετράδα κοιτώντας προς το μέρος του-Γεια σας-Γεια σου Ανδρέα, είπε η κοινή τους φίλη. Τους χαιρέτισε αμυδρά κοιτώντας πάντα εκείνη, σαν να μην υπήρχαν οι άλλοι τριγύρω της. Συνέχισε να την κοιτάζει αποσβολωμένος σαν να την ζύγιαζε. Είχαν σχεδόν το ίδιο ύψος. Έγειρε προς το μέρος της και της άπλωσε το χέρι, το άπλωσε κι εκείνη. Το έπιασε και το έσφιξε, άρχισαν να χαιρετιούνται. Πάνω-κάτω, πάνω κάτω τα χέρια τους δεν έλεγαν να ξεκολλήσουν. Ψιθύριζαν ο ένας στον άλλον κοινοτοπίες, πώς είσαι; καλά είμαι, πώς και δουλεύεις εδώ, ο θείος μου έχει το θέατρο και με πήρε να βοηθήσω, τέτοιες εποχές καλά είναι. Συνέχιζαν να κρατιούνται σφιχτά και να κουνάνε πάνω-κάτω τα χέρια, οι άλλοι ίσως και να παρατήρησαν την παρατεταμένη χειραψία, ίσως και να ένιωσαν άβολα. Δεν τον ένοιαζε. Σημασία είχε που την ξαναέβλεπε ενάμισυ χρόνο μετά. Ένιωθε ότι η καρδιά του θα έφευγε από τη θέση της. Όλο του το κορμί έκλινε προς το μέρος της, εκείνη με φανερή προσπάθεια συγκρατούσε το δικό της ολόρθο. Οι κοινοτοπίες συνεχίζονταν, πόση ώρα κρατά το έργο, πώς πάει η ζωή, καλά, όμορφα, εσένα; και πάλι από την αρχή. Μέχρι που ένιωσε το ή τώρα ή ποτέ, και ο χρόνος στιγμή πάγωσε. Την τράβηξε προς το μέρος του και της έχωσε δυο φιλιά, σβουριχτά, δυνατά, αυθάδικα και στα δυο της μάγουλα, που βάφτηκαν κατακόκκινα, αλλά το απόλαυσαν. Απομακρύνθηκαν με αμηχανία και τα χέρια τους έπεσαν στο πλάι. Ακολούθησε μια στιγμή αμήχανης σιωπής που δεν καταγράφτηκε στο σύστημα των παλιών εραστών. Ο ψηλός άντρας δίπλα της, άπλωσε το χέρι και την αγκάλιασε πατρικά από τους ώμους. Τραβώντας την κτητικά προς το μέρος του, ανακοίνωσε: “Έχει χτυπήσει το τρίτο κουδούνι δεν το ακούσατε;” Έκπληκτοι και οι τέσσερεις, του γύρισαν την πλάτη και απομακρύνθηκαν προς την είσοδο της πλατείας.