Πέμπτη 14 Μαρτίου 2013

Μάτια μου

Αναρωτιέται κανείς γιατί οι μαμάδες είναι μόνιμα ερωτευμένες με τα παιδιά τους;
Να γιατί. 

 
 

 

 
 
 
 
 
Χρόνο το χρόνο, μια μεταμόρφωση. Αθωότητα, απορία, πονηριά, παιχνίδι, αλήθεια. Όλη η Ομορφιά να σε κοιτάει κατάματα. Να σε λοξοκοιτάει. Να κοιτάει αλλού. Να σε προσπερνάει. Μεγαλώνει. Γερνάς. Υπέροχα τ΄αποδέχεσαι όλα. Κάθε ώρα. Η ζωή η ίδια.
Ζωή μου.

Τετάρτη 13 Μαρτίου 2013

Αγάπες και λουλούδια

Απ’ όλους τους κατοίκους του πλανήτη, οι μόνοι που μπορούν να σε πληγώσουν είναι όσοι αγαπάς. Απ΄ όλες τις χώρες του κόσμου, οι μόνες που μπορούν να σε προδώσουν, είναι αυτές που λογαριάζεις για πατρίδες σου.

Άρα κι εσύ, μόνο τους φίλους μπορείς να πληγώσεις, μόνο την πατρίδα σου να προδώσεις.
Από μια άποψη, είναι θετική αυτή μας η αδυναμία. Φαντάσου τι όπλο θανατηφόρο θα κρατούσαμε στα χέρια αν αγαπούσαμε τους πάντες κι αν θεωρούσαμε τον πλανήτη για πατρίδα.


Οι φωτογραφίες είναι του Λεωνίδα

Πέμπτη 7 Μαρτίου 2013

Η κυρία-που-τη-λέγαμε-Σοφία


Η ανάγκη τό'φερε και ένα χειμωνιάτικο απόγευμα κατέφθασε στο πατρικό η Ετέρι, που εντέχνως αρχίσαμε να αποκαλούμε Σοφία, για να διευκολυνθούμε στην επικοινωνία, αλλά κατά βάθος για να την κρατήσουμε σε απόσταση.
Τις πρώτες μέρες τα πήγαιναν σαν τον σκύλο με τη γάτα. Καμιά δεν υποχωρούσε. Η καθεμία ήθελε να επιβάλλει την άποψή της. Η μάνα με το χειρότερο τρόπο, λες και της έπαιρνες το παγωτό από το χέρι. Η κυρία-που-τη-λέγαμε-Σοφία έσπευδε να δικαιολογηθεί, πίστευε ότι αυτό θα έσωζε το πόστο της, αλλά το έκανε άκομψα και πυροδοτούσε νέες εκρήξεις. Η πρώτη βδομάδα ήταν μια μικρή καταστροφή. Δεν προλάβαινα να απαντάω στα τηλεφωνήματα της μάνας και να μαζεύω παράπονα...έπρεπε να τα μαζέψει και να φύγει: ή εγώ ή αυτή (και πού είμαστε εμείς, μάνα; εμείς τα παιδιά σου;)

Δευτέρα 4 Μαρτίου 2013

Τραμπάλα




Να ξαναχτίσω γκρεμισμένες λέξεις;
Ν’ ανασκευάσω μεσαιωνικές απόψεις;
Να στείλω στο διάολο το αρνητικό οικογενειακό ισοζύγιο; (Τα excel, τα κομπιουτεράκια, τα χαρτιά, τα μολύβια -όλα το ίδιο λένε.)
Να γυρίσω την πλάτη στην εμετική όψη των προστατών;
Να σταματήσω να τρέμω μπρος στους φραγμένους  δρόμους των παιδιών; Την μοναξιά τους μακρυά μου;
Να μην λυπάμαι πια τα μωρά;
Να μην σκέφτομαι τι θ’ απογίνουν οι φοβισμένοι γέροι; (Πιστεύουν οι καημένοι το θάνατο και την τρέλα για χειρότερό τους.)

ή
Να φτιάξω τις δικές μου λέξεις;
Να χτίσω ένα καινούριο όραμα; Το δικό μου όραμα.
Να βουτήξω στο ξινό βλέμμα του συναδέρφου, του γείτονα; Να λυτρωθώ στο κρυμμένο βάθος, στους φόβους, στο νιάξιμό του. Στην ανάγκη να εφεύρω, να ονειρευτώ ανθρώπους με βάθος που νιάζονται.
Να παρασυρθώ απ' την ελαφρότητα των παιδιών, τη φρέσκια τους ματιά;
Να στήσω αυτί στις ιστορίες των γιαγιάδων; Να μάθω απ' τις παλιές κακοτοπιές τους;  Ν' αφήσω τα φαφούτικα χαμόγελα να με φωτίσουν;
Να σωθώ στις σφιχτές αγκαλιές των φίλων;
Να φωλιάσω σ’ εσένα που κάθε βράδυ  ζεσταίνεις τη γωνιά μου;

Βαριά με καρφώνουν στη γη τα πρώτα. Τινάζονται πανάλαφρα τα δεύτερα.
Να διαλέξω μεριά στην τραμπάλα.
Να διαλέξω πλευρά.

Update: Η Πολυάννα πρότεινε αυτό:

Δεν χρειάζεται να διαλέξετε :)

Σάββατο 2 Μαρτίου 2013

Tο μαγκάλι - η επιστροφή του στο μέλλον


Ουσιαστικό,  ουδέτερο

Χάλκινο συνήθως σκεύος που προέρχεται από την ανατολή, όπου καιγόντουσαν κάρβουνα για να θερμάνουν τον χώρο. Υπεύθυνο για αρκετές περιπτώσεις δηλητηρίασης από μονοξείδιο του άνθρακα, λόγω της μη τέλειας καύσης.
 
“Στα μέσα της δεκαετίας του εξήντα, μετακομίσαμε με τους γονείς μου στην Πεύκη. Ένα χωριό ήταν τότε. Ο πατέρας σπάνια είχε δουλειά. Αριστερός κι αποκλεισμένος. Ήμαστε πολύ φτωχοί. Κι η μάνα μου δούλευε όπου και όταν εύρισκε. Το σπίτι έμπαζε από παντού. Πού λεφτά για θέρμανση! Για χρόνια, χρησιμοποιούσαμε ένα μαγκάλι για να ζεσταθούμε. Όταν η φωτιά ήταν σωστή, το μαγκάλι γέμιζε το σπίτι διοξείδιο του άνθρακα και υγρασία. Τα προϊόντα της πλήρους καύσης. Ξέραμε όμως όλοι τότε, πόσο ύπουλο πράγμα ήταν. Έβαζες τα ξύλα και τα άφηνες έξω να χωνέψουν. Να μείνει μόνο η θράκα. Αν ανάμεσα στα κάρβουνα κρυβόταν κανένα νωπό ακόμα κομμάτι, η καύση δεν θα ήταν τέλεια και θα παραγόταν μονοξείδιο του άνθρακα. Υπνωτικό φαρμάκι. Σε κοιμίζει και δεν ξυπνάς ποτέ.

Εκείνο  το βράδυ, η μητέρα μου είχε φέρει μέσα στο σπίτι το μαγκάλι κι έφυγε για δουλειά. Εγώ, πιτσιρίκι του δημοτικού, ξύπνησα -για καλή μου τύχη- από έναν εμετό που μ’ έπνιξε. Μπόρεσα να βγω έξω και να ζητήσω βοήθεια. Με πήγαν στο νοσοκομείο. Από του χάρου τα δόντια γλύτωσα.
Η δασκάλα, φανατική υπέρμαχος των συνταγματαρχών, με επέπληξε όταν επέστρεψα στο σχολείο: