Τρίτη, 24 Σεπτεμβρίου 2013

Ζώα στα σύννεφα*


Ξύπνησα στο φθινόπωρο με την αψιά γεύση του αίματος στο στόμα… Αναπνέοντας χημικά κι ανασαίνοντας μπαρούτι. Με σειρήνες στο μυαλό και στο κεφάλι. Με ταραχή στην καρδιά και στο στομάχι. Τριγύρω πυροβολισμοί· διαρρηγνύουν την επίπλαστη ασφάλειά μου. Φυλλομετρώ πεδία μαχών και αμάχων. Η βία βουτηγμένη σε αίμα αθώων αναπαράγεται ανεξέλεγκτα και πρόστυχα. Πολλαπλασιάζεται ρουφώντας σαν βδέλλα ανεκτικότητα και ανθρωπιά. Νο way out! Γραμμένο σε σκληρές γλώσσες των νικητών, σε γλώσσες-δυνάστες. Νεκρός Θεός. Ο Θεός των πολλών. Που δεν είναι ο δικός μας. Νεκρανάσταση. Θρησκευτικά ή αρχαία; Ποιος είναι ο πιο νεκρός; Αυτός με το μαχαίρι στην καρδιά ή ο παρίας με το στιλέτο ανάμεσα στα μάτια; Ποιοι έχουν δίκιο λοιπόν; Οι γονείς ή οι δάσκαλοι; Οι μαθητές ή οι καθηγητές; Τους ρωτάω. Αντί απάντησης, αυτοί αρχίζουν να μετακινούνται, αποδημητικά.
Και να’μαστε πάλι μονάχοι, ανάλλαχτοι, παγωμένοι μπροστά στο κενό που δημιούργησε ένας καταρράχτης από καταναλωτικά αγαθά που πάψανε να στραφταλίζουν μπροστά στα μάτια μας. Κρεμώντας σακούλες με τρόφιμα δίπλα στα σκουπίδια, ολοένα και αραιότερα, ολοένα και λιγότερα. Λιγοστή η τροφή. Μόνο κάτι ψίχουλα περισσεύουν που μαζεύω με περισσή φροντίδα για τα στρουθία και τα άλλα, τα πετούμενα της πόλης. Όσα γλύτωσαν από τους γρήγορους οδηγούς της άδειας πόλης, της θερινής. Τριγυρίζουμε σε κηδείες και μνημόσυνα, ενώ έχουμε στερέψει από παρηγόριες κι από λόγια. Βρυκολακιάζουμε σε στάσεις εργασίας κι απεργίες κουφάρια, και το χαμένο συλλογικό μας κοιτάει από τον πάτο. Ανακυκλώνουμε συνειδήσεις και τραγούδια. Για να προσπεράσουμε ή ν’ αντέξουμε. Έχει καταλάβει κανείς άλλος; Έχει προλάβει να καταλάβει κανείς άλλος;
Έξω από την πόρτα μας ο καιρός στέκει αναποφάσιστος. Παρακαλάμε να βρέξει μπας και ξεπλυθούν οι αδικίες μας. Προς το παρόν μόνο οι αυτοκτονίες πέφτουν βροχηδόν· και κάποιοι οι άνθρωποι μέσα από τα σύννεφα. Κι η μάνα-γάτα σπεύδει να φάει παραμερίζοντας το αδύναμο παιδί της. Άσπλαχνος ο Σεπτέμβρης, μάτια μου. Κι άκαρδος.
 Όταν καμιά φορά η ύαινα βαρεθεί
ακούγονται οι σειρήνες της
και τότε αγέρωχη με το σπαθί της παίρνει
πάλι και πάλι τη νεκρή παρτίδα

Γελάει χαριτωμένα και σε λίγο
ξαναμοιράζει σε όσους ζωντανούς
την ίδια τράπουλα*
 Εσύ, το ξέρεις ότι η ύαινα δεν έχει θηρευτή;

*Από την ομώνυμη τελευταία συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη (εκδ. Κέδρος) «που βρέθηκε στα κατάλοιπά του έτοιμη προς έκδοση» και μου τη χάρισε ο ανώνυμος φίλος

**Η ελευθερία μου συνίσταται στο να είμαι αυτό που δεν θέλουν να είμαι
Mahmoud Darwish

2 σχόλια:

  1. Όλοι οι νεκροί είναι το ίδιο, αλλά κάποιοι είναι πιο νεκροί από τους άλλους, λοιπόν? Μάρτυρες στη γένεση ενός ράπερ με αυτό το παραληρηματικό μανιφέστο. Κάποιος έφυγε και κάποιος μόλις έφτασε. ΤΟ ΝΟΥ ΣΟΥ, Ε!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. η απελπισία σε οδηγεί σε μονοπάτια σκοτεινά και δαιδαλώδη...σαν αυτά που σκάρωνε ο Δαίδαλος, μόνο που ο ίδιος ήξερε τη λύση/έξοδο...

    ΑπάντησηΔιαγραφή