Κυριακή, 11 Αυγούστου 2013

Να με ταξιδεύεις


δεν χρειάζομαι πολλά, το μυαλό μου να βαστάει, να μην γεμίζει σκοτούρες και να μπερδεύεται σε δίνες, να αλαργάρει που και που, και να χαζεύω τις αφίσες στις βιτρίνες των πρακτορείων ταξιδίων, κι αντί για το είδωλό μου στη τζαμαρία να μας βλέπω αγκαλιασμένους, σε χώρες μακρινές και ξωτικές με περίεργα ονόματα, να μας τριγυρίζουν με έντομα με μεγάλα φτερά και χρωματιστά σώματα και να μας κάνουν σκιά δέντρα με παχιά φύλλα κι απαγορευμένους καρπούς· να γυρίζουμε το νησί πιασμένοι χέρι-χέρι, να σκύβουμε και να μαζεύουμε κοχύλια που δεν πρόλαβαν την άμπωτη και να βάζουμε στ'αυτί μας ναυτίλους - το'χω δει στις ταινίες, για να μαθαίνουμε τ'απόκρυφα του κόσμου· κι όταν μας πιάνει το μεσημέρι να βουτάμε στη δροσιά ασημογάλαζων νερών αγναντεύοντας τις κοραλλιογενείς συστάδες, εμπόδια και προστασία από μοβόρικα ψάρια – κι αυτό από ταινία το'χω μάθει, να τρώμε ζουμερά φρούτα, φτύνοντας χάνω σε νοητή γραμμή τα κουκούτσια και να κάνουμε ευχή, πως θα φυτρώσουν τάχατις, κι ύστερα από χρόνια, όταν πια στη δύση της ζωής μας θα ξαναβρεθούμε στα ανιστόρητα τούτα μέρη να βρούμε καινούργια οπωροφόρα· να αράζουμε στις χορτάρινες αιώρες, σαν κι αυτή - από πλαστικό κορδόνι, που μου αγόρασες και μου κρέμασες στο μπαλκόνι, να μας παίρνει ο ύπνος αποκαμωμένους από τον έρωτα που νιώσαμε και τάχα ν'ανοίγω τα βλέφαρα για να σε θαυμάσω, αλλά να, πίσω σου αρχίζει να πέφτει σιγά-σιγά ο ήλιος και να βάφει τα σώματά μας σε έντονο βερυκοκί, και όσο βυθίζεται να παίρνεις όλο και πιο βαθιές ποχρώσεις, του ώριμου μάνγκο το πορτοκαλί, το κόκκινο της πορφύρας, το βυσινί της θάλασσας, κι όταν η νύχτα πέσει απαλά νοτίζοντας τα ρούχα και τις ανάσες μας να ανταμώσουμε βλεφαρίζοντας τον ουρανό, να θαυμάσουμε τον γαλαξία, να πάρουμε την πιρόγα και να απομακρυνθούμε γυρεύοντας το πέρα του κόσμου.

αυτά κι άλλα πολλά σκεφτόμουν κι είχε περάσει η ώρα και μισοζαλισμένη έτρεξα να προλάβω το τελευταίο λεωφορείο που θα μ'έφτανε μέχρι το σταυροδρόμι να βαδίσω βιαστικά μέχρι το ανήλιαγιο ημισόγειο, να σφαλίσω με δύναμη την πόρτα στις έγνοιες, πριν με κατακλύσουν, μπας και με πάρει αμέσως ο ύπνος, να αφεθώ πονετικά τα χέρια του σαν να μην υπάρχει αύριο.

4 σχόλια:

  1. Καλέ βυσινής έγινε ο άνθρωπος; Τον έκαψες κακούργα; :Ρ(Αν εξαιρέσουμε το έγκαυμα, το ποστ υπέροχο. )

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. ΝΑΙ ΝΑΙ ΝΑΙ!!!
    (όμως να δώσουμε μια και να εξαφανίσουμε για πάντα λεωφορεία, ημισόγεια και έγνοιες)

    ΑπάντησηΔιαγραφή