Πέμπτη, 7 Νοεμβρίου 2013

H Χώρα Των Δύο Άκρων

Μια φορά κι έναν καιρό υπήρχε μια χώρα γραμμική. Γραμμική σαν λεπτή κόκκινη γραμμή. Οι κάτοικοί της μοιράζονταν στις δύο ακραίες μεριές του τόπου. Γι αυτό τη λέγανε: Η Χώρα Των Δύο Άκρων. Στη δεξιά μεριά ζούσαν οι βαρυκόκαλοι που ήταν λίγοι. Οι άνθρωποι αυτοί είχαν μεγάλο ειδικό βάρος, ήταν πιο προσγειωμένοι και η γνώμη τους βάραινε. Στο αριστερό άκρο ζούσαν οι ελαφριοί που ήταν πολλοί και ήταν κάπως χαζοχαρούμενοι αλλά τους άρεσε να φωνάζουν ο ένας τον άλλο: «Ει, ψιτ! Νοικοκυραίε!». Ας ήταν κι ανέστιοι.

Παρά το ότι οι βαρυκόκαλοι ήταν λίγοι, γέρνανε τη χώρα μονόπατα και προκαλούσαν ισορροπίες ανισόρροπες. Ακόμα και για τους ίδιους. Για δοκίμασε να είσαι εκατό κιλά και να προσπαθείς να παλαντζάρεις σε μια πινέζα. Είναι θέμα φυσικών κανόνων. Μεγαλύτερο βάρος σε μικρότερη επιφάνεια σημαίνει μεγαλύτερη πίεση. Η ψηλή πίεση χτίζει άγχη, εγκεφαλικά, καρκίνους. Μα τις αρρώστιες, τις αντιμετώπιζαν στο δεξί άκρο. Στη μεριά τους, λεφτά υπήρχαν. Άρα υπήρχαν και γιατροί. ‘Αντίθετα, όταν οι ελαφριοί αρρώσταιναν, πέθαιναν στα γρήγορα και χωρίς γιατρούς, γιατί οι δαπάνες της Υγείας των ελαφριών δεν συνέφεραν τη Χώρα Των Δύο Άκρων. Κι ας μην ήξερε κανείς σε ποιο ακριβώς σημείο της κλωστής χτυπούσε η καρδιά αυτής της χώρας . Χτυπούσε όμως; Ναι, κάτι ακουγόταν.

Βέβαια, οι βαρυκόκαλοι είχαν λόγο να προκαλούν ανισορροπίες. Με την απόκλιση από το αλφάδιασμα, όλα τα αγαθά της λεπτής κόκκινης γραμμής κατρακυλούσαν στο άκρο τους. Είχαν δηλαδή βρει το μήνα που τρέφει τα έντεκα άκρα. Το μυστικό της επιτυχίας τους ήταν απλό. Δεν άφηναν τους άλλους να καταλάβουν πως ήταν περισσότεροι. Όταν ένα αγαθό κατρακυλούσε στη μεριά τους, έστελναν μηνύματα που προβάλλονταν μέσα από χρωματιστά κουτιά φυτεμένα στα μυαλά των ελαφριών. Τα μηνύματα έλεγαν πως για το αγαθό που χάθηκε, φταίει ο διπλανός ελαφρύς. Οι ελαφριοί δεν το πολυψάχνανε. Οι περισσότεροι πίστευαν –όπως είπαμε- πως ήταν νοικοκυραίοι. Κοιτούσαν τις δουλειές τους κι όχι το τι γινόταν στο κεφάλι τους. Στραβοκοιτάζονταν μεταξύ τους κι όταν τα πράγματα δυσκόλευαν, σφάζονταν κιόλας να λιγοστέψουν. Και στον αριθμό και στο μυαλό.  Οι κάτοικοι της χώρας δεν κατοικούσαν στη μέση της κλωστής γιατί κουνούσε πολύ από δεξιά κι αριστερά και μπορεί να τιναζόσουν σε άλλες χώρες, με στρογγυλάδες όπου κανείς Ακραίος δεν ήξερε πώς να ζήσει. Κυκλοφορούσαν βέβαια κάτι παραμυθάδες, που διέδιδαν φήμες. Η ζωή στις στρογγυλοχώρες ήταν, λέει, ευκολότερη και λογικότερη, αλλά αυτούς κανείς δεν τους άκουγε και όλοι τους έλεγαν γραφικούς. Σιγά μην κάνανε στρογγυλή τη λεπτή κόκκινη γραμμή τους. Ποιος μπορεί να σταθεί πάνω σε μια σφαίρα, ε; Κανείς! Αλλοίμονο! Στο τσίρκο είμαστε να περπατάμε σε μπάλες και τεντωμένα σχοινιά;

Μια μέρα, από το τράβα-τράβα, η λεπτή κόκκινη γραμμή έσπασε. Τα κομμάτια της κλωστής είχαν βαρεθεί τους κατοίκους της χώρας και τους μισούσαν. Τινάχτηκαν με δύναμη, κάνανε κάτι περιστροφές και κάτι πιρουέτες στον αέρα και τυλίχτηκαν με χάρη και δυναμισμό γύρω απ’ τους λαιμούς βαριών και ελαφριών. Τους έπνιξαν όλους κι η πλάση ισορρόπησε. Όλους δηλαδή, όσους δεν είχαν ήδη σκοτωθεί μεταξύ τους. Οι παραμυθάδες διέδιδαν πως θα σώνονταν όσοι προσπαθούσαν να ξεσφίξουν τη θηλιά του διπλανού τους, αλλά τους παραμυθάδες, όλοι τους έλεγαν λαϊκιστές. Ειδικά επέμεναν σ’ αυτό, τα χρωματιστά κουτιά που εξέπεμπαν μέσα στα μυαλά των ανθρώπων. Ακόμα κι όταν οι τελευταίες ανάσες των δεκτών φτερούγισαν στους κλωστοπαράδεισους, ακόμα και σ’ αυτό το τελευταίο ταξίδι, δίπλα τους σφύριζαν οι ύστατες ιαχές : «Πες μου τι προτείνεις! ..τι προτείνεις…τείνεις… σσσσσσσσσσςςςςς»

Σώθηκαν μόνο όσοι είχαν προσγειωθεί στις στρογγυλοχώρες. Αυτοί είχαν μάθει να ζουν, αλλά τα μηνύματά τους καλύπτονταν από τις στριγκλιές των κουτιών κι έτσι δεν μπόρεσαν να διαδώσουν έγκαιρα, πως η ζωή σε μια σφαίρα είναι εφικτή. Οι επιζώντες κράτησαν μόνο ένα κομμάτι κόκκινης κλωστής. Απ΄αυτά που τινάχτηκαν πολύ ψηλά και ξεπέρασαν τους εαυτούς τους και τα όρια των διαχωριστικών γραμμών.

Από Χώρα Των Δύο Άκρων, την είπαν Νοσταλγία.

3 σχόλια: