Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γιαγιά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γιαγιά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 11 Φεβρουαρίου 2013

Γιόζμου


Ήταν η πιο ψηλή απ’ όλους μας. Η πιο καλλίκορμη ακόμα και στα βαθιά της γεράματα. Περίεργη καθώς ήμουν από μικρή, έψαχνα τα πράγματά της κι είχα ερωτευτεί μια χοντρή πλεξούδα μαλλιών. Την είχε κόψει στα νιάτα της, όταν αποφάσισε να υιοθετήσει ένα πιο μοντέρνο λουκ καρέ. Λαμποκοπούσε στο χρώμα του κοκκινελιού. Τόσο όμορφο κόκκινο δεν έχω δει σε δειγματολόγιο βαφών. Ούτε σε καμιά διαφήμιση.
Ούτε στη μητρική της γλώσσα, τα ρώσικα, ήξερε να γράφει και να διαβάζει. Ελληνικά δεν έμαθε ποτέ σωστά κι ας ήταν χρόνια στη χώρα. Παράκουγε λιγάκι κι αυτό την έκανε να χάνει και τις ηχητικές αποτυπώσεις των λέξεων. Έτσι η μοτοσυκλέτα γινόταν μοντσυκλέτα, ο άνθρωπος, άτρωπος, ο Θεός, ατεός και ο αητός, ατός.

Απ’ όλες τις λέξεις που πρόφερε λάθος, μια την αγαπούσα πολύ. Το γιόζμου. Έτσι απέδιδε η γιαγιά μου το δυόσμο. Της άρεσαν πολύ τα φυτά. Η μάνα μου, που ποτέ δεν χώνεψε την πεθερά της, έλεγε πως αγαπούσε τις γλάστρες πιο πολύ από μας. Η γιαγιά σχολίαζε την κακία μ’ ένα «Χμ…» κι ένα ρούφηγμα της μύτης. Αν η κακία είναι άστοχη, δεν πονάει και δεν χρειάζεται ν’ ασχοληθείς.
Τ΄ αγαπούσε  όμως πολύ τα λουλούδια. Στο στενό μας μπαλκονάκι έθαλλαν δεκάδες κεραμικές γλάστρες με δαντελένια χείλια και τα πιατάκια τους γεμάτα νερό. Να μην της διψάσουν ποτέ τα παιδιά της. Απ’ όλα τα λουλούδια, το πιο χαϊδεμένο   ήταν ο γιόζμου. Κι όταν του έκοβε φυλλαράκια για ν’ αρωματίσει τους κεφτέδες, έσκυβε και του ψιθύριζε μυστικά στα καταπράσινα αυτιά . Κρυφάκουγα.  Δεν καταλάβαινα. Στα ρώσικα του τα ‘λεγε. Αλλά κι αν δεν έπιανα τα λόγια, το λόγο της αδυναμίας  τον ήξερα. Καμουφλάζ ήταν η παραφθαρμένη λέξη. Γιος μου ήθελε να πει και μας κορόιδευε. Στον μπαμπά μου ψιθύριζε τα γλυκόλογα. Στο μοναχοπαίδι της, μα δεν ήθελε να πυροδοτήσει παραπάνω  ζήλειες. Το ήξερε κι εκείνος και της έριχνε εκείνες τις συνωμοτικές ματιές όταν καθόμαστε γύρω απ' το τραπέζι. Μισά χαμόγελα κι αστεία στη γλώσσα τους που κανείς δεν μπορούσε να ξεκαρδιστεί μαζί τους, παρά μόνο εκείνοι οι δυο. Νομίζω πως γελούσαν με την προσφυγιά και την ορφάνια τους. Με τη φτώχεια και το θάνατο. Με όλα αυτά απ΄ τα οποία είχαν γλυτώσει. Με τα χαμόγελα του Χάρου που του ξέφυγαν μέσα απ’ τα δόντια. Και τους κοιτάζαμε κι  εμείς σαν χαζοί τρώγοντας μυρωδάτους κεφτέδες.


Κυριακή 8 Μαΐου 2011

365 μέρες


Ημέρα της μητέρας, της γυναίκας, της γης, του έρωτα, της ποίησης. Εικοσιτετράωρα ανταλλάγματα ενός χρόνου αμνησίας. Συμφέρει συναισθηματικά, αφήνει και κάτι στη δοκιμαζόμενη επαγγελματική τάξη των εμπόρων.
Από την άλλη, αν δε σέβεσαι τα πρόσωπα και τις ιδέες στα οποία είναι αφιερωμένες οι μέρες, μην χλευάζεις τις γιορτές. Εκτός από γκρινιάρης, γίνεσαι και τσιγκούνης κι όχι μόνο στα χρήματα. Αν οι αφορμές της γιορτής σου λένε κάτι, οι συγκεκριμένες μέρες δεν έχουν σημασία. Έχεις προσφέρει τα δώρα στη διάρκεια των υπολοίπων τριακοσίων εξήντα τεσσάρων.
Δεν μπορώ βέβαια να κατηγορήσω ούτε τους γκρινιάρηδες, ούτε τους εμπόρους. Δεν αποδίδω τα πρέποντα σε τίποτα από τα παραπάνω. Το μόνο που μπορώ να κάνω σήμερα, μια κι ευνοήθηκα απ’ την τύχη κι έγινα μαμά, είναι να νιώθω ευγνωμοσύνη προς όλους αυτούς τους ανθρώπους που έδειξαν στα παιδιά μου αγάπη, χωρίς να είναι οι φυσικοί τους γονείς. Σε όλους αυτούς δηλαδή, που με βοήθησαν να απολαύσω τη μητρότητα και δεν αρκέστηκαν σε ένα τυπικό χρόνια πολλά την όποια Κυριακή του Μάη. Επειδή ο παγκοσμιοποιημένος πλανήτης συρρικνώνει τις ανθρώπινες μονάδες εξορίζοντας τις σε μια μηδαμινότητα ισοδύναμη της ανυπαρξίας, σήμερα βρίσκω άλλη μια ευκαιρία να θυμηθώ συγκεκριμένους καθημερινούς ανθρώπους, σημαντικούς για το μικρόκοσμό μου: