Πέμπτη, 20 Οκτωβρίου 2011

Η επόμενη μέρα


Εμείς τη λέμε ζωή την πιάνουμε απ'τα χέρια
Κοιτάζουμε τα μάτια της που μας ξανακοιτάζουν*

Όλα είχαν πάει τόσο όμορφα σήμερα. Μέρα ζεστή, απλόχερη, κόσμος πολύχρωμος, ζωντανός, ενθουσιασμένος. Ποτάμι ακατασίγαστο. Ζεστασιά, αλληλεγγύη, συντροφικότητα, το έβλεπες παντού, στα μάτια τους, στις αγκαλιές τους, “σαν μια γιορτή”, πέταξε κάποιος. Ήταν απαραίτητο όλο αυτό; Όλοι το ξέραμε, το απευχόμαστε, το φοβόμαστε, και προς στιγμή, παρασυρμένοι στη μέθη της αδελφοσύνης, το ξεχάσαμε, και προχωρούσαμε.

Και συ το μόνο που είχες να πεις ήταν “μεγαλειώδης”;
Και συ είσαι αυτός που πιστεύεις ότι έχεις λαϊκή εντολή;
Και συ είσαι εκείνος που αναρωτιέσαι αν και πόσο έφταιξες;
Και συ μιλάς ακόμα;
Και συ σιωπάς ακόμα;

Γύρισα στο πατρικό, η μάνα με περίμενε με ζεστό φαγητό. Αυτό είναι αγάπη, σκέφτηκα. Οι τηλεοράσεις έπαιζαν σκάι, όλη η έμφαση στα επεισόδεια, μην τους ακούτε, φωνάζω. Σκέφτομαι να κατέβω κάτω στην πολυκατοικία και να κολλήσω ένα χαρτί: ΤΑ ΚΑΝΑΛΙΑ ΣΑΣ ΛΕΝΕ ΨΕΜΑΤΑ. Επανέκτησα το θυμό μου. Πώς μπορούν να αμελούν όλον αυτόν το λαό; Που άφησε δουλειές, μεροκάματο, οικογένεια και κατέβηκε στο κέντρο; Που ζητά μια πιο δίκαιη ζωή και μοίρα; Πώς με τόσα ψέματα και παραπληροφόρηση φέρνουν τούμπα τα πάντα; Με ποιο δικαίωμα μπορούν να σου τσαλαπατούν τον αγώνα και σου ροκανίζουν τα φτερά;


Έχοντας ακόμη τρομερή ενέργεια σε αντίθεση με το κινητό μου που είχε πλέον ξεμείνει, αποφασίζω, παρά την κούραση, να κατέβω ξανά στο κέντρο, απερίσπαστη και μόνη μου. Ήθελα να ακούσω “το δάσκαλο” να μας μιλάει για φωτογραφία και κινηματογράφο, γιατί “όσο και αν γίνουν άσκημα τα πράγματα, που κατά πως φαίνεται θα γίνουν, θα υπάρχει πάντα ο 'Όζου και ο Ταρκόφσκι, γιατί η μεγάλη τέχνη ξέρει πως να ελαφραίνει τη λύπη”.

Το κέντρο έμοιαζε γειτονιά παραμελημένη. Ελάχιστη κίνηση. Όταν δεν περνούσαν αυτοκίνητα έκρωζε η ησυχία. Μύριζε αποκαϊδια και η ξινίλα του καπνιάς έτσουζε το δέρμα και τα μάτια. Νεαροί εξαντλημένοι συζητούσαν ξαπλωμένοι στα μάρμαρα του Πανεπιστήμιου, κάποιος σκούπιζε με μανία το πεζοδρόμιο, στα παγκάκια οι απόκληροι είχαν πάρει θέση και κοιμόντουσαν, μόνο τα πρεζόνια άντεχαν ακόμη να ζητιανεύουν. βαριά ατμόσφαιρα, σχεδόν τρομακτική. “Να προσέχεις τα νώτα σου”, μου είπε η μάνα σήμερα, πριν φύγω, “έχουμε πόλεμο” σκέφτηκα πριν κλείσω πίσω μου την πόρτα, αλλά ακόμη και αυτό το πήραν στο στόμα τους και το ευτέλισαν.

Στο μετρό, μας άφησαν να περάσουμε χωρίς να πληρώσουμε εισιτήριο, το εξέλαβα και αυτό ως πράξη αδελφοσύνης και συμπαράστασης Κατέβηκα σχεδόν άδειες στις αποβάθρες ασθμαίνοντας, αφού το σύστημα εξαερισμού έχει απλώσει την καπνίλα παντού. Γύρισα και κοίταξα τον πίνακα ανακοινώσεων, για την επόμενη μέρα:

Ένα και δυό: τη μοίρα μας δεν θα την πει κανένας
ένα και δυό: τη μοίρα του ήλιου θα την πούμ'εμείς*

Τα πάντα μου δείχνουν ότι είμαι στη σωστή μεριά, βαδίζω καλά, και νοιώθω πάλι δικαιωμένη και ανακουφισμένη.

Μέσα στο συρμό, δύο πακιστανοί με μπαλόνια-δεν θα χρειαστεί να περπατήσουν μέχρι το σπίτι τους σήμερα-ο ένας από αυτούς με κοιτάζει επίμονα, κατεβάζω το βλέμμα, ντρέπομαι που τα έσοδά μου του μήνα, μπορεί και να είναι όσα μιας χρονιάς δικιάς του. Το πρεζόνι μπαίνει κι αυτό και ζητά μια βοήθεια από τους ελάχιστους αυτή τη στιγμή επιβάτες. Μάταια.

Επιστρέφω αποκαρδιωμένη και εξαντλημένη πλέον. Τα μηνύματα και κλήσεις στο κινητό με επαναφέρουν στην πραγματικότητα. Το επάρατο πολυνομοσχέδιο είχε ψηφιστεί επί της αρχής. Ξαφνικά ρίγησα και συνειδητοποίησα ότι έρχεται χειμώνας.

*Ο.Ελύτης, 'Ηλιος ο πρώτος

2 σχόλια:

  1. το κείμενο ντρέπεται για όσα συνέβησαν την "επόμενη μέρα" και ετοιμάζεται να κατέβη. Οι στίχοι του Ελύτη παραμένουν διαχρονικοί.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Να κάτσει εκεί που είναι!

    ΑπάντησηΔιαγραφή