Εμείς τη λέμε ζωή την πιάνουμε απ'τα χέρια
Κοιτάζουμε τα μάτια της που μας ξανακοιτάζουν*
Όλα είχαν πάει τόσο όμορφα σήμερα. Μέρα ζεστή, απλόχερη, κόσμος πολύχρωμος, ζωντανός, ενθουσιασμένος. Ποτάμι ακατασίγαστο. Ζεστασιά, αλληλεγγύη, συντροφικότητα, το έβλεπες παντού, στα μάτια τους, στις αγκαλιές τους, “σαν μια γιορτή”, πέταξε κάποιος. Ήταν απαραίτητο όλο αυτό; Όλοι το ξέραμε, το απευχόμαστε, το φοβόμαστε, και προς στιγμή, παρασυρμένοι στη μέθη της αδελφοσύνης, το ξεχάσαμε, και προχωρούσαμε.
Και συ το μόνο που είχες να πεις ήταν “μεγαλειώδης”;
Και συ είσαι αυτός που πιστεύεις ότι έχεις λαϊκή εντολή;
Και συ είσαι εκείνος που αναρωτιέσαι αν και πόσο έφταιξες;
Και συ μιλάς ακόμα;
Και συ σιωπάς ακόμα;
Γύρισα στο πατρικό, η μάνα με περίμενε με ζεστό φαγητό. Αυτό είναι αγάπη, σκέφτηκα. Οι τηλεοράσεις έπαιζαν σκάι, όλη η έμφαση στα επεισόδεια, μην τους ακούτε, φωνάζω. Σκέφτομαι να κατέβω κάτω στην πολυκατοικία και να κολλήσω ένα χαρτί: ΤΑ ΚΑΝΑΛΙΑ ΣΑΣ ΛΕΝΕ ΨΕΜΑΤΑ. Επανέκτησα το θυμό μου. Πώς μπορούν να αμελούν όλον αυτόν το λαό; Που άφησε δουλειές, μεροκάματο, οικογένεια και κατέβηκε στο κέντρο; Που ζητά μια πιο δίκαιη ζωή και μοίρα; Πώς με τόσα ψέματα και παραπληροφόρηση φέρνουν τούμπα τα πάντα; Με ποιο δικαίωμα μπορούν να σου τσαλαπατούν τον αγώνα και σου ροκανίζουν τα φτερά;
