Τρίτη 24 Μαΐου 2016

το χταπόδι

Κόλλησε απάνω του σαν το χταπόδι, χέρια και πόδια πλεγμένα σαν χορτάρινο καλάθι, βεντουζίτσες επιδερμίδας που ανέπνεαν μέσα από το δέρμα του· αποκοιμήθηκε σφίγγοντάς του τα χέρια-όλα μαζί, και είδε όνειρα υγρά, γαλαζωπά, που διαδέχονταν εφιάλτες πέτρινους, γκριζένιους· την επόμενη στιγμή πετάχτηκε πάνω, δεν ήταν γραφτό, μα δεν το απασχόλησε ούτε στιγμή, αυτό το δάνειο μιας ζωής ανθρώπινης, πραγματικής· χρησιμοποίησε το πνευμόνι του, κι όταν χρειάστηκε να φύγει ρούφηξε μια ανάσα του, ξετυλίχτηκε από κοντά του, διέρρηξε τους σωματικούς δεσμούς που τους ένωναν, κι αναδύθηκε δια μιας στη δική του υδάτινη σφαίρα· στη διαδρομή συνάντησε το αβατάρ του, ενώθηκε μαζί του κι άρχισε να ζει και να τρέφεται μέσα από αυτό· πουθενά αλλού δεν περιγράφεται γλυκύτερα το πνευματικό ζευγάρωμα παρά μόνο στις γραφές, τις παμπάλαιες, στους αρχαίους ρούνους που έχουν ξεχαστεί, βουλιάζοντας μαζί με τα κατεστραμμένα δάση στα θαλασσινά ερέβη…

Ξεπρόβαλε δειλά πίσω από ένα βράχο, σαν το ντροπαλό τέρας των ρομαντικών ιστοριών και τυλίχτηκε πάνω της προσπαθώντας να μπερδέψει τον εχθρό - ο χρόνος είναι πάντα ο εχθρός, τις σκέψεις του, τυλιγμένες σε ένα σύννεφο μελανιού τις εκτόξευε κάθε τόσο, αν όχι πολύ συχνά, η γνώση του πόθου σκοτώνει το αντικείμενό της· την ακούμπησε με τους μικροσκοπικούς του μύες, την έγλειψε με τις χρωματοφόρες μεμβράνες του, την έρρανε με τις σπερματοφόρες κύστεις του, κι έμεινε εκεί ανάσκελα με το φως αναμμένο να ανασαίνει τον ιδρώτα της, να μυρίζει τα φύκια στα μαλλιά της. Εκείνη, αγκαλιάζει το κρύο πετσί, την πορφυρή του κάπα με τις χιλιάδες απολήξεις που όλες τις λογιάζει ερωτικές, που και που αναστενάζει, μιλά ψιθυριστά, χωρίς να αρθρώνει λέξεις, καταλαβαίνονται· το χταπόδι τής δαγκώνει το στόμα, της ρουφά τα χείλη, ο πιο αδιαπέραστος εραστής, αυτός που δεν γνωρίζεις τίποτε για το πόθο του...
Έφυγε κι άφησε πίσω το όστρακό του, ήθελε να εξελιχτεί, να προχωρήσει, ζούσε αιώνες πίσω, ποντάριζε σε στιγμές μπροστά, γνώριζε καλά, είχε ακούσει αμέτρητες διηγήσεις των ναυτικών, κολλημένο σε καρίνες πλοίων με ξεχασμένα ονόματα· σε αντίθεση με τα ρεμόρα, τα ψάρια που προσκολλιώνται για να βραδυπορήσουν τα καράβια, για να τους αλλάξουν τη ρότα, δεν προοριζόταν να ρουφήξει τον έρωτα και την τρυφεράδα, ζούσε απ’αυτά, ζούσε γι’αυτά, δραπέτης από την προκαθορισμένη ζωή του, η χειρότερη απελπισία, να φουντάρεις στον τόπο σου και να ζεις με αναμνήσεις, που έγραψε κι ο ποιητής.
Φεύγοντας άφησε ένα κομμάτι πίσω του· ξεχάστηκε; το άφησε για ενθύμιο; στην κοίλη μνήμη του θα κολλήσει το στόμα του και θα το γλείψει, κι αυτό, στάλα-στάλα, μέρα με τη μέρα, θα ξαναγεννηθεί.

είναι σίγουρο ότι εγώ βουλιάζω σε σένα, όπως η Βενετία βουλιάζει στο βούρκο της;

η απορία του παρατηρητή τυλιγμένη κι αυτή σ’ ένα σύννεφο από μελάνι…

Κυριακή 22 Μαΐου 2016

Κρίτη

Μια φορά κι έναν καιρό υπήρχε μια όμορφη χώρα που τη λέγανε Κρίτη. Η χώρα ήταν τόσο ωραία, το κλίμα της τόσο γλυκό, τα χρώματά της τόσο καθαρά που οι κάτοικοί της οι Κριτικοί, πίστευαν πως κάτι πολύ καλό είχαν κάνει, για κάτι πολύ σπουδαίο άξιζαν, οπότε και δεν χρειαζόταν να κοπιάσουν περισσότερο. Ήταν ήδη τέλειοι και με βάση αυτή τη συνειδητοποίηση, έκριναν όποιον δεν ανταποκρινόταν στις προδιαγραφές της τελειότητας και κυρίως όποιον καταπιανόταν με μια καινούρια προσπάθεια, η οποία, φευ, πολύ απείχε από το να κερδίσει το βραβείο. Το ένα και μοναδικό βραβείο που άξιζε να δοθεί σε κάτοικο αυτής της χώρας. Αυτό της άσπιλης, της αγγελικής και αγίας τελειότητας.
Επειδή κι οι λίγοι που προσπαθούσαν κάτι να κάνουν, σύντομα αντιμετώπιζαν την κριτική των υπόλοιπων και φυσικά την κατακραυγή και το μένος τους, σύντομα απογοητεύονταν και τα παρατούσαν πιάνοντας στασίδι στις τάξεις των αενάως κρινόντων και ουδέποτε κρινόμενων. Ήταν μια δουλειά σίγουρη η συνεχής κριτική και κάποιοι κατάφερναν να βγάζουν χρήματα απ’ αυτήν. Άλλοτε τη βάφτιζαν πατριωτισμό, άλλες φορές άσκηση ελέγχου, άλλοτε τη λέγανε αξιολόγηση, δημοσιογραφία, εγκριτική διαδικασία, κριτική στο πλαίσιο του ανταγωνισμού, κριτική στο πλαίσιο του έξυπνου υφιστάμενου, του εξυπνότερου προϊστάμενου, του ξύπνιου συναδέλφου, κριτική που απέρρεε από την αγάπη του γονιού, δηλαδή γονική φροντίδα, σχολιασμό μεταξύ συγγενών και φίλων και πάει λέγοντας. Γενικά είχε πολλά ονόματα γιατί δεν σταμάταγε πουθενά και δεν περιοριζόταν ούτε σε φύλα ούτε σε ηλικίες ούτε σε κοινωνικές τάξεις. Εννοείται πως πάντα, μα πάντα, το αποτέλεσμα της κριτικής δεν χρώσταγε καλό σε κανένα κι έτσι στο τέλος κανείς δεν άκουγε καλή κουβέντα από το στόμα των Κριτικών. 

Μ’ αυτά και με κείνα, έφτασαν τα πράγματα στο απροχώρητο. Εκτός της παύσης κάθε εργασίας, επήλθε στην Κρίτη και εξαφάνιση κάθε λέξης επαίνου, παρηγοριάς, αγάπης, καλοσύνης. Κι όταν χαθήκανε πια οι λέξεις, ξεθώριασαν κι οι έννοιες. Κι επειδή η ομορφιά δεν είναι παρά μια αντανάκλαση της αγάπης, όταν η τελευταία εξαφανίστηκε, χάθηκαν και τα ωραία ακρογιάλια, κιτρίνισαν οι θάλασσες, βούλιαξαν τα βουνά κι ο ουρανός μουρτζούφλιασε κι έπιασε να βρέχει όλη μέρα.
Φωτογραφία του Λεωνίδα
Έβρεχε τόσο πολύ που από την υγρασία οι Κριτικοί δεν μπορούσαν να πάρουν ανάσα και σιγά-σιγά σταμάτησαν να μιλούν.  Κι όταν επιτέλους σιώπησαν, άρχισαν να σκέφτονται κι από κει  και πέρα άρχισαν να ζούνε. Να ζούνε λίγο πιο καλά κι εμείς που δεν είμαστε Κριτικοί και καμία σχέση δεν έχουμε μ’ αυτή τη χώρα, ζήσαμε ακόμα καλύτερα εννοείται.

Δευτέρα 9 Μαΐου 2016

Το σώμα είναι το μέσον

*
 ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΟ Hit&Run

«Ο μόνος τρόπος να αλλάξουμε το σύστημα είναι η χειραφέτηση του ανθρωπίνου σώματος, δηλαδή να ανακαλύψουμε ξανά τη δύναμη την οποία έχουν όλα τα σώματα μαζί να διαρρήξουν τις οικονομικές δομές ισχύος, οι οποίες αποσκοπούν μόνο στη δημιουργία κερδών»
Serge Le Borgne, Καλλιτεχνικός Διευθυντής του Μarina Abramović Institute (ΜΙΑ)

Το ανθρώπινο σώμα ανθίσταται στις κατασκευασμένες εκφορές του με την απρόσκοπτη εμφάνισή του, όσο και με την αδιάλειπτη παρουσία του. Το θέατρο, η γλυπτική, η ζωγραφική, ο χορός, η μουσική και η φωτογραφία έπαιξαν με την εξουσία της φαινομενικότητας και του μυστηρίου στην προσπάθειά τους να υπερβούν περιγραφές και προσδιορισμούς. Κάτω από την επιθυμία του να προσδιοριστεί το κορμί δανείστηκε στην ποίηση, στη σημειολογία, στην κωδικοποίηση και στην εικαστική δημιουργία. Η ψηφιακή πλέον εικόνα μεταχειρίζεται πλέον το ανθρώπινο ον ως μηχανή και τα εικονικά κορμιά πλημύρισαν την κινηματογραφική και στυλιστική πραγματικότητα.

Παρασκευή 15 Απριλίου 2016

'Οχι στον ήλιο. Εγγραφές άνοιας. Μερικά λόγια για το βιβλίο της Παύλης Βιδάλη

Στις 13 Απριλίου 2016, η Παύλη Βιδάλη παρουσίασε στο συνεργατικό καφενείο της Περιμπανούς, το βιβλίο της "Όχι στον ήλιο. Εγγραφές άνοιας".Προλόγισαν οι Βασίλης Λαλιώτης και George Le Nonce, ενώ αποσπάσματα διάβασε η Βασιλική Δήμου.Για την εκδήλωση αυτή, η Παύλη με τίμησε ζητώντας να διαβάσω κι εγώ ένα κείμενο. Αυτό που ακολουθεί.

Γνωριστήκαμε με την Παύλη μέσα απ τα μπλογκς. Γράφαμε για τις μητέρες μας ακολουθώντας το ίδιο μονοπάτι. Αναγνωριστήκαμε. Κατόπιν,  γνωριστήκαμε κι από κοντά.

Είχα μια καλή πεθερά-φιλόσοφο. Αυτή είχε την τύχη να μην προσβληθεί από άνοια κι ως το τέλος της ζωής της, μετάδιδε την απλή της σοφία: όλα τα μωρά κι όλοι οι γέροι καρμπόν, μας έλεγε.
Οι ανοϊκοί γέροι. Το ποιοι ήταν πριν, θολώνει. Έρχεται λες ένας άτσαλος μπογιατζής να τα σκεπάσει όλα με μια μπατανόβουρτσα, να τα κάνει επίπεδα. Αγνοώντας προϋπάρχουσες τοιχογραφίες βάφοντας τις λες κι είναι το μυαλό μια επιφάνεια χωρίς περιεχόμενο κι ιστορία.

Λέει η Παύλη:
«... Χτυπάει με το εσωτερικό από τις γροθιές τους κροτάφους της. Τότε δεν ξέρω ακόμα, δεν θέλω να ξέρω. Πως υπάρχει κάτι να κάνω αλλά πρέπει να βγω από τον εαυτό μου. Γι’ αυτό χτυπάει, την έκλεισε ο εαυτός της έξω»

Κατέγραψε η Παύλη όσα την πονάνε, όσα την τρόμαξαν, την έφεραν σε απόγνωση, την έκαναν να ντραπεί. Ενίοτε οι δυσκολίες μας κάνουν να φερθούμε σκληρά και μετά ντρεπόμαστε. Μπας και την επόμενη φορά, σπρώξουμε τη σκληρότητα λίγο πιο πέρα. Δύσκολα θα τη νικήσουμε, αλλά εδώ δεν μιλάμε για νίκες. Μόνο για την ανατομία  της ήττας λέμε.

Οι γέροι και τα μωρά καρμπόν λοιπόν. Αλλά κι εμείς στο ενδιάμεσο δεν μοιάζουμε; Πόσο ίδια αντιδρούσα, αισθανόμουν και σκεφτόμουν με την Παύλη;
Τόσο ίδια, που όταν άρχισα να διαβάζω το «Όχι στον ήλιο» δεν μπορούσα να σταματήσω. Ιχνηλατούσα τον εαυτό μου και λίγο γιατρευόμουν.

Σκεφτόμουν πως η διαφορά των γέρων με τα μωρά είναι το όνειρο. Τα μωρά είναι ένα όνειρο που ξεκινάει, οι γέροι με άνοια, δεν είναι πως έχουν αφήσει το όνειρο πίσω, αλλά ζουν σε μια κατάσταση τόσο ασαφή, τόσο ανεκτική σε κάθε παραλογισμό που μάλλον είναι χαμένοι σε ένα όνειρο που τους κατάπιε.
Ο τρόπος που γράφει η Παύλη, είναι ο τρόπος του ονείρου. Είναι που βγήκε από τον εαυτό της και κατάλαβε. Και είναι σαν να κατάλαβε μέσα σε όνειρο. Γράφει λοιπόν ονειρικά. Ποιητικά. Όχι μόνο για την ντροπή. Γράφει και για την προδοσία.

Όλοι εμείς οι φροντιστές των ανοϊκών έχουμε προδώσει τους γονιούς μας. Τους πήγαμε σε νευρολόγους. Ξανά και ξανά. Κι εκεί κατέρρευσαν. Τους είδαμε να γκρεμίζονται. Τους παρακολουθήσαμε να δικαιώνουν τις ανησυχίες μας:
«Με κοίταξες τόσο σαφώς στα μάτια όσο ποτέ -όσο ποτέ πια
δεν το πίστευες ότι σε είχαμε δώσει.»

Ευτυχώς οι ανοϊκοί ξεχνούν. Ξεχνούν και την προδοσία μας. Δεν μας αναγκάζουν καν να τους ευγνωμονήσουμε που μας συγχώρεσαν.
 (Πόσες φορές κρύφτηκα μαμά πίσω απ την αμνησία σου)

Και η ζωή τρέχει σα να την κυνηγούν χίλιοι διαβόλοι, λέει η Παύλη. Έχουμε κι άλλους να φροντίσουμε λέω γω. Και κάπως έτσι προχωράμε.

Λέει η Παύλη πως άργησε στη διάγνωση. Αυτό που έχω να πω είναι πως όλοι αργούμε. Οι μόνοι που το καταλαβαίνουν έγκαιρα είναι οι ίδιοι οι ανοϊκοί. Δεν θέλω να μπω στην ψυχή τους την ώρα που το συνειδητοποιούν. Αλλά την έχω δει τη συγκεκριμένη στιγμή.

Δεν σταματάει η άνοια στο σβήσιμο. Δεν αρκείται στην απώλεια της προσωπικότητας. Αντικαθιστά το γονιό σου με ένα πλάσμα ολότελα άλλο –και το χειρότερο- κάποιες φορές μοχθηρό:
«Συνέβαιναν ήδη εκείνη την εποχή, όλο και τρομερότεροι τσακωμοί. Να φύγεις, φώναζε ξαφνικά, που με βρίζεις ποια είσαι συ και πως ήταν δικό της το σπίτι. Σε ακούνε οι γείτονες, κορόιδευα την παλιά της έγνοια. Στο τέλος άνοιγα τα παράθυρα να σταματήσει. Το πρόσωπό της μιας ξένης γεμάτης μίσος.»
Αυτό που λέει η Παύλη, αυτό ήταν το χειρότερο για μένα. Να μεγαλώνεις μες την αγάπη και την ανοχή. Να τα θεωρείς δεδομένα. Και το πρόσωπο που τόσα χρόνια σε περικάλυπτε με στοργή να στοιχειώνεται απ’ τη κακία.

Και δεν μένει τίποτα θα αναρωτηθεί κάποιος. Ευτυχώς, υπάρχει κάτι αλώβητο ως το τέλος. Η αγκαλιά.
Έμεινε η αγκαλιά, λέει η Παυλη .
«Δεν είναι λίγο, η αγκαλιά. Δεν χρειάζεται ονόματα και ταυτότητες ούτε περιέχει αιτήματα. Η τρυφερότητα που λείπει από μια ζωή όλο μάχες του νου. Να τι είναι η αγκαλιά. Περνάει ο ρυθμός της καρδιάς από τον ένα στον άλλο. Διάλειμμα του εμπόλεμου.»

Αν έχετε ανοϊκό γονιό, διαβάστε το «Όχι στον ήλιο», να μάθετε πως δεν είστε μόνοι, να προειδοποιηθείτε για ότι ακολουθεί, να οπλιστείτε με υπομονή και αγάπη.
Αν η άνοια δεν σας αφορά με κανένα τρόπο, διαβάστε το «Όχι στον ήλιο» για τον τρόπο της γραφής του. Γιατί να περιπλανιέσαι σε ένα όνειρο είναι γοητευτικό ακόμα κι όταν το όνειρο γίνεται εφιάλτης.


Σχετικά κείμενα στο blog:
Αντίο μαμά

Πέμπτη 17 Μαρτίου 2016

το όνειρο



Σήμερα το όνειρό μου θα γίνει ποστ. Ήταν μια απόλαυση που γλύκανε για τα καλά το δύσκολο πρωινό ξύπνημα· μια ευεργεσία που αργά-αργά σε βύθιζε σε κόσμους αλλούτερους για να σε αναστήσει μετά ξανά αφήνοντας στα χείλη σου την επίγευση της θαλπωρής και την ηδύτητα του αισθήματος. Σήμερα στο όνειρό μου είδα τους φίλους μου μαζί με μερικούς άλλους που δεν αναγνώριζα, αλλά σαν φίλοι μέτρησαν κι αυτοί, τόσο θετικά διακείμενοι έμοιαζαν σ’εμένα - γιατί τι είναι η φιλία αν όχι μια συγκεκριμένη στάση του σώματος, ένα τρεμοπαίξιμο των ματιών, που εύκολα ξεχωρίζουν ευαίσθητοι και πληγωμένοι;

Ο Γιοργκ μας είχε καλέσει σε μια διαδρομή, σε έναν αγώνα; σε ένα παιχνίδι; εξαρτάται με ποια διάθεση το βλέπεις, όταν το βλέπεις, σαν κάλεσμα σε γιορτή μου φάνηκε, κι είν’ ειδικός αυτός στα μαζώματα και τα γλέντια.
Η Σταρ κρατούσε το μαγαζί με τα υφάσματα, μπήκαμε μέσα να διαλέξουμε τις φορεσιές μας, αλλά και δώρα-για ποιους δεν ξέρω· ευδιάθετη και προσηνής μας έδειχνε τα πολύτιμα υφάσματα τυλιγμένα σε τόπια, τις αιθέριες χρωματιστές μαντήλες, και τα βελουδένια πανωφόρια· μια σειρά από μεταξωτές εσθήτες κρεμόντουσαν από ψηλά κι ανέμιζαν πάνω από τα κεφάλια μας στραφταλίζοντας κάτω από φως που εισχωρούσε από παντού.
Η Μαρ οργάνωνε τη διαδρομή, έβαζε τα πασαλάκια, μοίραζε νερά-σε ποιους δεν ξέρω, αφού δεν είχε αρχίσει ο αγώνας ακόμη, έθαλλε και παλλόταν ανάμεσα σε όλους μας, διαρκώς σκυμμένη από πάνω τους, έπιανε τα παιδάκια από το χέρι και τα οδηγούσε μέσα από τη λωρίδα, που χώριζε εκείνους από εμάς.
Η Χαρ δεν βρισκόταν ακριβώς μέσα στο όνειρο αλλά πάνω από αυτό, στον αιθέρα κάποιων φωτισμένων ανθρώπων του μεσαίωνα, και παρακολουθούσε με περισσή χάρη-αυτήν που της δώρισε και το όνομα, το πολύβουο μελίσσι τριγύρω της.
Η Λου, σε μια άκρη της διαδρομής, έγραφε συνθήματα σε άσπρα παραλληλόγραμμα πλακάτ που κάθε τόσο ανασήκωνε προς το μέρος μας, ‘να ανοίξουμε τα παράθυρα, τα σύνορα και τις καρδιές μας’- αυτό δεν το είδα, το άκουσα, και μετά ‘να διευρύνουμε τα όνειρά μας’, ‘να χαϊδέψουμε τριχωτά ζωάκια’, ‘να εντρυφήσουμε στο ζύμωμα σπιτικού ψωμιού’ κι εμείς κάναμε ‘ωωω’ ή ξεκαρδιζόμαστε στο άκουσμα κάποιου πονηρού σχολίου.

Λένε πως ό,τι και να δεις στα όνειρά σου το όνειρο αφορά πάντα εσένα, όσα πρόσωπα και να βρεθούν στη νυχτερινή σου διαδρομή, οι μορφές τους είναι οι δικές σου μορφές, οι οικείοι σου, τα όνειρά μου και οι φίλοι μου είμαι εγώ...